Ο τυφώνας της ανάπλασης

"Κατά τη γνώμη μου ο τυφώνας δεν κάνει διακρίσεις"
       
(Τζορτζ Μπους, Νέα Ορλεάνη, 13/9/05)

Μπορεί τα νερά να μην έχουν ακόμα τραβηχτεί από την κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη. Μπορεί ακόμα να μην έχουν μετρηθεί τα θύματα του τυφώνα. Ομως δεν είναι νωρίς για να σκεφτεί κανείς την τύχη όσων κατοίκων επέζησαν και έχουν ήδη μεταφερθεί όπως όπως σε «ασφαλή» σημεία. Μιλάμε βέβαια για εκείνους που δεν είχαν τα μέσα για μια έγκαιρη αποχώρηση ούτε διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους που θα τους εξασφαλίσουν την αξιοπρεπή επιστροφή στη νέα πόλη που θα χτιστεί.

Το νέο τραγικό ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν αυτοί οι πρόσφυγες που διώχτηκαν με τα όπλα της Αστυνομίας και της Εθνοφρουράς από την περιοχή θα ξαναδούν ποτέ την πόλη τους ή θα μείνουν στα άγνωστα μέρη που μεταφέρθηκαν, σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης.

Ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής του κινήματος των Αφροαμερικανών Γκλεν Φορντ πρόλαβε να θέσει το ζήτημα από το ραδιόφωνο Black Commentator: «Ο λαός της Νέας Ορλεάνης έχει δικαίωμα να επιστρέψει. Δεν είναι καθόλου νωρίς να το πούμε. Στην πραγματικότητα είναι επιτακτική ανάγκη να απαιτήσουμε το Δικαίωμα της Επιστροφής τώρα, προτού οι συνθήκες μετατόπισης αυτού του πληθυσμού δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα» (8/9).

Τη σημασία του αιτήματος αυτού μπορούμε να την κατανοήσουμε αν λάβουμε υπόψη ποια ήταν τα κύρια θύματα της τραγωδίας. Είναι αυτοί οι ίδιοι που δεν έφευγαν μέχρι την τελευταία στιγμή επειδή δεν είχαν πού να πάνε και πώς να επιβιώσουν έξω από το περιβάλλον στο οποίο κατόρθωναν μέχρι εκείνη τη στιγμή να ζουν. «Εκτόπιση στη βάση της φυλής είναι μια μορφή γενοκτονίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης», σχολιάζει ο Γκλεν Φορντ. «Η καταστροφή του πολιτισμού ενός λαού από τις ενέργειες ή τις παραλείψεις της εξουσίας είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η Νέα Ορλεάνη -όλη η πόλη και οι κάτοικοί της- είναι ένα συστατικό στοιχείο της κουλτούρας και της ιστορίας των Αφροαμερικανών. Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμένοι κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης διώχτηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Είναι παντού και πουθενά».

Και τώρα σχεδιάζεται ήδη η «ανάπλαση» της πόλης. Ποιος πολεοδόμος θα προβλέψει θέσεις κατοίκων γι' αυτές τις χιλιάδες που ζούσαν κάτω απ' το όριο της φτώχειας, τους αστέγους, τους ανέργους; Με τι θα αντικατασταθούν τα κατεστραμμένα φτωχόσπιτα που σαπίζουν στη λάσπη; Πώς θα «αναμορφωθούν» οι συνοικίες των φτωχών μαύρων; Κρίνοντας από το νεοφιλελεύθερο πνεύμα που επικρατεί στη χώρα και σ' όλο τον κόσμο, το πολύ πολύ να στηθεί ως τουριστική ατραξιόν και μια «παραδοσιακή συνοικία». Κατά τα άλλα, την ανάπλαση θα την αναλάβει ο ιδιωτικός κατασκευαστικός τομέας που θα βρει ένα ακόμα αντικείμενο κερδοσκοπίας, όπως συμβαίνει ύστερα από όλες τις φυσικές ή μη καταστροφές (σεισμός Λος Αντζελες, πόλεμοι Ιράκ - Γιουγκοσλαβίας κ.ο.κ.).

Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι η επιλεκτική δράση του τυφώνα εις βάρος των φτωχότερων ομάδων του πληθυσμού είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους θιασώτες της θεωρίας της «μηδενικής ανοχής». Εχουν ένα ακλόνητο άλλοθι για να εξαλείψουν εντελώς τις «ύποπτες» γειτονιές με τους «ύποπτους» ανθρώπους. Το όνειρο κάθε σύγχρονου διαχειριστή της ανθρώπινης ζωής στην πόλη είναι να βρεθεί κάποια θεόπεμπτη καταστροφή που θα εξαφανίσει τις «ύποπτες» ομάδες του πληθυσμού είτε με τη θανάτωσή τους είτε με την εκτόπισή τους σε κάποια αθέατα σημεία εκτός πόλης, κάποια στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου θα βρίσκονται στο έλεος των φιλανθρώπων, των εκκλησιών και του Στρατού της Σωτηρίας.

Η διεκδίκηση του δικαιώματος της επιστροφής είναι λοιπόν η πιο επείγουσα απάντηση στις συνέπειες του τυφώνα. Γιατί όπως λέει ο Γκλεν Φορντ: «Καλή είναι η φιλανθρωπία, αλλά η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι καλύτερη».

 

(Ελευθεροτυπία, 17/9/2005)

 

www.iospress.gr