Ο άλλος εκβιασμός
 


Περίεργες συμπτώσεις μας επιφυλάσσει η συγκυρία των τελευταίων μηνών. Το διαπιστώσαμε ξανά, ξεφυλλίζοντας μια πρόσφατη επίσημη έκδοση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: τον τριακοστό τόμο της σειράς «Εξωτερικές Σχέσεις των ΗΠΑ» (Foreign Relations of the United States, γνωστή στους ερευνητές με το ακρωνύμιο FRUS), που κυκλοφόρησε τον περασμένο Δεκέμβριο και περιέχει 247 αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα για τις σχέσεις των ΗΠΑ με Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο κατά την κρίσιμη τετραετία 1973-1976.

Αντίθετα με το θόρυβο που είχε προκαλέσει πριν από μια εξαετία ο αντίστοιχος τόμος για το 1964-1968, η υποδοχή της νέας αυτής συλλογής υπήρξε στη χώρα μας μάλλον υποτονική -κι αυτό, παρ' όλο που τα δημοσιευμένα ντοκουμέντα αφορούν (και) δραστηριότητες προσώπων που παραμένουν ενεργά στα πολιτικά μας πράγματα. Μόνο το «Παρόν» θεώρησε «ύποπτη» τη γνωστοποίηση συνομιλιών του 1975 για το Κυπριακό, στις οποίες ο «εθνάρχης» Καραμανλής και οι συνεργάτες του (ανάμεσά τους ο μέχρι πρότινος ΥΠΕΞ Πέτρος Μολυβιάτης) εμφανίζονται υπερβολικά ενδοτικοί για τα γούστα του σημερινού «πατριωτικού χώρου». Απαρατήρητο πέρασε, έτσι, ένα πολύ περίεργο σημείο της ίδιας έκδοσης.

Στη σελίδα 80 παρατίθενται -ως «ντοκουμέντο Νο 19»- τα στοιχεία ενός εγγράφου χωρίς την παραμικρή αναφορά στο περιεχόμενό του. Πρόκειται για «Βιογραφική αναφορά» που αφορά κάποιο μη κατονομαζόμενο πρόσωπο της Ελλάδας, συνταγμένη από το «προσωπικό για την Ευρώπη» του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ στις 14 Αυγούστου 1974 -την ίδια, δηλαδή, ημέρα με την εξαπόλυση του «Αττίλα 2» και την αποχώρηση της κυβέρνησης Καραμανλή από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Το έγγραφο ήταν διαβαθμισμένο ως «απόρρητο» κι απαγορευόταν η γνωστοποίησή του σε ξένες (συμμαχικές) κυβερνήσεις και υπηρεσίες. Η έκτασή του είναι 9 σελίδες, από τις οποίες δεν έχει αποχαρακτηριστεί ούτε μία σειρά.

Στα FRUS περιέχονται συχνά έγγραφα εν μέρει λογοκριμένα, με διαγραφή ονομάτων ή και ολόκληρων παραγράφων. Τι νόημα έχει όμως η παράθεση των στοιχείων ενός ντοκουμέντου, για το περιεχόμενο του οποίου δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτα; Είναι προφανές ότι η είδηση βρίσκεται ακριβώς στην επιλογή δημοσιοποίησης της ύπαρξης του επίμαχου βιογραφικού σημειώματος, το οποίο είναι παραπάνω από βέβαιο πως αφορά κάποιο πρωτοκλασάτο πρόσωπο της τότε ελληνικής πολιτικής σκηνής. Δεν πρόκειται για αναφορά του σταθμού της CIA στην Αθήνα, που θα μπορούσε να ασχολείται με οποιονδήποτε πολίτη, αλλά για έγγραφο που συντάχθηκε για την ενημέρωση της ανώτατης ηγεσίας των ΗΠΑ - κι αυτή η τελευταία ουδόλως διακρινόταν για τη λεπτολόγο ενασχόλησή της με το βίο και την πολιτεία των λιγότερο επιφανών συμπολιτών μας: σε μια αποκαλυπτική ενδοϋπηρεσιακή συζήτηση που παρατίθεται αυτούσια στον ίδιο τόμο (20.3.1974), ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Χένρι Τάσκα και ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ μπερδεύουν π.χ. ακόμη και το (χουντικό «πρωθυπουργό») Ανδρουτσόπουλο με τον (αντιχουντικό λομπίστα στις ΗΠΑ) Ηλία Δημητρακόπουλο!

Ας επανέλθουμε στο επίμαχο έγγραφο. Η μόνη λογική ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε για τη δημοσιοποίηση της ύπαρξής του είναι ότι συνιστά ένα «κλείσιμο του ματιού» (ή μια απειλή) προς όσους έχουν κάθε συμφέρον για την απόκρυψη του περιεχομένου του. Βάσει του αμερικανικού «νόμου για την ελευθερία της πληροφόρησης», καθένας μπορεί να ζητήσει με προσφυγή του τον αποχαρακτηρισμό οποιουδήποτε υπηρεσιακού εγγράφου - και το «ντοκουμέντο Νο 19» του 30ού τόμου των FRUS, αφ' ης στιγμής μαθεύτηκε η ύπαρξή του, δεν πρόκειται ν' αποτελέσει εξαίρεση. Ποιος είναι όμως αυτός που καθίσταται έτσι όμηρος των καλών προθέσεων της Ουάσιγκτον, όσον αφορά την προστασία των «προσωπικών δεδομένων» κάποιας επιφανούς φυσιογνωμίας της Ελλάδας του 1974; Κάπως δύσκολο, βέβαια, να φανταστούμε πολιτικά παιχνίδια να παίζονται σήμερα -σε διεθνή μάλιστα κλίμακα- πάνω στην υστεροφημία του Γεωργίου Μαύρου ή του Ευάγγελου Αβέρωφ (ΥΠΕΞ και ΥΠΕΘΑ της τότε κυβέρνησης, αντίστοιχα). Ο δε κατάλογος των λοιπών «υπόπτων» είναι απελπιστικά μικρός.

 

(Ελευθεροτυπία, 16/2/2008)

 

 

www.iospress.gr