Η ήττα του χάμπουργκερ

Παραμονή της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, είναι σήμερα κατάλληλη στιγμή να σημειώσουμε μια μεγάλη ήττα του «κρέατος» στην πιο σύγχρονη εμπορική μορφή του. Δεν είναι η νηστεία των πιστών ενόψει της Σαρακοστής που κέρδισε αυτή τη σημαντική νίκη, αλλά η επιμονή δύο απλών ακτιβιστών μιας μικρής και άσημης οικολογικής ομάδας του Λονδίνου που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την παντοδυναμία της πολυεθνικής των φαστ-φουντ και άντεξαν τη δικαστική της επίθεση επί δεκαπέντε χρόνια. Και ήρθε τώρα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου με την απόφασή του να δικαιώσει τον Δαβίδ που τόλμησε να τα βάλει με τον Γολιάθ.

Τον Σεπτέμβριο του 1990, η εταιρεία Μακντόναλντ υπέβαλε αγωγή στα μέλη της ομάδας London Greenpeace (δεν πρόκειται για τη γνωστή διεθνή οργάνωση) επειδή διένειμαν ένα φυλλάδιο, στο οποίο η βιομηχανία φαστ-φουντ εμφανίζεται να προωθεί ανθυγιεινό φαγητό, να καταστρέφει το περιβάλλον, να εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους, να παραπλανά τα παιδιά και να προκαλεί πόνο στα ζώα. Τα δύο μέλη της ομάδας που δεν δέχτηκαν να υπογράψουν δήλωση μετάνοιας, η Ελεν Στιλ (39 ετών σήμερα) και ο Ντέιβ Μόρις (50 ετών) υπέστησαν το βάρος της δικαστικής αυτής περιπέτειας. Η κατηγορία εις βάρος τους ήταν συκοφαντική δυσφήμηση και ο σχετικός νόμος στη Βρετανία είναι δρακόντειος. Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο στις 28 Ιουνίου του 1994 και ολοκληρώθηκε στις 19 Ιουνίου 1997 μετά από 314 μέρες συνεδριάσεων. Πρόκειται δηλαδή για τη μεγαλύτερη δίκη στην ιστορία της χώρας.

Η κατάληξη αυτής της «δίκης των χάμπουργκερ» (βλ. ομότιτλο ρεπορτάζ του «Ιού», 10/12/2000) ήταν εις βάρος των κατηγορουμένων. Ο δικαστής Μπελ έκρινε ότι οι δύο κατηγορούμενοι είχαν συκοφαντήσει τη Μακντόναλντ, θεωρώντας ότι δεν μπόρεσαν να τεκμηριώσουν ορισμένους από τους ισχυρισμούς του φυλλαδίου. Από την άλλη μεριά, όμως, ο δικαστής δέχτηκε ότι πράγματι η πολυεθνική των φαστ-φουντ εκμεταλλεύεται τα παιδιά με τις διαφημίσεις της, ότι κακώς διαφημίζει τα φαγητά της ως υγιεινά, ότι οι τακτικοί της πελάτες διακινδυνεύουν την υγεία τους, ότι ευθύνεται για σκληρότητα απέναντι στα ζώα, ότι αντιτίθεται στα συνδικάτα των εργαζομένων και ότι πληρώνει χαμηλούς μισθούς. Στο εφετείο οι δυο ακτιβιστές πέτυχαν να προστεθεί στη λίστα αυτή και «ο κίνδυνος καρδιακής ασθένειας για όσους τρώνε συχνά τα λιπαρά προϊόντα της αλυσίδας».

Η δικαστική επιτυχία των εναγόντων αποδείχτηκε δηλαδή πύρρεια, εφόσον ένα μεγάλο μέρος από τους ισχυρισμούς των επικριτών της όχι μόνο δεν αποδείχτηκαν συκοφαντικοί, αλλά επικυρώθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο. Αλλά και για την εικόνα του πολυεθνικού γίγαντα ήταν απολύτως αρνητική η απόπειρα συντριβής δύο απλών ανθρώπων που δεν είχαν ούτε χρήματα για δικηγόρο. Και έρχεται τώρα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με την απόφασή του που εκδόθηκε στις 15 Φεβρουαρίου να δεχτεί ότι οι δύο ακτιβιστές δεν είχαν δίκαιη δίκη (παραβίαση άρθρου 6.1) και ότι στερήθηκαν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης (παραβίαση άρθρου 10). Επιπλέον το Δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση και στους δύο και επέβαλε στη βρετανική κυβέρνηση την καταβολή των υψηλών δικαστικών εξόδων.

Η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οφείλει πολλά και στη διεθνή καμπάνια αλληλεγγύης που στήριξε τόσα χρόνια τους δύο ακτιβιστές και διέδωσε σε όλο τον κόσμο την κριτική τους στην πανίσχυρη εταιρεία.

--------------------------------------------
Πληροφορίες για το ιστορικό της υπόθεσης και τις δικαστικές αποφάσεις στον δικτυακό τόπο της καμπάνιας: www.mcspotlight.org


 

(Ελευθεροτυπία, 12/3/2005)

 

www.iospress.gr