Χρυσοπράσινο φύλλο συκής

"Ο Τάσσος είναι εγγύηση"
   
(Γιώργος Τράγκας, «Η Χώρα» 17/2/2008)

Τέτοιου είδους εκλογική αναμέτρηση «φωτός και σκότους» είχαμε να δούμε από το 1984-85, τουλάχιστον. Αν πιστέψουμε τους περισσότερους επαγγελματίες αναλυτές των «εθνικών μας θεμάτων», οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι της περασμένης Κυριακής καλούνταν όχι να επιλέξουν πρόεδρο για την επόμενη πενταετία αλλά να καθορίσουν το μακροπρόθεσμο μέλλον του «Ελληνισμού» στο σύνολό του. Κάτι σαν μεταμοντέρνο Μανιάκι, δηλαδή, με κάλπες αντί για γιαταγάνια, τον Τάσσο Παπαδόπουλο ως νέο Παπαφλέσσα και τους αντιπάλους του στο ρόλο των προαιώνιων δούρειων ίππων του Γένους.

Τα πρωτεία σ' αυτή τη μανιχαϊκή προσέγγιση ανήκαν βέβαια στους παραδοσιακούς εθνικόφρονες. «Ο Θεός να φωτίση τον Κυπριακό Ελληνισμό να επανεκλέξη τον Τάσσο Παπαδόπουλο», ευχόταν την περασμένη Κυριακή η «Ελεύθερη Ωρα» του Γρηγόρη Μιχαλόπουλου, ενώ ο «Ελεύθερος Κόσμος» του χρυσαυγίτη Ζαφειρόπουλου καλούσε -επίσης πρωτοσέλιδα- τους Ελληνοκύπριους να πουν «Ναι στον Τάσσο» και «Οχι στους Ανανιστές Χριστόφια - Κασουλίδη».

Το μέτωπο των παπαδοπουλικών δεν περιορίστηκε ωστόσο στην Ακροδεξιά, αλλά περιέλαβε κάθε συνιστώσα του νεοπαγούς «πατριωτικού χώρου»: «Στις κάλπες κρίνεται η τύχη της Κύπρου. Αναμέτρηση υψίστης σημασίας του Τ. Παπαδόπουλου με τους ενδοτικούς υποψηφίους. Συμφορά ο Κασουλίδης. Δημήτρης Χριστόφιας, ο πιο επικίνδυνος», διαβάζουμε π.χ. στο «Παρόν» του Μάκη Κουρή. Κατηγορηματικότερος απ' όλους υπήρξε πάντως ο Γιώργος Δελαστίκ: «Αν τελικά εκλεγεί πρόεδρος της Κύπρου ο Δ. Χριστόφιας ή ο Γ. Κασουλίδης», εξηγεί με κάθε σοβαρότητα στο «Πριν» (17.2.08), «η διεθνής νομιμοποίηση της τουρκικής κατάκτησης του ενός τρίτου και πλέον της Κύπρου θα ενθαρρύνει πολύ φυσιολογικά την Αγκυρα να επιδιώξει την κατάλληλη στιγμή όχι μόνο να επεκτείνει τα τουρκικά εδάφη στην Κύπρο αλλά και να εφαρμόσει την εμπειρία της Κύπρου και στο Αιγαίο και φυσικά στη Θράκη, αξιοποιώντας για τους δικούς της στόχους την τουρκική συνιστώσα της μουσουλμανικής μειονότητας». Το γιατί θα γίνουν όλα αυτά (ποιος ο λόγος π.χ. η Αγκυρα να καταλάβει και το υπόλοιπο 60% της Κύπρου και να «φορτωθεί» στα καλά καθούμενα 600.000 Ελληνοκυπρίους) αυτό ανήκει προφανώς στα μυστήρια όχι του διαλεκτικού υλισμού αλλά της «φυλετικής ψυχολογίας» - που θέλει τους Τούρκους μονίμως επιτιθέμενους από τα χρόνια του Πορθητή...

Πηγή όλης αυτής της προσωπολατρίας ήταν φυσικά η «εθνικά υπερήφανη» στάση του απερχόμενου προέδρου στο δημοψήφισμα του 2004, συμπυκνωμένη στην περίφημη δήλωσή του ότι «παρέλαβε κράτος και δεν θα παραδώσει κοινότητα». Η άρνησή του, με δυο λόγια, να δεχτεί ό,τι επί τρεις δεκαετίες αποτελεί το σημείο εκκίνησης για οποιαδήποτε επίλυση του Κυπριακού διαφορετική από τη διχοτόμηση του νησιού: ότι το «κράτος» της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν συγκροτείται (νομικά) μόνο από τους Ελληνοκυπρίους αλλά και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, στο πλαίσιο μιας υπό διαμόρφωση «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας». Ο ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτή στην Ελλάδα η δήλωση Παπαδόπουλου αποδεικνύει έτσι απλά το χαμηλό επίπεδο ενημέρωσης της εγχώριας «κοινής γνώμης» (και) γι' αυτό το «εθνικό μας θέμα». Από κει και πέρα, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να παρουσιαστεί σαν κατεξοχήν «αντιιμπεριαλιστής» ένας άνθρωπος που:

* ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία προπαγανδίζοντας τις δολοφονίες των Ελληνοκυπρίων αριστερών από τους κουκουλοφόρους πιστολάδες του Γρίβα (με «τεκμήριο ενοχής» των θυμάτων, μεταξύ άλλων, την «εθνοπροδοτική» καμπάνια του ΑΚΕΛ για τη σωτηρία του Μανώλη Γλέζου, που η κυβέρνηση Καραμανλή επιδίωκε να τουφεκίσει σαν «κατάσκοπο» του «διεθνούς κομμουνισμού»!)

* συνέχισε ως υπουργός Εργασίας περιερχόμενος τις (δυτικές) πρεσβείες εις άγραν κονδυλίων για την καταπολέμηση του συνδικαλιστικού «ερυθρού κινδύνου», και τέλος

* την επαύριο της τουρκικής εισβολής, θεωρούσε ότι «η κυριωτέρα μας ελπίς είναι η άσκησις πιέσεως επί της Τουρκίας υπό άλλων δυνάμεων και δη υπό της Αμερικής», προτιμώντας ρητά τη διαιώνιση των τετελεσμένων του 1974 από οποιονδήποτε «συμβιβασμό» («Ιός» 18.4.2004).

Τελικά, οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι αποφάσισαν -για τους δικούς τους λόγους και σε ποσοστό 69%- να αναθέσουν το μέλλον τους σε διαλλακτικότερα χέρια και να στείλουν τον επίδοξο «εθνάρχη» στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Να το έκαναν, άραγε, ονειρευόμενοι μια καινούργια προσφυγιά; Ή μήπως κάποιοι βιάστηκαν, αγνοώντας τις αμφιθυμίες του δημοκρατικού παιχνιδιού, ν' αναζητήσουν υποκατάστατα για το κενό που άφησε πίσω του ο μακαριστός Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος;

 

(Ελευθεροτυπία, 23/2/2008)

 

 

www.iospress.gr