Το χρηματιστήριο των εξετάσεων

"Σάλος για την Παιδεία"
       
(«Το Βήμα», 31/8/05)

Η υποδοχή των μαθητών στα σχολεία ξαναβρήκε το εξεταστικό σύστημα για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπό αναθεώρηση. Το κύριο στοιχείο της μεταρρύθμισης Γιαννάκου φαίνεται πως είναι η απαγόρευση εισόδου στα Πανεπιστήμια όσων δεν πιάνουν τη βάση, ακόμα κι αν έτσι δεν συμπληρώνεται ο αριθμός εισακτέων που προβλέπεται σε κάθε σχολή και τμήμα.

Από πρώτη άποψη το μέτρο φαίνεται αυτονόητο. Πώς είναι δυνατόν να διεκδικεί την είσοδό του σε ανώτατο ίδρυμα κάποιος που δεν συμπληρώνει τη βάση; Επιστρατεύθηκαν, μάλιστα, και ορισμένα ακραία παραδείγματα (κάποιος μπήκε σε σχολή με 2 ή 3 μέσο όρο, κ.λπ.) για να επιβεβαιωθεί το αυτονόητο.

Ομως αυτοί που επιχειρηματολογούν μ' αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι ήταν κουμπούρες στα μαθηματικά. Γιατί οι εξετάσεις έχουν θεσπιστεί ακριβώς για να συγκριθούν μεταξύ τους οι υποψήφιοι, αφού πρώτα έχουν ολοκληρώσει το λύκειο. Εχει πρώτα τεθεί ένα αριθμητικό όριο στους εισακτέους ανά ίδρυμα και στη συνέχεια καλούνται οι τελειόφοιτοι του λυκείου κάθε χρονιάς να μετρηθούν μεταξύ τους. Η ευθύνη για την «πτώση» ή την «άνοδο» των βάσεων ανήκει σ' εκείνους που συντάσσουν τα θέματα των εξετάσεων και όχι στους εκάστοτε διαγωνιζόμενους.

Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκεται με τη θεσμοθέτηση του ορίου «δέκα» είναι να ακυρωθεί η περίφημη εξαγγελία Αρσένη ότι ανοίγουν σε όλους τους μαθητές οι πύλες του Πανεπιστημίου. Πολιτικό θάρρος για την ευθεία κατάργηση αυτής της προοπτικής δεν υπάρχει. Εφευρίσκεται λοιπόν το άλλοθι της «βάσης». Δεν φταίμε εμείς, φταίνε οι μαθητές που δεν μπορούν να μπουν στα Πανεπιστήμια! Εμείς τα έχουμε ανοιχτά, αλλά εκείνοι δεν μπορούν να διαβούν τις πύλες τους.

Οι λόγοι που οδηγούν την κυβέρνηση να κλείσει την είσοδο είναι πολλοί. Ο σημαντικότερος είναι ότι δεν έχει καμιά διάθεση να αυξήσει τα πενιχρά κονδύλια που απαιτούνται για να υλοποιηθεί το άνοιγμα των σχολών. Και έχει δυστυχώς πολλούς συμμάχους σ' αυτή την προσπάθεια. Τη σχετική εκστρατεία την ξεκίνησε άλλωστε ο μη κυβερνητικός Τύπος. Με πρωτοσέλιδό του το «Βήμα» παρουσίαζε την ανακοίνωση των βάσεων ως «σκάνδαλο» («Το σκάνδαλο των βάσεων. Με 1,5 στα 20 μπήκε στο Πανεπιστήμιο», 26/8/05) και τιτλοφορούσε το κύριο άρθρο με τη λέξη «Ντροπή!». Στην κυριακάτικη έκδοση της ίδιας εφημερίδας ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης ειρωνευόταν ως «εκπαιδευτική φιλανθρωπία» την αύξηση του αριθμού των εισακτέων, κάνοντας χρήση κι αυτός των ίδιων ακραίων παραδειγμάτων (4/9/05).

Η προπαγάνδα αυτή μεταθέτει στους μαθητές τις αδυναμίες του συστήματος και ενοχοποιεί το σχολείο για την απροθυμία των κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν την παιδεία με κονδύλια πέραν του ελεεινού 3,5%. Κερδισμένη είναι πρώτα πρώτα η οργανωμένη «τριτοβάθμια» παραπαιδεία, οι μεσάζοντες των ξένων ιδρυμάτων και οι έμποροι της «επαγγελματικής αποκατάστασης».

Κερδισμένα αισθάνονται δυστυχώς και τα στελέχη των μεγάλων Πανεπιστημίων και Πολυτεχνείων, που αφενός συνήθισαν να βολεύονται με την αδιαφανή χρηματοδότησή τους από ιδιωτικούς φορείς (μέσω προγραμμάτων, κ.λπ.), αφετέρου δεν κινδυνεύουν από τη μείωση των εισακτέων και επιπλέον προσδοκούν να γίνουν οι ίδιοι αποδέκτες των κονδυλίων που διατίθενται στις λιγότερο δημοφιλείς σχολές, εκείνες δηλαδή που κινδυνεύουν με περιθωριοποίηση ή και κατάργηση με την εφαρμογή του ορίου «δέκα».

Οι μόνοι που σίγουρα είναι χαμένοι από την ανάπτυξη αυτής της επιχειρηματολογίας είναι η δημόσια (και υποτίθεται δωρεάν) τριτοβάθμια εκπαίδευση, που συρρικνώνεται υπέρ της ανεξέλεγκτης ιδιωτικής εκπαίδευσης στο πνεύμα του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Και αν πρέπει να αισθανόμαστε ντροπή για κάτι, αυτό είναι το 3,5% του προϋπολογισμού που διατίθεται για την παιδεία, σαράντα χρόνια μετά το κίνημα του 15% και ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε. υπερβαίνει το 5%.

 

(Ελευθεροτυπία, 10/9/2005)

 

www.iospress.gr