Αύριο τιμούμε τις μητέρες. Μήπως, όμως, συμμετέχουμε στην ετήσια κοροϊδία τους;



Τι σου κάνουν, μάνα μου!

 

"Μέρα μνήμης, αλλά και στοργής"
                ("Ελευθεροτυπία", 10/5/1999)



Ημέρα της Μητέρας αύριο, και η ετήσια τελετουργία προς τιμήν των μανάδων απανταχού της επικράτειας έχει ήδη ξεκινήσει: επίσημοι χαιρετισμοί, τρυφερά -έστω και καθ' υπαγόρευσιν- παιδικά λογάκια, αυξημένη κίνηση στα ανθοπωλεία, διαμαρτυρίες των γυναικείων οργανώσεων για υποσχέσεις της πολιτείας που δεν τηρήθηκαν. Από κοντά και η επετειακή πολιτική χρήση της μητρότητας από άτομα και φορείς που κάθε χρόνο τέτοια ημέρα σκύβουν όλο συγκίνηση στα προβλήματα των γυναικών, αλλά και οι γνώριμες πια αναφορές των εθνικώς ανησυχούντων στους "απειλητικούς" δείκτες του δημογραφικού.
Πώς, όμως, μας προέκυψε αυτή η ημέρα που, όπως κάθε αντίστοιχη "γιορτή" προς τιμήν κάποιας ιδιαίτερης (κοινωνικής ή πληθυσμιακής) κατηγορίας, κινδυνεύει να καταντήσει -αν υποθέσουμε ότι δεν έχει ήδη καταντήσει- ένα ετήσιο υποκριτικό χαϊδολόγημα των αφτιών, μια επέτειος που αποκοιμίζει, αντί να ξυπνά, τις συνειδήσεις; Πότε άρχισε να γιορτάζεται και γιατί; Ποιες υπήρξαν οι διαδρομές της -και οι μεταμφιέσεις της- στο πέρασμα του χρόνου; Πότε πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα; Και, κυρίως, ποιες οι σχέσεις της με την άλλη μεγάλη "γιορτή" των γυναικών, την περίφημη 8 του Μάρτη; Σχέσεις φιλικής ουδετερότητας ή ανοιχτής αντιπαλότητας; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν είναι εύκολες, καθώς το συναρπαστικό ιστορικό της Ημέρας της Μητέρας παραμένει εν πολλοίς άγνωστο - και όχι μόνο στην Ελλάδα. Ετσι, στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να δώσουμε ένα χονδροειδές περίγραμμα του άγραφου ακόμη χρονικού της ημέρας και να διατυπώσουμε κάποιες πρώτες υποθέσεις για τον ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο της - αρχικά ως αντίβαρου, αργότερα ως επικουρικού συμπληρώματος της 8ης Μαρτίου.

Οι μακρινές απαρχές...

Πρέπει να μεταφερθούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα για να ανιχνεύσουμε την προϊστορία της Ημέρας της Μητέρας. Με τη Διακήρυξη της Ημέρας της Μητέρας, η Τζούλια Γουόρντ Χάου καλούσε ήδη στα 1870 τις γυναίκες να συνειδητοποιήσουν τις ολέθριες συνέπειες των πολέμων και τους ζητούσε να στρατευτούν στην υπόθεση της ειρήνης. Το αίτημα για μια ημέρα αφιερωμένη στις μητέρες επανήλθε με μεγαλύτερη έμφαση στις αρχές του 20ού αιώνα χάρη στις προσπάθειες της δασκάλας Αννα Τζάρβις, η οποία θέλησε να αφιερώσει τη δεύτερη Κυριακή του Μαϊου στη μνήμη της μητέρας της, Αννα Ριβς Τζάρβις, που είχε πεθάνει στις 9 Μαϊου 1905. Η γυναίκα αυτή είχε αγωνιστεί μετά τη λήξη του αμερικανικού Εμφυλίου για τη συμφιλίωση των αντίπαλων στρατοπέδων διοργανώνοντας, μεταξύ άλλων, μια Ημέρα των Μητέρων για τη Φιλία. Με την επιμονή της κόρης της, η μνήμη της Αννα Ριβς Τζάρβις άρχισε να τιμάται δειλά από την Εκκλησία των Μεθοδιστών, στην οποία ανήκε. Στα 1908, η λειτουργία της δεύτερης Κυριακής του Μαϊου αφιερώθηκε στη μνήμη της και η κόρη μοίρασε στους παρευρισκόμενους λευκά γαρίφαλα, το αγαπημένο λουλούδι της μητέρας της. Στα 1910, ο κυβερνήτης της Δυτικής Βιρτζίνια ανακήρυξε τη δεύτερη Κυριακή του Μαϊου Ημέρα της Μητέρας και την επόμενη χρονιά το παράδειγμά του ακολούθησαν πολλές Πολιτείες, καθώς και κράτη της Ασίας και της Αφρικής. Στα 1912, ιδρύθηκε η Διεθνής Οργάνωση της Ημέρας της Μητέρας με στόχο την καθιέρωση της γιορτής σε όλο τον κόσμο. Το 1913 αποφασίστηκε ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, όφειλαν την δεύτερη Κυριακή του Μαϊου να φορούν ένα άσπρο γαρίφαλο στο πέτο και το 1914 ο Γ. Ουίλσον υπέγραψε την επίσημη καθιέρωση της Ημέρας.
Η συνέχεια υπήρξε τραγική για την εμπνεύστρια της Ημέρας της Μητέρας. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η μαχητική Τζάρβις παρακολουθούσε με απόγνωση τη γιορτή της να εκφυλίζεται σε μια τεράστια εμποροπανήγυρη. Στα 1923, επιχείρησε να εμποδίσει δικαστικά εκδηλώσεις που κατά τη γνώμη της εμπορευματοποιούσαν την ημέρα, κάποτε μάλιστα συνελήφθη, όταν προσπάθησε να σταματήσει κάποιες γυναίκες που πουλούσαν άσπρα γαρίφαλα. Λίγο προτού πεθάνει πάμφτωχη, λησμονημένη και τυφλή στα 1948, η Αννα Τζάρβις δήλωνε σε δημοσιογράφο πως είχε μετανιώσει οικτρά που πάλεψε για την καθιέρωση της Ημέρας της Μητέρας. 

Και οι κοντινές χρήσεις

Αν οι αμερικανικές απαρχές της Ημέρας της Μητέρας την τοποθετούν στην ειρηνιστική γυναικεία κίνηση του 19ου αιώνα και τη συνδέουν με κάποιες χριστιανικές εκκλησιαστικές πρακτικές των αρχών του 20ού, η ευρωπαϊκή της συνέχεια θα της προσέδιδε πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σε αρκετές χώρες, η γιορτή προς τιμήν των μητέρων, αν και γνωστή μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα δυσκολευόταν πολύ να αποκτήσει την αίγλη που είχε κατακτήσει στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι αντιστάσεις των γυναικών υπήρξαν σθεναρές στην προσπάθεια των αρχών να καλύψουν πίσω από τη λατρεία της μητρότητας την απροθυμία τους να παραχωρήσουν στις γυναίκες τα στοιχειώδη δικαιώματά τους. Ετσι, η "αναβάθμιση" της Ημέρας της Μητέρας από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Στα 1935, η χιτλερική Γερμανία αποφάσιζε να μετατρέψει την Ημέρα της Μητέρας σε εθνική γιορτή, κίνηση που θα ακολουθούσε στα 1941 και το καθεστώς του Βισί, ανακηρύσσοντας τη γιορτή των μητέρων σε μια βαρύνουσας σημασίας γιορτή του πεταινικού κράτους. Αυτή η εκ των άνω επιβολή της Ημέρας της Μητέρας ως συμβολικής κρατικής τελετουργίας ερμηνεύεται ως συνέπεια της επιθυμίας των φασιστικών καθεστώτων να προπαγανδίσουν την επιστροφή ή/και παραμονή των γυναικών στο σπίτι τους και τους παραδοσιακούς τους ρόλους. Συνδυάζοντας τα δημόσια εγκώμια με τους ιδιωτικούς επαίνους (υποχρεώνοντας, για παράδειγμα, τους μαθητές να απευθύνουν υμνητικά γράμματα στη μητέρα τους), τα καθεστώτα αυτά καλλιέργησαν μια αυστηρά διχοτομική αντίληψη για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων που έμελλε να επιβιώσει και μετά την κατάρρευσή τους. 
Στην ελληνική της εκδοχή, η Ημέρα της Μητέρας γιορτάζεται για πρώτη φορά στα 1929 με κοινή πρωτοβουλία του Πατριωτικού Ιδρύματος και του Λυκείου των Ελληνίδων, το Τμήμα Μητέρων και Παιδαγωγών του οποίου αναλαμβάνει την ετήσια προετοιμασία της. Η ελληνική γιορτή παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητές της. Οι διοργανώτριές της την τοποθετούν την ημέρα της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου), θέλοντας να υπογραμμίσουν την ορθόδοξη και συνάμα ελληνική ταυτότητά της. Εκτός αυτού, επιλέγουν ένα τυπικό του εορτασμού που θα διατηρηθεί σχεδόν αναλλοίωτο ως τη δεκαετία του '60: δοξολογία στη Μητρόπολη, βράβευση των αναλφάβητων άπορων μητέρων που αρίστευσαν στα ειδικά μαθήματα του Λυκείου, δωρεάν προβολή μιας διδακτικής ταινίας, κοσμική φιλολογική εκδήλωση στον "Παρνασσό" με ομιλίες, εγκώμια και ποιήματα με θέμα την κοινωνική σημασία της μητρότητας. Η γιορτή αποσυνδέεται προσεκτικά από τις διεθνείς πρακτικές και οι "πραγματικές" της ρίζες ανακαλύπτονται στην ελληνική αρχαιότητα. Στο κλίμα αυτό, η φιλανθρωπική και συνάμα θρησκευτική έμφαση της γιορτής ήταν λογικό να προκαλεί το σκεπτικισμό των φεμινιστριών και το χλευασμό των κομμουνιστών της εποχής, που με καμάρι αντιπαρέθεταν στην παραλυτική για τις φτωχές γυναίκες αγαθοεργία των "μεγάλων κυριών" το αγωνιστικό περιεχόμενο της δικής τους 8ης Μαρτίου. 
Δίχως θεαματικές αλλαγές, η Ημέρα της Μητέρας θα συνεχίσει να γιορτάζεται τον καιρό της μεταξικής δικτατορίας, αποτελώντας πλέον αφορμή για τη διαφήμιση του εγκλεισμού των γυναικών στο σπίτι: "Το επάγγελμα της Μητέρας είναι το ανώτερον όλων των επί γης επαγγελμάτων", διαβάζουμε στον "Δεκάλογο της Μητέρας" που προτείνει το Λύκειο των Ελληνίδων στα 1939. "Μόνον ανάγκη πραγματική δικαιολογεί την έξω της οικογενείας εργασίαν της Μητέρας". Η γιορτή αναβιώνει, πάντοτε χάρη στο Λύκειο των Ελληνίδων, αμέσως μετά τον πόλεμο, γνωρίζοντας μια ιδιαίτερη προβολή την εποχή του Εμφυλίου, κατά την οποία η Ημέρα της Μητέρας χρησιμεύει ως θαυμάσια ευκαιρία για μια συστηματική αναφορά στο "αποτρόπαιο παιδομάζωμα". Στα 1950 αποφασίζεται η διεύρυνσή της με τις λοιπές (νόμιμες) γυναικείες οργανώσεις, ενώ ένα "εμπνευσμένο μήνυμα της βασιλίσσης Φρειδερίκης" για την Ημέρα της Μητέρας του 1952 προδίδει την υψηλή υιοθέτηση -και χρήση- της επετείου. 
Τα πράγματα διαφοροποιούνται στις αρχές της δεκαετίας του '60: η γιορτή "αφελληνίζεται" και μεταφέρεται αιφνιδίως τη δεύτερη Κυριακή του Μαϊου, προκαλώντας αντιδράσεις που διήρκεσαν έως πρόσφατα (βλ. για παράδειγμα τις αντιρρήσεις γυναικών της Νέας Δημοκρατίας το 1985). Η μετατόπιση αυτή, καθώς και οι αλλαγές που συντελούνταν την ίδια εποχή στο περιεχόμενο της αριστερής 8ης Μαρτίου, επέτρεπαν πλέον τη συνύπαρξη των δύο ανταγωνιστικών εορτασμών. Εχοντας αποδεχθεί τον κατά κύριο λόγο μητρικό χαρακτήρα της πολιτικής τους δραστηριότητας, οι γυναίκες της αριστεράς μπορούσαν στο εξής να συμμετάσχουν σε μια γιορτή που τους πρόσφερε την ευκαιρία να προπαγανδίσουν τον "προοδευτικό" χαρακτήρα μιας γυναικείας πολιτικής βασισμένης στην ειρηνική και φιλάνθρωπη μητρική φύση (Βλ. για παράδειγμα τη "μητρική" εκδοχή της 8ης Μαρτίου που γιορτάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967, καθώς και κείμενα για την Ημέρα της Μητέρας που δημοσιεύτηκαν στο "Δελτίο" της αριστερής Πανελλαδικής Ενωσης Γυναικών το 1965 και 1966). 
Τις παραμονές, επομένως, της δικτατορίας είχε ήδη δρομολογηθεί η σύγκλιση των δύο βασικών "γυναικείων ημερών". Η μεταπολιτευτική τους συνέχεια θα αποδείκνυε ότι, στο εξής, τόσο η 8η Μαρτίου όσο και η Ημέρα της Μητέρας, θα βρίσκονταν ταυτόχρονα αντιμέτωπες με τις παλιές τους αμαρτίες όσο και με τις προκλήσεις των νέων καιρών: με την πολιτική δηλαδή χρήση τους, αλλά και με την εμπορευματοποίηση και την εξουδετέρωσή τους μέσα από έναν αδιαφοροποίητο, εξού και πανίσχυρο, εγκωμιαστικό λόγο.



(Ελευθεροτυπία, 12/5/2001)

 

www.iospress.gr