Αστυνομία, δικαστές και Τύπος στην υπηρεσία του κοινωνικού στιγματισμού



Τα επιτεύγματα του φαιο-κιτρινισμού


"ΣΟΚ! Δάσκαλος και φορέας AIDS συνελήφθησαν στη 'Συγγρού' του Βόλου"
                («Η ΑΥΓΗ», 27/3/2001) 


Μέρες της μαύρης επετείου του πραξικοπήματος της "21ης Απριλίου" έμελλε να συμβεί μια ανατριχιαστική ιστορία καθημερινού φασισμού. Περιοριζόμενος αποκλειστικά στο αστυνομικό και δικαστικό μέρος της υπόθεσης, ο ποινικολόγος Ευτύχης Φυτράκης, αναφερόμενος κυρίως στη μεταχείριση του πάσχοντος από AIDS πολίτη, κρίνει ότι πρόκειται για ακραίο φαινόμενο, που "αγγίζει τα όρια της απάνθρωπης συμπεριφοράς".

Ας δούμε βήμα βήμα τα γεγονότα. Δύο Αθηναίοι φίλοι και συγκάτοικοι είχαν πάει πασχαλινή εκδρομή στον Βόλο. Το βράδυ της Μ. Τρίτης τα λαγωνικά του τμήματος Ασφαλείας της πόλης τούς ...εντόπισαν στο Ι.Χ. τους (ίσως γιατί έφερε ύποπτες αθηναϊκές πινακίδες). Ακολούθησε ο συνήθης έλεγχος στοιχείων. Με ιδιαίτερο ζήλο τα όργανα προχώρησαν περισσότερο. "Σε έρευνα που κάναμε στο αυτοκίνητο -καταθέτει προανακριτικά ο αρχιφύλακας Τριανταφύλλου- βρήκαμε μέσα σε μεταλλικό κουτί, που ήταν τοποθετημένο στη θήκη της πόρτας του συνοδηγού, μια ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης (χασίς) σε φούντα, βάρους 2,3 γραμμαρίων. Σε ερώτησή μου ποιανού ήταν το χασίς, ο (...) μου απάντησε ότι ήταν δικό του και το είχε αγοράσει στην Αθήνα από άγνωστο Αθίγγανο αντί του ποσού των 5.000 δρχ. Επίσης μου είπε ότι νωρίτερα είχε κάνει χρήση χασίς και είχε κεράσει τον φίλο του (...). Κατόπιν αυτού κατασχέσαμε το χασίς και τους οδηγήσαμε στο τμήμα Ασφαλείας".

Η συγκεκριμένη πρακτική των αστυνομικών, παρότι είναι νομότυπη, είναι σπάνια. Καθημερινά, σε όλη τη χώρα, δεκάδες παρόμοια περιστατικά δεν οδηγούνται στον εισαγγελέα. Οι αστυνομικοί απλώς κατάσχουν τις μικροποσότητες και συμβουλεύουν το χρήστη στο εξής να προσέχει και να φροντίσει να απαλλαγεί από την κακή του συνήθεια. Αλλά κι αν φτάσει μια ανάλογη υπόθεση στο ακροατήριο, πολύ συχνά οι δικαστές απαλλάσσουν τους κατηγορούμενους. Στην περίπτωσή μας, όμως όλα λειτούργησαν διαφορετικά. Μάλλον, όπως μας καταγγέλλουν οι συλληφθέντες, θα τους... υποψιάστηκαν για το "έγκλημα της ομοφυλοφιλίας". Αλλωστε, όπως πρόσφατα γράψαμε (ΙΟΣ, 8/4/2001) σε "επιστημονικό" φυλλάδιό της η ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζει να ταυτίζει τους "κίναιδους" με το έγκλημα, γράφοντας το Σύνταγμα στα παλιά της τα παπούτσια.

Η συνέχεια ήταν εφιαλτική. Το γεγονός ότι ο ένας από τους δύο φίλους ήταν εκπαιδευτικός και ο άλλος (όπως εξομολογήθηκαν στη συνέχεια στον αξιωματικό υπηρεσίας) έπασχε από AIDS, φαίνεται να ερέθισε όλα τα σχετικά ταπεινά ανακλαστικά κάποιων στην Ασφάλεια, οι οποίοι αμέσως φρόντισαν να τροφοδοτήσουν ορισμένα γνωστά τους δημοσιογραφικά αρπακτικά και, βεβαίως, να τους στείλουν στον εισαγγελέα. 

Στα νύχια του Τύπου

Ενώ οι δύο κατηγορούμενοι, την επομένη το μεσημέρι, μεταφέρονταν σιδεροδέσμιοι (!) από το κρατητήριο στο αυτόφωρο, διασχίζοντας πεζή ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο του Βόλου, τα δημοσιογραφικά τηλέφωνα έπαιρναν φωτιά. Τι κι αν τελικά ο ένας (ο εκπαιδευτικός) αθωώθηκε και ο άλλος, παρότι άρρωστος και χωρίς οποιοδήποτε βεβαρημένο παρελθόν, καταδικάστηκε σε 40 μέρες φυλάκιση για κατοχή 2,3 γραμμαρίων και χρήση χασίς -που ήταν ούτως ή άλλως και η μοναδική κατηγορία που αντιμετώπιζαν; Αντί να σχολιαστεί η αυστηρότητα ενός κατασταλτικού συστήματος και, ιδίως, η περιορισμένη ευαισθησία του δικαστηρίου, που τιμωρεί έναν άρρωστο και φιλήσυχο άνθρωπο, έγινε ακριβώς το αντίθετο. Η εφημερίδα "Θεσσαλία" και η "Βραδυνή" (των Αθηνών), σε πρωτοσέλιδά τους, τη Μ. Πέμπτη (19/4), έδωσαν, πρώτες αυτές, μαθήματα δημοσιογραφικού κιτρινισμού και κοινωνικού ρατσισμού, διαστρέφοντας βάναυσα την αλήθεια.

"Εκαναν πιάτσα", "ο ένας ήταν δάσκαλος" (σε σχολείο που αναφέρεται συγκεκριμένα, ώστε να μην παραμείνει η παραμικρή αμφιβολία για την ταυτότητά του), "ο άλλος, σύμφωνα με την Αστυνομία, πάσχει από Aids", "παρενοχλούσαν σεξουαλικά διερχόμενους", "είχαν χασίς", γράφει η "Θεσσαλία". Η "Βραδυνή", ακόμα πιο στρατευμένη στις απόψεις των "πηγών" της, γράφει: "Αφωνοι έμειναν οι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Βόλου, όταν διαπίστωσαν ότι ένας δάσκαλος κι ένας φορέας του AIDS έψαχναν για ερωτικό σύντροφο σε πιάτσα ομοφυλοφίλων". "Δεν έγινε γνωστό αν ο (φορέας του AIDS) είχε σεξουαλική επαφή όσο βρίσκονταν στην περιοχή του Βόλου και αν είχε πάρει μέτρα προφύλαξης". "Οι αστυνομικοί έστειλαν έγγραφο στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και τους ενημερώνουν για το περιστατικό και τη συμπεριφορά του δασκάλου". Για να αντιληφθούμε καλύτερα το μηχανισμό δημοσιογραφικής διαπόμπευσης και στιγματισμού ανθρώπων, μόνο και μόνο γιατί η Αστυνομία τούς χαρακτηρίζει "επικίνδυνους ομοφυλόφιλους που κάνουν πιάτσα και κατέχουν χασίς", δεν έχουμε παρά να δούμε στο ίδιο φύλλο της "Θεσσαλίας" το χειρισμό μιας άλλης, ισοδύναμης τυπικά, είδησης του αστυνομικού δελτίου, πάλι με επιβάτες αυτοκινήτου που κατείχαν μικροποσότητα χασίς για δική τους χρήση. Ομως, αυτοί δεν ήταν "ομοφυλόφιλοι", ήταν απλώς (όπως γράφτηκε σε ένα σεμνό, ολιγόλογο κειμενάκι) "ένας 17χρονος μουσικός και ένας 28χρονος τεχνικός, επιβάτες ενός επιβατικού αυτοκινήτου στον κόμβο Στεφανοβικείου, που οι αστυνομικοί οι οποίοι τους σταμάτησαν για έλεγχο βρήκαν στην κατοχή τους χασίς".

Την επομένη, τη σκυτάλη παίρνει η εξειδικευμένη σε σχετικά ζητήματα νέα εφημερίδα ESPRESSO, που καθώς φαίνεται εξελίσσεται σε... ομοσπονδιακό όργανο των ανά τη χώρα κίτρινων ΜΜΕ: "Ζευγάρι ομοφυλοφίλων ψάρευε σύντροφο στην πλατεία του Βόλου. 38χρονος δάσκαλος μαζί με το φίλο του δικηγόρο συνελήφθησαν. Ανάστατοι είναι οι γονείς (σ.σ. αναφέρεται η γειτονιά και το σχολείο) μετά από πρωτοσέλιδο δημοσίευμα εφημερίδας της Μαγνησίας...". Η ESPRESSO είχε προχωρήσει το ρεπορτάζ, έστω κι αν αυτό δεν επιβεβαίωνε με κανένα τρόπο την επιθυμία της για μεγάλο σκάνδαλο και βέβαια δεν αναλογούσε στα χτυπήματα του προαναφερόμενου τίτλου. Αλλά τι σημασία είχε;

Στο πρώτο μέρος αντέγραψε τις ρατσιστικές τερατολογίες των συναδέλφων της ("Θεσσαλίας" και "Βραδυνής") και μετά έστησε καρτέρι στους δύο ταλαιπωρημένους πολίτες, στο σπίτι τους στην Αθήνα πια, για να καλύψει... και τη δική τους πλευρά. Ετρεξε να βρει το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων και τους ανθρώπους της περιοχής, ώστε να τους υποχρεώσει να "αναστατωθούν". Δεν τα κατάφερε. Οι γονείς πίστευαν και πιστεύουν ότι ο εκπαιδευτικός είναι από τους καλύτερους που πέρασαν ποτέ από το σχολείο. "Σημασία για μας -είπαν οι γονείς, προς τιμήν τους- έχει το γεγονός ότι είναι άριστος στη δουλειά του και δεν θα εξετάσουμε την προσωπική του ζωή". Αλλωστε, όπως αναφέραμε, ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός και τυπικά είναι άμεμπτος, αφού αθωώθηκε από το δικαστήριο.

Το κακό ωστόσο δεν είχε τελειωμό. Οι δύο κακότυχοι φίλοι, παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των ανθρώπων της ESPRESSO ότι δεν επρόκειτο να δημοσιευθούν τα ονόματα και οι φωτογραφίες τους, αλλά μόνο η αλήθεια, είδαν στο φύλλο της "21ης Απριλίου" τη λάσπη να έχει πια μπει στον ανεμιστήρα. Κάτω από τον τυπικά κίτρινο τίτλο "Τι είπε στην ESPRESSO ο δάσκαλος που συνελήφθη για σεξουαλική παρενόχληση", δίνεται ένα ρεσιτάλ διασυρμού αθώων πολιτών υπογεγραμμένο από την ΠΕΤΙΑ ΣΑΛΗΚΥΡΙΑΚΗ... Και φωτογραφίες των ίδιων και της πολυκατοικίας όπου ζουν, και τα ονόματά τους και ανακύκλωση όλου του ανυπόστατου αλλά τόσο γαργαλιστικού υλικού. Ξανά το πόσο αναστατώθηκε το σχολείο (που φαίνεται ευκρινέστατα ποιο είναι και σε φωτογραφία), ξανά η ανάλυση για το αν συνελήφθησαν "εκεί που γίνεται πιάτσα", ξανά το αγωνιώδες ερώτημα για το αν ευσταθεί "η κατηγορία για ομοφυλοφιλία" κ.ο.κ.

Κίτρινο άλλοθι

Η ιστορία που αφηγηθήκαμε δεν διαθέτει την παραμικρή πρωτοτυπία. Καθημερινά, δεκάδες πολίτες υφίστανται την τύχη των δύο φίλων χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αμυνθούν. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν πρέπει να εντοπιστεί στον υπερβάλλοντα ζήλο των λαγωνικών της Ασφάλειας Βόλου ούτε στην τυπολατρία κάποιων κοντόφθαλμων δικαστών, ανίκανων να αρθούν πάνω από το γράμμα ενός αρχαϊκού και κοινωνικά ανάλγητου νόμου. Η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται -για ακόμη μία φορά- στην ευκολία με την οποία μια όχι και τόσο ευκαταφρόνητη μερίδα του Τύπου προχωρεί σε ανθρωποθυσίες, αδιαφορώντας απολύτως για τις συνέπειες που καλούνται να πληρώσουν τα εκάστοτε θύματά τους. Η τόσο αγαστή συνεργασία με την Αστυνομία που λειτουργεί συστηματικά ως βασική δεξαμενή άντλησης "ειδήσεων" αυτού του είδους, συνιστά μια δευτερεύουσα πτυχή του ζητήματος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η πολυσυζητημένη δημοσιογραφική δεοντολογία χλευάζεται καθημερινά από τις πρακτικές αυτού του Τύπου, επικροτούμενη μάλιστα από μέρος της λεγόμενης κοινής γνώμης που σπεύδει να την ανταμείψει χαρίζοντας φύλλα στα κίτρινα έντυπα και υψηλά ποσοστά τηλεθέασης στα κίτρινα κανάλια.

Η διαδικασία διαμόρφωσης των κριτηρίων του κοινού και, στη συνέχεια, η επίκλησή τους ως λόγου "πίεσης", που ωθεί, τους δημοσιογράφους στον κιτρινισμό, είναι γνωστή και δεν προβλέπεται να λυθεί άμεσα. Αυτό που εκκρεμεί και επείγει, κι ας μην αποτελεί κύρια προτεραιότητα του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού, είναι η περιφρούρηση ενός επαγγέλματος από κομμάτια του ίδιου του του εαυτού.  



(Ελευθεροτυπία, 28/4/2001)

 

www.iospress.gr