Η επιστροφή της θανατικής ποινής

 

Εξάσφαιρα σε πλάτες


Μέσα σ’ ένα μήνα η ΕΛΑΣ φορτώθηκε με δύο ακόμα θανατηφόρους πυροβολισμούς και μάλιστα πισώπλατους. Την πρώτη φορά σε προσχεδιασμένη αστυνομική επιχείρηση, ενώ τη δεύτερη σε μια απλή εξακρίβωση που εξελίχτηκε σε «συμβάν». Η κοινή λογική λέει ότι, όταν κάποιος βλέπει την πλάτη ενός κακοποιού, δεν κινδυνεύει άμεσα. Κι όμως: φωνάζοντας ο αστυνομικός ότι «έτρωγε τον πούστη», άδειασε το όπλο του στην πλάτη ενός περαστικού. Ήταν στη λάθος θέση τη λάθος στιγμή, σχολίασαν οι επαΐοντες. Πάλι καλά που δεν είπαν ότι ήταν γραφτό του! Κι όμως ο νεαρός δεν ήταν οπλισμένος, δεν πυροβολούσε κι επομένως (για τον αστυνομικό) το πολύ πολύ να ήταν συνεργός. Γιατί λοιπόν τόση μανία να τον «καθαρίσει» και μάλιστα πισώπλατα, μ' εκείνη την ανατριχιαστική ικανοποίηση στη φωνή του την ώρα πού «τον έφαγε»; Ο νεκρός -ως συνήθως- στην αρχή ήταν Αλβανός, μετά απέκτησε πρόσωπο κι έγινε Βορειοηπειρώτης, πατέρας ενός ανήλικου, για να χαθεί τέλος στη συλλογική εικόνα των ΜΜΕ.

Αμέσως μετά είχαμε τον δεύτερο -πάλι πισώπλατο- σκοτωμό ενός άλλου «Αλβανού» κακοποιού, σύμφωνα με τις πρώτες δημοσιογραφικές αφηγήσεις. Ο αστυνομικός είδε ύποπτες κινήσεις σε ένα αυτοκίνητο και θέλησε να κάνει έλεγχο. Μόλις άναψε το "φάρο" του περιπολικού, οι δράστες πήγαν να το σκάσουν ενώ ο ένας -το θύμα- πυροβόλησε και προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας. Ο αστυνομικός ανταπέδωσε τους πυροβολισμούς και μια από τις πολλές σφαίρες βρήκε την πλάτη του «Αλβανού». Ο «Αλβανός» πολύ αργότερα απέκτησε πρόσωπο, αυτή τη φορά το πρόσωπο του επικίνδυνου τρομοκράτη. Αυτόματα, τα αστυνομικά πυρά καθαγιάστηκαν από τα ΜΜΕ που προσπάθησαν να αναβιώσουν το «έπος» του 2002. Το ότι το όπλο του νεκρού δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά και το ότι τίποτα δεν βρέθηκε που να τον συνδέει με κάποια εγκληματική πράξη αποδόθηκε αποκλειστικά στα προσεκτικά μέτρα που έπαιρνε ο ίδιος.

Θεωρητικά δεν έχει και καμιά σημασία, ακόμα κι αν ο νεκρός ήταν ο λήσταρχος Νταβέλης. Οι κακοποιοί δρουν εκτός νόμου και κανείς φυσικά δεν έχει την απαίτηση να φερθούν «σωστά». Ο αστυνομικός, όμως, βρίσκεται σε μια υπηρεσία που από τη φύση της έρχεται πολύ συχνά αντιμέτωπη με το έγκλημα, άσχετα αν αποδεικνύεται στην πράξη ότι μάλλον έρχεται συχνότερα αντιμέτωπη με διαδηλωτές.

Το ότι οι αστυνομικοί σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση να αδειάζουν μεμιάς και χωρίς συνέπειες τα όπλα τους στους υπόπτους, θα έπρεπε να είναι ένα σοβαρό ζήτημα για όλους και κυρίως για την ηγεσία τους. Όταν οι καθημερινές τηλε-ώρες αναλώνονται αποκλειστικά στη «φοβερή» αύξηση της εγκληματικότητας, στην «παρανομία» των μεταναστών, στην «ανικανότητα» της αστυνομίας, τότε το μονοπάτι του θανάσιμου τραυματισμού ακόμα κι ενός ασήμαντου ύποπτου είναι προκαθορισμένο. Αυτόματα, όμως, ο κάθε παράνομος θα φροντίζει πλέον να «ανταποδίδει τα ίσα», γνωρίζοντας ότι δεν θα κινδυνεύει απλά να συλληφθεί αλλά να δολοφονηθεί. Κι όσο δεν υπάρχουν συνέπειες για όποιον εκπρόσωπο της «τάξης» αβασάνιστα αδειάζει το όπλο του στο «ψαχνό», τόσο θα πολλαπλασιάζονται τα θύματα και των δύο πλευρών.

 

(Ελευθεροτυπία, 20/3/2010)

 

 

www.iospress.gr