Αντεθνικό επιχείρημα εθνικοφρόνων

 

Ο «αλυτρωτισμός» και οι αλύτρωτοι


Στρατευμένοι στο κυνήγι της «ανύπαρκτης» γλώσσας της ΠΓΔ Μακεδονίας, οι επικοινωνιακοί διαχειριστές της τρέχουσας σκοπιανολογίας έχουν απ’ ό,τι φαίνεται αρχίσει να χάνουν την επαφή τους με τις έννοιες και την ορολογία της ελληνικής γλώσσας. Το διαπιστώσαμε ακόμη μια φορά το περασμένο Σαββατοκύριακο, με την ομόφωνη καταγγελία του «αλυτρωτισμού» της πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔ Μακεδονίας επειδή στο προεκλογικό πρόγραμμα του κυβερνώντος εκεί ΒΜΡΟ εμφιλοχώρησε αναφορά στα «μειονοτικά δικαιώματα των Μακεδόνων γειτονικών χωρών».

Αρκεί ν’ ανοίξει κανείς οποιοδήποτε λεξικό για να διαπιστώσει το προφανές της παρανόησης. Σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, αλυτρωτισμός είναι «η πολιτικοκοινωνική κίνηση για την απελευθέρωση υπόδουλων ομοεθνών», ενώ κατά το Λεξικό Μπαμπινιώτη «πολιτική και ιδεολογική κίνηση με την οποία επιδιώκεται η απελευθέρωση υπόδουλων ομοεθνών με παράλληλη ανάκτηση των εδαφών στα οποία ζουν». Για το Petit Larousse, πάλι, αλυτρωτισμός ίσον «εθνικιστικό κίνημα εδαφικής διεκδίκησης». Προϋποθέτει, με άλλα λόγια, την αμφισβήτηση των υφιστάμενων συνόρων κι όχι απλά την όποια αναφορά σε κάποια μειονότητα. Δεν συνιστούν δηλαδή «αλυτρωτισμό» ούτε οι απλές επαφές μειονοτικών (Ελλήνων της Αλβανίας, Μουσουλμάνων της Θράκης κ.ο.κ) με την πολιτική ηγεσία του αντίστοιχου «εθνικού κέντρου», ούτε οι όποιες αναφορές στο ιστορικό παρελθόν, οσοδήποτε εθνικιστικά φορτισμένες, εφόσον δεν συνοδεύονται από το αίτημα ανάκτησης των «χαμένων πατρίδων».

Προς τι, τότε, η συντονισμένη αυτή έμφαση στον υποτιθέμενο «αλυτρωτισμό» των βορείων γειτόνων μας; Η εύκολη απάντηση, ότι το επιχείρημα αυτό είναι διπλωματικά αποτελεσματικό, προσκρούει σε κάποια απλά δεδομένα: η ΠΓΔ Μακεδονίας έχει θεσμοθετήσει π.χ. ακόμη και στο Σύνταγμά της (άρθρο 3) την αποποίηση κάθε «εδαφικής διεκδίκησης έναντι γειτονικών χωρών» – διαβεβαίωση που απουσιάζει από το αντίστοιχο άρθρο 27 του ελληνικού Συντάγματος περί αλλαγής συνόρων. Ακόμη προβληματικότερη είναι η ταύτιση αυτού του «αλυτρωτισμού» με κάθε αναφορά στη (σλαβο)μακεδονική γλώσσα και εθνική ταυτότητα. Το μόνο που επιτυγχάνεται με την προβολή της εν λόγω επιχειρηματολογίας είναι η ανομολόγητη παραδοχή της ύπαρξης στην ελληνική Μακεδονία μιας υπολογίσιμης (αλλιώς πώς θα μπορούσε να σταθεί οποιοσδήποτε «αλυτρωτισμός»;) πληθυσμιακής ομάδας αποτελούμενης από δυνάμει «ομοεθνείς αδελφούς» των ομόγλωσσών τους ακατανόμαστων «Σκοπιανών». Δεν πρόκειται μόνο για τους σχετικά ολιγάριθμους ψηφοφόρους του «Ουράνιου Τόξου», που έχουν γίνει πιά αποδεκτοί ως μια ακόμη ιδιομορφία της ελληνικής πολιτικής ζωής. Εν έτει 1965, το ΥΠΕΞ και το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος υπολόγιζαν σε 130-150.000 τους σλαβόφωνους Μακεδόνες τριών μονάχα νομών (Πέλλας, Καστοριάς και Φλώρινας), στους οποίους θα έπρεπε να προστεθούν μερικές δεκάδες χιλιάδες από τις επαρχίες Εορδαίας και Παιονίας, την ύπαιθρο του νομού Θεσσαλονίκης και τους νομούς Σερρών και Δράμας (Τάσος Κωστόπουλος, «Η απαγορευμένη γλώσσα», 4η έκδοση, Αθήνα 2008, σ.222-3). Επισείοντας το φόβητρο του «αλυτρωτισμού», οι εγχώριοι εθνικόφρονες αμφισβητούν έτσι ουσιαστικά όχι μόνο την ελληνικότητα αλλά και τη νομιμοφροσύνη όλων αυτών των συμπολιτών μας.

 

(Ελευθεροτυπία, 10/5/2008)

 

 

www.iospress.gr