Την τελευταία στιγμή απέφυγαν οι βουλευτές να νομιμοποιήσουν τη σεξουαλική δουλεία των ξένων γυναικών



Η κρυφή γοητεία της μαστροπείας


"Δουλεμπόριο και μαστροπεία, με το νόμο!"
                («Η ΑΥΓΗ», 27/3/2001) 


ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟ, όλα καλά; Οχι ακριβώς. Γιατί το περιβόητο άρθρο 34 απαλείφθηκε μεν από το νόμο για τη μετανάστευση, η σχετική ωστόσο συζήτηση στη Βουλή απέδειξε ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για ουσιαστική αντιμετώπιση ενός σοβαρότατου κοινωνικού προβλήματος που τροφοδοτεί μία από τις πλέον ανθηρές νεοελληνικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ο λόγος, προφανώς, για την "κρυφή" πορνεία, πολύ 
συχνά καταναγκαστική, ανήλικων και ενήλικων ξένων γυναικών, η οποία ασκείται συστηματικά στα άπειρα "ειδικά" κέντρα διασκέδασης που ξεφύτρωσαν τα τελευταία χρόνια και στο ταπεινότερο χωριό της επικράτειας. 

Είναι αλήθεια πως το άρθρο 34 χαρακτηρίστηκε εξαρχής σκανδαλώδες, καθώς, για να δανειστούμε τα λόγια σχετικού κειμένου του Φεμινιστικού Κέντρου, "προήγε τη σωματεμπορία των αλλοδαπών γυναικών, νομιμοποιούσε τους μαστροπούς και απέκλειε τη δυνατότητα από τις γυναίκες-θύματα των κυκλωμάτων να απεμπλακούν από αυτά". Αποκαλύφθηκε έτσι ότι πίσω από την "ουδέτερη" τεχνική γλώσσα του νομοσχεδίου και της συνοδευτικής εισηγητικής έκθεσης (κεφάλαιο Η', "Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών καλλιτεχνών για απασχόληση σε κέντρα διασκέδασης", άρθρα 34 και 35) κρυβόταν η πρόθεση να ρυθμιστούν νομοθετικά μερικά από τα πολλά ζητήματα που σχετίζονται με την ευρύτατα διαδεδομένη σεξουαλική εκμετάλλευση ξένων γυναικών στην Ελλάδα.

Δεν επρόκειτο απλώς για την υποκριτική -και κατ' ευφημισμόν- χρήση της έννοιας "αλλοδαπός καλλιτέχνης" προκειμένου να κατονομαστούν οι στρατιές των δύσμοιρων γυναικών που εισάγονται στη χώρα για να ικανοποιήσουν την υψηλή εγχώρια ζήτηση. Το κεφάλαιο Η' του νομοσχεδίου καθόριζε με υπερβάλλουσα κατανόηση τους όρους της ιδιότυπης "εισαγωγής", αναδεικνύοντας εντέλει τα κυκλώματα της νύχτας σε συνομιλητές των αρμόδιων αρχών και παραβιάζοντας το σκληρό πυρήνα των διεθνών 
συμβάσεων για την καταπολέμηση της σωματεμπορίας. 

Πόντιοι Πιλάτοι

Η ομόθυμη καταγγελία του άρθρου 34 από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και η τελική απόσυρσή του από την αρμόδια υπουργό έχει ασφαλώς τις θετικές της πλευρές. Αποφεύχθηκε η νομοθετική διευθέτηση μιας -τυπικά- έκνομης 
επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αλλά η ουσία του προβλήματος παρέμεινε 
ανέγγιχτη: Σε τρεις αλλεπάλληλες συνεδριάσεις (20, 27 και 28 Μαρτίου), οι 
εκπρόσωποι των κομμάτων συμφώνησαν μεν ως προς την ακαταλληλότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης, έδειξαν ωστόσο ότι δεν έχουν την παραμικρή πρόθεση να ενδιαφερθούν ουσιαστικά για τα θύματα της καταναγκαστικής πορνείας. Οι παρεμβάσεις τους περιορίστηκαν στο "ξήλωμα" του άρθρου 34, αλλά δεν προχώρησαν στην πρόταση μέτρων που να θέτουν πραγματικά εμπόδια στην ευρύτατα διαδεδομένη σεξουαλική εκμετάλλευση ξένων γυναικών ή να προβλέπουν την αυστηρή τιμωρία των εγχώριων σωματεμπόρων. 

Στο κλίμα αυτό, η αντίθεση στο άρθρο 34 υπήρξε ώς ένα βαθμό "τεχνική", όπως "τεχνικοί" ήταν και οι λόγοι που, σύμφωνα με τους εισηγητές του, καθιστούσαν απαραίτητη την παρουσία του στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Η ανταλλαγή των απόψεων επικεντρώθηκε έτσι στην εξαρχής υπονομευμένη απόπειρα για έναν ορισμό της έννοιας "αλλοδαπός καλλιτέχνης", μολονότι κανείς δεν είχε στο μυαλό του κάτι διαφορετικό από αυτό που υπαινίσσονταν εμμέσως πλην σαφώς οι συντάκτες του άρθρου. Η αμφιθυμία των ομιλητών προκύπτει εξάλλου καθαρά από την αλλαγή της πλεύσης τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης: οι περισσότεροι ξεκίνησαν με την πρόθεση να εισηγηθούν κάποιες επιμέρους "βελτιώσεις" και κατέληξαν να ζητούν την απάλειψή του από το νομοσχέδιο. Ενδιαφέρον έχει από την άποψη αυτή και η στάση τόσο της αρμόδιας υπουργού Βάσως Παπανδρέου όσο και του υφυπουργού Λεωνίδα Τζανή: έσπευδαν και οι δύο να υιοθετήσουν κάθε πρόταση για "σκλήρυνση" του αμφιλεγόμενου άρθρου (μεγαλύτερες ποινές για τους παραβάτες, αυστηρότερος έλεγχος κέντρων και καταστηματαρχών, έγγραφα που να αποδεικνύουν την επαγγελματική ιδιότητα του εισαγόμενου καλλιτέχνη κ.ο.κ.). Απέδειξαν έτσι ότι θεωρούσαν απαραίτητη τη συναίνεση της αντιπολίτευσης έχοντας αποφασίσει να μη χρεωθούν μονάχοι το απαράδεκτο άρθρο. Δεν τα κατάφεραν και το άρθρο 34 αποσύρθηκε.

Το πρόβλημα παραμένει 

Οι βουλευτές γλίτωσαν έτσι από ένα πραγματικό ρεζίλεμα, έδειξαν ωστόσο για ακόμη μια φορά την αδιαφορία τους για τα πραγματικά θύματα της εισαγόμενης πορνείας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί η παράδοξη, αν μη τι άλλο, συλλογική απουσία των γυναικών βουλευτών από τη συζήτηση. Εκτός από την αρμόδια υπουργό, ούτε μία άλλη βουλευτής δεν εμφανίζεται στα Πρακτικά των συνεδριάσεων να ζητεί το λόγο, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά ότι κακώς το φύλο της πολιτικού ταυτίζεται τόσο αυτονόητα με το φύλο της πολιτικής που ασκεί. Σε αντίθεση, πάντως, με τις εντός Κοινοβουλίου ομόφυλές τους, οι γυναίκες του Φεμινιστικού Κέντρου Αθήνας 
είχαν δραστηριοποιηθεί εγκαίρως, πιέζοντας τη Γραμματεία Ισότητας και τα κόμματα να πολεμήσουν κατά του σκανδαλώδους άρθρου. Σε κείμενό τους που μοιράστηκε τον Ιανουάριο, οι ομάδες του Φεμινιστικού Κέντρου απαιτούσαν την απάλειψη του άρθρου 34, εντόπιζαν ωστόσο και άλλες διακρίσεις σε βάρος των μεταναστριών στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Αναφερόμαστε ενδεικτικά στο αίτημά τους για αναγνώριση της βίας κατά των γυναικών στο οικογενειακό πλαίσιο ως λόγου αυτόνομης νομιμοποίησής 
τους, καθώς και στην επισήμανσή τους ότι η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των γυναικών (αναγκαστικός γάμος, ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων, κακοποίηση κ.ο.κ.) πρέπει να θεωρείται επαρκής λόγος για την παροχή ασύλου. 

Είναι βέβαιο ότι πίσω από την απόσυρση του άρθρου 34 βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η καμπάνια που διεξήγαγε τους τελευταίους μήνες το Φεμινιστικό Κέντρο με τη συνδρομή και άλλων γυναικείων και αντιρατσιστικών οργανώσεων. Μόνο που η σχετική ενασχόληση των φεμινιστικών ομάδων δεν ολοκληρώνεται με την απάλειψη του απεχθούς άρθρου. Ούτως ή άλλως, στα αιτήματα που είχαν υποβάλει στα κόμματα πριν από τη συζήτηση του νομοσχεδίου περιλαμβάνονταν και άλλες σοβαρές πτυχές της υπόθεσης που συναντούν την αδιαφορία των αρμοδίων. Μία από τις σημαντικότερες 
αφορά την προστασία των γυναικών που έχουν οδηγηθεί στην καταναγκαστική πορνεία και είτε πέφτουν στα χέρια της αστυνομίας είτε καταφέρνουν να το σκάσουν και ζητούν τρόπο διαφυγής από τους μαστροπούς τους.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο: Σε υπόμνημά της του 1999 προς τη Γενική Γραμματεία Ισότητας, η Φεμινιστική Πρωτοβουλία ενάντια στην καταναγκαστική πορνεία των αλλοδαπών γυναικών περιγράφει τους φραγμούς που ορθώνονται μπροστά στις γυναίκες-θύματα της καταναγκαστικής πορνείας κάθε φορά που θα προσφύγουν στη βοήθεια του κράτους. Καθώς από τότε τίποτε δεν άλλαξε ουσιαστικά, το υπόμνημα περιλήφθηκε και στο φάκελο που μοιράστηκε στα κόμματα ενόψει της συζήτησης στη Βουλή. Αλλά, εκτός της φωτεινής εξαίρεσης του βουλευτή του ΚΚΕ Νίκου Γκατζή, οι βουλευτές δεν φάνηκαν να ενδιαφέρονται για την τύχη των γυναικών αυτών ώστε να ασχοληθούν ιδιαίτερα με το τι τις περιμένει όταν από τα χέρια του προαγωγού βρεθούν στο κελί της Γενικής Ασφάλειας. 

Οπως εξηγείται στο υπόμνημα, οι αλλοδαπές που συλλαμβάνονται σε επιχείρηση της αστυνομίας κρατούνται για αρκετό διάστημα σε κάποιο αστυνομικό τμήμα της χώρας και στη συνέχεια μπαίνουν στον κατάλογο για απέλαση. Μέχρι τότε ζουν σε συνθήκες φυλάκισης. Απαράδεκτες είναι οι συνθήκες κράτησής τους στη Γενική Ασφάλεια, όπου στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, ταλαιπωρούνται από το θόρυβο, το συνεχώς αναμμένο φως, την έλλειψη επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και βρίσκονται στο έλεος των αστυνομικών. Οταν έρθει η ώρα της απέλασης, οι γυναίκες επιβιβάζονται σε 
τρένο ή λεωφορείο, οπότε, πολύ συχνά, έξω από τα ελληνικά σύνορα τις περιμένουν μαστροποί για να τις γυρίσουν πίσω με διαφορετικό πιθανώς όνομα, αλλά για την ίδια πάντοτε δραστηριότητα. Πανομοιότυπη μεταχείριση έχουν και όσες καταφέρουν να ξεφύγουν από τα νύχια των κυκλωμάτων και εμφανίζονται πρόθυμες να καταγγείλουν τους σωματέμπορους στην αστυνομία. Αν πάλι, ξέροντας τι τις περιμένει, απευθυνθούν σε τρίτους, όπως συνέβη για παράδειγμα με τις κοπέλες που κατέφυγαν προ καιρού στην εκπομπή του Μ. Τριανταφυλλόπουλου, κινδυνεύουν και πάλι να βρεθούν στα χέρια της αστυνομίας.

Διαφορετική είναι προφανώς η τύχη των γυναικών που ζητούν τη βοήθεια 
αντιρατσιστικών ή φεμινιστικών ομάδων. Στο υπόμνημά της, η Φεμινιστική 
Πρωτοβουλία αναφέρεται συγκεκριμένα στις κατά καιρούς προσπάθειές της να εξασφαλίσει στέγη, τροφή, διαβατήριο και αεροπορικό εισιτήριο σε κοπέλες που δραπέτευσαν από το μαστροπό τους και επιθυμούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ομάδες προσπαθούν να διευθετήσουν εκ των ενόντων ζητήματα όπως η φιλοξενία των κοριτσιών και η συλλογή χρημάτων για την κάλυψη των άμεσων αναγκών τους (τρέχοντα έξοδα, διαβατήριο, εισιτήριο, πρόστιμο 50.000 δραχμών κατά την έξοδό τους από τη χώρα, εφόσον δεν μπορεί να διαπιστωθεί η νομιμότητα της εισόδου τους). Από την πλευρά της, η Γενική Γραμματεία Ισότητας δεν έχει τη θεσμική δυνατότητα να βοηθήσει αποτελεσματικά, ενώ ο μοναδικός (!) ξενώνας κακοποιημένων γυναικών στη χώρα έχει δυναμικότητα έντεκα μόνο κρεβατιών και, ακόμη και αν έχει θέση, απαιτεί από τις γυναίκες ιατρικές εξετάσεις που για να ολοκληρωθούν χρειάζονται δέκα ημέρες. 

Το συμπέρασμα είναι προφανές: Οσο θα παραμένει ανεύρετη η κοινωνική εκείνη πολιτική που θα αντιμετωπίζει τις γυναίκες αυτές ως υποκείμενα δικαιωμάτων, οι βουλευτές που διέρρηξαν τα ιμάτιά τους κατά του άρθρου 34 δύσκολα θα μπορέσουν να συνεχίσουν ανενόχλητοι το μακάριο ύπνο τους.   



(Ελευθεροτυπία, 21/4/2001)

 

www.iospress.gr