Ρετιρέ και ουρανοξύστες

"Δικαστική έρευνα για τις αποδοχές των λιμενεργατών"
       
(ΑΠΕ, 14/6/2005)

Είναι γνωστό ότι η πιο σίγουρη μέθοδος για να περάσει με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις μια πολιτική συμπίεσης των μισθών και μείωσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων ιδιαίτερα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι να στρέψει τις διάφορες ομάδες υπαλλήλων τη μία εναντίον της άλλης και αντί να αποτελεί διεκδικητικό αίτημα η εξίσωση προς τα πάνω να αποτελεί στόχο η εξίσωση προς τα κάτω.

Ολη αυτή η φιλολογία για τους μισθούς των «ρετιρέ» ή τους πολυεκατομμυριούχους λιμενεργάτες έχει ασφαλώς αυτό το στόχο. Την ύπαρξη αυτών των μισθολογικών διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό ενός κλάδου εργαζομένων η φιλελεύθερη οικονομική ιδεολογία του κόμματος που κυβερνά την αποδίδει στα προνόμια που απέκτησαν οι «ημέτεροι» κατά τη διαχείριση της εικοσαετίας του ΠΑΣΟΚ και στο σπάταλο κράτος. Οι υπουργοί με οικονομικές αρμοδιότητες διαβεβαιώνουν ότι η λύση στο πρόβλημα των ρετιρέ είναι η ιδιωτικοποίηση των δημοσίων οργανισμών και η περιστολή του κράτους με την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. Η αξιωματική αντιπολίτευση, παγιδευμένη ανάμεσα στις σοσιαλδημοκρατικές της εξαγγελίες και τη φιλελεύθερη κυβερνητικής της πρακτική, δεν μπορεί παρά να αποδέχεται αυτή τη λογική της Νέας Δημοκρατίας.

Και όμως. Η επιχειρηματολογία αυτή βασίζεται σε μια απόλυτη παραπλάνηση. Η ιδιωτικοποίηση τμημάτων του δημοσίου τομέα όχι μόνο δεν οδηγεί στην άρση των ανισοτήτων μεταξύ εργαζομένων στον ίδιο χώρο, αλλά εκτινάζει αυτές τις διαφορές σε απίστευτα ύψη. Αν οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της μισθολογικής κλίμακας κλάδων του Δημοσίου επέτρεψε κάποτε στον Ανδρέα Παπανδρέου να μιλήσει για «ρετιρέ», οι διαφοροποιήσεις στους ίδιους κλάδους μετά την ιδιωτικοποίησή τους μοιάζουν με διαφορά υπογείου και δώματος σε ουρανοξύστη.

Ας πάρουμε την περίπτωση της χώρας μοντέλο του σύγχρονου οικονομικού φιλελευθερισμού, τις ΗΠΑ. Το 1998 ο διευθυντής μιας τυπικής μεγάλης αμερικανικής εταιρείας κέρδιζε κατά μέσο όρο 10,9 εκατ. δολάρια το χρόνο, δηλαδή έξι φορές περισσότερα από το 1990. Στο ίδιο διάστημα ο μισθός του εργάτη ανέβηκε μόνο κατά 28%, ακολούθησε δηλαδή απλώς το ρυθμό του πληθωρισμού. (Στοιχεία από το εξαιρετικό βιβλίο του Loic Wacquant «Οι φυλακές της μιζέριας», εκδ. Πατάκη 2001.) Οι μισθοί των διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων στις ΗΠΑ είναι σήμερα κατά μέσο όρο 419 φορές μεγαλύτεροι από εκείνους των εργατών! Μόλις πριν από μία δεκαετία η αναλογία ήταν «μόνο» 42 προς 1.

Ο σύγχρονος λοιπόν ιδιωτικοποιημένος πρώην δημόσιος τομέας καταργεί την εργατική αριστοκρατία των «ρετιρέ» και την αντικαθιστά με μια πολύ πιο καλοπληρωμένη κατηγορία «μάνατζερ», δηλαδή υβριδικών μορφών εργασίας μεταξύ υπαλλήλου και ιδιοκτήτη. Σ' αυτούς παρέχονται ακόμα και «μετοχικά δικαιώματα» (stock options) ώστε η ταύτιση με την εργοδοσία και την τύχη της επιχείρησης να είναι απόλυτη.

Το χτύπημα των «ρετιρέ» δεν έχει σήμερα παρά έναν και μόνο στόχο: να εξαφανίσει τα κεκτημένα δικαιώματα μερίδας έστω εργαζομένων, έτσι ώστε οι δημόσιες επιχειρήσεις να πουληθούν ευκολότερα στους ιδιώτες. Ακόμα και πριν ιδιωτικοποιηθούν, οι δημόσιοι οργανισμοί αποκτούν λειτουργίες ιδιωτικής επιχείρησης προκειμένου -λέει- να γίνουν ανταγωνιστικές. Πρώτο μέτρο, η πρόσληψη πανάκριβων μάνατζερ.

Μια γεύση από αυτή τη μετεξέλιξη πήραμε κατά την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων με τους τεράστιους μισθούς των υπαλλήλων του Οργανισμού Αθήνα 2004 σε αντιδιαστολή με τις συνθήκες βαρβαρότητας και υπερεκμετάλλευσης που επικρατούσε στα εργοτάξια του θανάτου.

Και ας μη σπεύσουν να μας πουν ότι δεν μας νοιάζουν οι μισθολογικές διαφορές του ιδιωτικού τομέα, διότι δεν επιβαρύνουν την τσέπη των πολιτών, αλλά αφορούν αποκλειστικά τους ιδιώτες ιδιοκτήτες. Η δημιουργία αυτού του νέου διευθυντικού στρώματος επιβαρύνει άμεσα το κόστος των παραγόμενων αγαθών ή υπηρεσιών στον ιδιωτικοποιημένο τομέα και φυσικά πληρώνεται από τον καταναλωτή σε τομείς που έως σήμερα προστατεύονταν από το δημόσιο χαρακτήρα τους.

 

(Ελευθεροτυπία, 18/6/2005)

 

www.iospress.gr