Η συμβολή του πολυεθνικού γίγαντα της πληροφορικής στις απογραφές του Τρίτου Ράιχ 



Το διάτρητο παρελθόν της IBM


"Μια δραματική επιβεβαίωση της συνεισφοράς της IBM στη ναζιστική Γερμανία"
                (ΤΑ ΝΕΑ, 13/2/2001)



Μια οδυνηρή έκπληξη περίμενε πριν από λίγες μέρες τον πολυεθνικό γίγαντα της πληροφορικής, την εταιρεία IBM. Σε οκτώ γλώσσες ταυτόχρονα εκδόθηκε η μελέτη του αμερικανού δημοσιογράφου Εντουιν Μπλακ με τον εύγλωττο τίτλο «Η IBM και το Ολοκαύτωμα», η οποία περιλαμβάνει πλήθος ντοκουμέντων που τεκμηριώνουν τις σχέσεις συνεργασίας και υποστήριξης που παρείχε στο ναζιστικό καθεστώς η γνωστή εταιρεία.

Ηδη από τη δεκαετία του 1990 υπήρχαν κριτικές φωνές στις ΗΠΑ για το ρόλο της IBM στο Τρίτο Ράιχ. Η Σίμπιλ Μίλτον, ιστορικός του Μουσείου Μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον, στο οποίο εκτίθενται και δυο μηχανές της IBM, περιγράφει την τεχνική των διάτρητων καρτών της εταιρείας ως «μέρος της εκβιομηχάνισης των μαζικών δολοφονιών». Βέβαια η εργασία του Μπλακ είναι πολύ αναλυτική και φέρνει στο φως νέα συντριπτικά στοιχεία. Ακόμα και ο γνωστός διώκτης των εγκληματιών πολέμου Σιμόν Βίζενταλ δήλωσε «σοκαρισμένος» από το περιεχόμενο του βιβλίου. 

Η πρώτη αποκάλυψη

Η τιμή, όμως, της πρώτης αναλυτικής περιγραφής του ρόλου της IBM στο σύστημα καταγραφής, απογραφής και εξόντωσης των ανεπιθύμητων ομάδων πληθυσμού ανήκει σε δυο Γερμανούς ερευνητές, τον Καρλ Χάιντς Ροτ και τον Γκετς Αλί (Goetz Aly, Karl Heinz Roth "Die restlose Erfassung", Rotbuch Verlag, Berlin 1984). Η μελέτη αυτή έχει μείνει σχετικά άγνωστη, επειδή οι συγγραφείς της ανήκουν στο ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα της «νέας αριστεράς» και της «αυτονομίας». Ο Ροτ, μάλιστα, κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε ως ιδεολογικός συνεργός των «τρομοκρατών». Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να είναι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς μελετητές της κοινωνικής ιστορίας και να διευθύνει το πολύ αξιόλογο Ιδρυμα Κοινωνικής Ιστορίας του Αμβούργου. Ο σημαντικότερος λόγος, όμως, που η μελέτη αυτή έμεινε σχετικά άγνωστη, είναι ότι γράφτηκε σε ένα πολύ φορτισμένο πολιτικό κλίμα. Ηταν η περίοδος που αναπτύχθηκε στη Γερμανία ένα μαζικό κίνημα κατά της γενικής απογραφής του πληθυσμού (1982-83). Η υπενθύμιση του αμαρτωλού παρελθόντος της Στατιστικής Υπηρεσίας του Ράιχ ήταν μια απτή απόδειξη ότι η απογραφή δεν είναι ένα απλό τεχνικό και ουδέτερο μέτρο. 

Ο Ροτ και ο Αλί αποδεικνύουν ότι στην εμπέδωση της εξουσίας των εθνικοσοσιαλιστών έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο οι απλοί αριθμοί, οι διάτρητες κάρτες, οι στατιστικές έρευνες και η έκδοση ταυτοτήτων. «Οι κεντρικές ιστορικές μορφές του Χάινριχ Χίμλερ και του Ράινχαρντ Χέιντριχ δεν θα 'πρεπε να θεωρούνται μόνο ως αιμοδιψείς ηγέτες, αλλά και ως άνθρωποι του ορθού λόγου, ως άνθρωποι που έδρασαν πάντοτε στη βάση υπολογισμών ακριβείας» (σελ. 7). 

Το καθεστώς των Ναζί μετρούσε και ξαναμετρούσε τα πάντα. Δεν ήταν μόνο οι γενικές απογραφές πληθυσμού του 1933 και του 1939. Το 1935 θεσπίστηκε το Μητρώο Εργασίας, το 1936 το Μητρώο Υγείας, το 1938 το Μητρώο Στρατιωτικής Θητείας, το 1939 η Λαϊκή Κάρτα και εντέλει το 1944 ο Ατομικός Αριθμός. Ολα αυτά τα υποσυστήματα κοινωνικής οργάνωσης απαιτούσαν τη νέα τεχνολογία της IBM. 

Τα λόγια του Φρίντριχ Τσαν, προέδρου της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας είναι χαρακτηριστικά: «Από την ίδια τη φύση της, η στατιστική βρίσκεται στο πλάι του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. Η δημογραφική πολιτική συγκεντρώνει το ιδιαίτερο κρατικό ενδιαφέρον. Δεν είναι πλέον μια απλή ποσοτική δημογραφική πολιτική. Εχει εξελιχθεί σε ποιοτική και ψυχολογική δημογραφική πολιτική, γι' αυτό το λόγο απαιτεί από τη στατιστική περισσότερες και βαθύτερες γνώσεις, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν στην πράξη με την καθοδήγηση του φίρερ μας». 

Φυσικά όλες αυτές οι καταμετρήσεις, απογραφές και κατατάξεις του πληθυσμού δεν ήταν καθόλου «τεχνικές» και μόνο. Η Υπηρεσία Φυλετικής Πολιτικής του Ναζιστικού Κόμματος ήδη από το 1934-35 ανέθεσε στα στελέχη του να συντάξουν τις κάρτες των «ακοινωνικών». Το 1935-36 ακολούθησε η ξεχωριστή καταγραφή των Εβραίων, των Τσιγγάνων και λοιπών «εχθρικών λαών». Από το 1934 άρχισαν να καταγράφονται και όσοι θεωρούνταν «ύποπτοι» για κληρονομικές ασθένειες. Από το 1936 άρχισαν να συνεργάζονται όλο και περισσότερο η Γκεστάπο και η Ασφάλεια με τους μηχανισμούς απογραφής του πληθυσμού και ξεκίνησαν με την εφαρμογή στους Τσιγγάνους ενός «πιλοτικού» προγράμματος. Μ' αυτό το πρόγραμμα σχεδιάστηκε η «ποιοτική» καταγραφή των Εβραίων, η οποία μέχρι τότε ήταν απλώς «ποσοτική», και διευκολύνθηκε το πέρασμα στην «τελική λύση», δηλαδή την εξόντωση. 

Ο ρόλος της IBM

Οι Ροτ και Αλί περιγράφουν την ιστορία της εμπλοκής της IBM στη ναζιστική μηχανοργάνωση. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο γερμανικής καταγωγής μηχανικός Hermann Hollerith εισήγαγε μια νέα μέθοδο καταγραφής των στοιχείων στις κάρτες που χρησιμοποιούσαν οι απογραφείς στις ΗΠΑ. Στις νέες κάρτες αντικαταστάθηκαν οι γραμμές με μικρές τρύπες. Η ανάγνωσή τους γινόταν με μια μηχανή που αναγνώριζε τις τρύπες με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο. Η μέθοδος αποδείχτηκε πολύ γρηγορότερη και ακριβέστερη από την παραδοσιακή μέτρηση. Ο Hollerith κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία και το 1896 ίδρυσε δική του επιχείρηση, η οποία αγοράστηκε το 1911 από την CTR (Computing-Tabulating-Recording-Company), και το 1924 μετονομάστηκε σε IBM (International Business Machines). Το 1910 είχε ιδρυθεί στη Γερμανία η Dehomag (Deutsche Hollerith Maschinen Gesellschaft), η οποία δρούσε ως ανεξάρτητη εταιρεία, βασισμένη στην ίδια πατέντα. Κατά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η Dehomag δεν μπορούσε πλέον να πληρώσει τα δικαιώματα της πατέντας στην CTR και έτσι η αμερικανική εταιρεία το 1922 εξαγόρασε το 90% της γερμανικής. Από εκείνη τη στιγμή η Dehomag μετατρέπεται σε θυγατρική της IBM. 

Στην πρώτη απογραφή των ναζί, το 1933, η Dehomag χρησιμοποίησε διάτρητες κάρτες με 60 τομείς, αντί των 45 που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε. Για να δικαιολογήσει την αλλαγή αυτή η Dehomag εξηγεί σε επίσημη έκδοσή της: «Πρέπει να προβλέψουμε ότι το κρατικό συμφέρον θα επιβάλει και άλλα στοιχεία για κάθε νοικοκυριό». Στη δεύτερη απογραφή, το 1939, έγινε πραγματική πανστρατιά. 750.000 απογραφείς χρησιμοποιήθηκαν για να συντάξουν τις λεπτομερειακές κάρτες. Η αστυνομία και η χωροφυλακή διατάχθηκαν να «υποστηρίξουν με όλες τους τις δυνάμεις την απογραφή». Η ναζιστική εφημερίδα «Λαϊκός Παρατηρητής» ανέλαβε να πείσει τους πολίτες για τη χρησιμότητα της απογραφής: «Οι λόγοι που επέβαλαν τη διεύρυνση του ερωτηματολόγιου της απογραφής πρέπει να αναζητηθούν στην ανάγκη της εθνικοσοσιαλιστικής κυβέρνησης να ανακαλύψει στοιχεία για τις μέχρι στιγμής ανεξερεύνητες περιοχές της κοινωνικής συγκρότησης του λαού μας. Είναι καθήκον όλων μας να συμπληρώσουμε τα ερωτηματολόγια με την πιο οδυνηρή λεπτομέρεια και ας είμαστε σίγουροι ότι έτσι δίνουμε στον Φίρερ και τους συνεργάτες του το υπόβαθρο για τη νομοθεσία των επόμενων πέντε ή δέκα χρόνων». Το καθεστώς υποσχέθηκε, βέβαια, αυστηρή διαφύλαξη του απορρήτου. Πολύ γρήγορα όλοι διαπίστωσαν τι ακριβώς εννοούσε. 

Το τεχνολογικό υπερόπλο

Οι απολογητές της IBM υποστηρίζουν ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, εφόσον οι συμφωνίες με το χιτλερικό καθεστώς έγιναν σε «ανύποπτο» χρόνο. Ακόμα και η βράβευση του Προέδρου της IBM Τόμας Ουάτσον από τον ίδιο τον φίρερ στις 28/3/1937 με τον «Μεγαλόσταυρο του Γερμανικού Αετού», θεωρείται τυπική υποχρέωση ενός επιχειρηματία. Βέβαια δεν γνωρίζουμε ποια δεοντολογία τον υποχρέωνε να στολίζει το πιάνο στο σαλόνι του με μια φωτογραφία του Μουσολίνι με ιδιόγραφη αφιέρωση. Το σημαντικότερο, όμως, επιβαρυντικό στοιχείο για την IBM είναι ότι συνέχισε να εφοδιάζει τους ναζιστές ακόμα και μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Υπάρχουν πολλά συμβόλαια μεταξύ της IBM, η οποία εμφανίζεται να εκπροσωπείται από τη γερμανική διοίκηση στο Αμστερνταμ, και το υπουργείο Εξοπλισμών του Σπέερ, με έτος σύναψης της συμφωνίας το 1943 και το 1944. Φυσικά όλη αυτή η προθυμία της IBM εκδηλωνόταν με το αζημίωτο. Προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη τεχνολογική βοήθεια, το ναζιστικό καθεστώς ήταν πρόθυμο να πληρώσει αυξημένα ποσά στην αμερικανική εταιρεία για χρήση των μηχανημάτων στις κατεχόμενες περιοχές. 

Το Ολοκαύτωμα θα είχε βέβαια πραγματοποιηθεί και χωρίς τη βοήθεια της IBM. Ομως μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι χωρίς αυτό τον αυτοματισμό η «τελική λύση» θα ήταν λιγότερο «αποτελεσματική», ότι ο τελικός τραγικός απολογισμός των θυμάτων θα ήταν μικρότερος. Χωρίς αυτή την τεχνολογική βοήθεια οι δυνατότητες των υποψήφιων θυμάτων να διαφύγουν θα ήταν ασφαλώς περισσότερες. Λίγες ώρες προτού εκτελεστεί, ο Αιχμαν ρωτήθηκε ως «ειδικός» από τον Ισραηλινό διευθυντή της φυλακής του: τι θα έπρεπε να είχαν κάνει οι Εβραίοι για να σωθούν; Ο εγκληματίας πολέμου απάντησε χωρίς δισταγμό: «Να εξαφανιστούν, να εξαφανιστούν. Το πιο αδύνατο σημείο μας ήταν η περίπτωση να εξαφανιστούν οι Εβραίοι πριν συλληφθούν και κλειστούν στα στρατόπεδα. Οι μονάδες των SS ήταν αριθμητικά πολύ μικρές, έτσι ώστε ακόμα και όταν μας βοηθούσε η αστυνομία της κάθε χώρας με όλες της τις δυνάμεις, υπήρχαν 50% πιθανότητες στους Εβραίους να διαφύγουν. Η μαζική φυγή θα σήμαινε καταστροφή για μας». Αυτή, λοιπόν, τη μαζική φυγή και την «εξαφάνιση» εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό η προηγμένη τεχνολογία καταγραφής και ελέγχου του πληθυσμού που εξασφάλισε στο ναζιστικό καθεστώς η συνεργασία της IBM.

(Ελευθεροτυπία, 3/3/2001)

 

www.iospress.gr