Η πρωτοφανής δίωξη μιας φοιτητικής παράταξης από πανεπιστημιακό δάσκαλο



Οι φοιτητές στο εδώλιο

 

"Οι πολιτικές διαφορές δεν λύνονται στα δικαστήρια"
                («ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 18/3/2001)



ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ Πέμπτη, στην Κομοτηνή εκδικάζεται μια ασυνήθιστη υπόθεση. Ενας καθηγητής Πανεπιστημίου έχει μηνύσει δέκα φοιτητές του, δηλαδή μια ολόκληρη φοιτητική παράταξη, και ζητεί την ποινική τους τιμωρία. Πρόκειται για τον κ. Γεώργιο Παπάζογλου, πρόεδρο του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης. Αφορμή της μήνυσης είναι ένα έγγραφο της Φοιτητικής Ανεξάρτητης Παράταξης προς το Φοιτητικό Σύλλογο του Πολυτεχνείου Ξάνθης, με το οποίο καταγγέλλεται η αυταρχική του συμπεριφορά και γίνεται αναφορά σε ένα δημοσίευμα των "Νέων" (29/11/1989), στο οποίο ο κ. Παπάζογλου χαρακτηριζόταν "συνεργάτης του υπεύθυνου σπουδαστικού της Ασφάλειας στην περίοδο της χούντας". 

Οποιο κι αν είναι το περιεχόμενο των φοιτητικών απόψεων, η μαζική δίωξη μιας παράταξης είναι πρωτοφανές γεγονός και προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες από όλο το πολιτικό φάσμα. Είναι αδιανόητο να οδηγεί ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος τους φοιτητές του στα δικαστήρια. Σχετικές ανακοινώσεις εκδόθηκαν από τη νεολαία ΠΑΣΟΚ ("καταγγέλλουμε και καταδικάζουμε την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης από τον καθηγητή κ. Παπάζογλου"), την ΚΝΕ ("τέτοιου είδους ενέργειες που στόχο έχουν να επιβάλουν σιγή νεκροταφείου σε όποιον έχει διαφορετική άποψη, μας γυρνάνε σε άλλες εποχές και σίγουρα βρίσκουν αντίθετους το σύνολο των φοιτητών, της νεολαίας, του δημοκρατικού λαού της"), τη νεολαία ΣΥΝ ("η υποβολή μήνυσης εναντίον φοιτητών συγκεκριμένου πολιτικού χώρου ξυπνάει στις μνήμες όλων μας στιγμές που έχουν γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ελληνική ιστορία, ξυπνά μνήμες επταετίας και γεννά συνειρμούς άσχημους για τη δημοκρατία που υπάρχει (;) σε όλο το τμήμα"), το ΔΗΚΚΙ ("η προσπάθεια ποινικοποίησης της φοιτητικής έκφρασης και η επιχειρούμενη προσπάθεια φίμωσης της νεολαίας δεν συνάδουν με το ελεύθερο και σύγχρονο πανεπιστήμιο που οραματιζόμαστε"). Ακόμα και ο βουλευτής Ξάνθης της Νέας Δημοκρατίας Αλέξανδρος Κοντός καταδίκασε "την ποινικοποίηση της ακαδημαϊκής ζωής, ιδίως όταν αυτή στρέφεται κατά φοιτητών. Είναι αυτονόητο ότι ο καθένας μπορεί να προστατεύσει την τιμή του, όταν νομίζει ότι αυτή θίγεται. Αλλά δεν θεωρώ ότι αρμόζει σε πανεπιστημιακό δάσκαλο να μηνύει φοιτητές του χωρίς να έχει εξαντλήσει τα μέσα που του παρέχει η ακαδημαϊκή δεοντολογία".

Σχετικά ψηφίσματα έχουν εκδοθεί και από το Σύλλογο Φοιτητών Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης, το Σύλλογο Φοιτητών Νομικής "Κώστας Βάρναλης", τους μεταπτυχιακούς φοιτητές του ΑΠΘ, τους μεταπτυχιακούς του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου κ.λπ. 

Περί δημοκρατικού ήθους

Στο επίκεντρο της μήνυσης του κ. Παπάζογλου βρίσκεται η αναφορά των φοιτητών στη δράση του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όταν φοιτούσε στα Γιάννινα. Η αναφορά αυτή βασίζεται σε ένα σημαντικό δεδομένο: το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης απέρριψε την υποψηφιότητα του κ. Παπάζογλου για τη θέση υφηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή το 1984, επειδή ετέθη ζήτημα "δημοκρατικού ήθους". Υπήρξαν, δηλαδή, έγγραφες μαρτυρίες δύο καθηγητών και ενός φοιτητή ότι υπήρξε συνεργάτης της χούντας. Οι μαρτυρίες αυτές μέτρησαν στην απόρριψή του από το ΑΠΘ. 

Ο κ. Παπάζογλου υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση στους τρεις κατηγόρους του. Η υπόθεση εκδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης στις 28 Νοεμβρίου 1989. Το δικαστήριο κατέληξε σε μια σολομώντεια απόφαση (αρ.11283). Κατ' αρχάς αθώωσε τους κατηγορούμενους, με το σκεπτικό ότι "απλώς μετέφεραν τα όσα είχαν πληροφορηθεί, από καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη στελέχωση του πανεπιστημίου από καθηγητές που διαπνέονται από δημοκρατικές αντιλήψεις". Από την άλλη μεριά, οι δικαστές δεν αποδέχθηκαν τις αιτιάσεις εναντίον του κ. Παπάζογλου.

Εμειναν, λοιπόν, όλοι ικανοποιημένοι. Οι καθηγητές πρώτα πρώτα, που αθωώθηκαν, αλλά και ο κ. Παπάζογλου, που χρησιμοποίησε αυτή την απόφαση ως επιχείρημα ότι "όλα όσα ανέφεραν οι δύο δημοκράτες καθηγητές ήσαν ψεύδη" (βλ. επιστολή Παπάζογλου στην «Ελευθεροτυπία», 13/6/1993).

Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, η δικαστική αυτή απόφαση δεν αναφέρει πουθενά ότι όλα αυτά "ήσαν ψεύδη". Αναφέρει απλώς ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής υπήρξε χαφιές ή συνεργάτης της Ασφάλειας ή τεταρτοαυγουστιανός". Αλλά πώς μπορούσαν να "αποδειχθούν" όλα αυτά, δεκαπέντε χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση; Οποιος συμμετείχε στην προσπάθεια αποχουντοποίησης των πανεπιστημίων το 1974-1975, γνωρίζει ότι "αποδείξεις συνεργασίας με τη χούντα" ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθούν, ακόμα και για ανθρώπους με εξόφθαλμη εμπλοκή σε ασφαλίτικους μηχανισμούς.

Αλλά ακόμα και κάτω από τις δυσκολίες αυτές, η δικαστική απόφαση του 1989 περιέχει ορισμένες αξιοπρόσεκτες διαπιστώσεις: "Αποδείχθηκε ότι ο πολιτικός ενάγων κάποιες φορές θεάθηκε να συμβαδίζει με τον τότε υπεύθυνο του σπουδαστικού τμήματος της Ασφάλειας Ιωαννίνων, υπομοίραρχο Κονιστή". Ο ίδιος ο κ. Παπάζογλου στην κατάθεσή του είχε αρνηθεί κάθε σχέση με τον Κονιστή: "Τον κ. Κονιστή δεν τον ξέρω, μόνο ακουστά (τον έχω). Αργότερα έμαθα ότι ήταν υπομοίραρχος".

Οποιος διαβάσει τα πρακτικά της δίκης αυτής μπορεί να βγάλει και άλλα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Από τη μια μεριά, στο πλευρό του κ. Παπάζογλου καταθέτει ένα μέλος του διορισμένου από τη χούντα διοικητικού συμβουλίου των φοιτητών. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται τα στελέχη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στα Γιάννινα και ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αξέχαστη ηρωική Πόπη Βουτσινά, η οποία καταθέτει το αυτονόητο: "Κατά τη γνώμη που επικρατούσε τότε, όποιος έκανε παρέα με τον Κονιστή ήταν φιλοχουντικός και πιθανόν χαφιές". 

Είναι ασφαλώς άχαρη η προσπάθεια να ανασυσταθεί το κλίμα της Μεταπολίτευσης τρεις δεκαετίες αργότερα. Ποιος ασχολείται σήμερα με τη λειψή "αποχουντοποίηση" των ΑΕΙ; Ποιος άραγε θυμάται ότι ο κ. Αλέξανδρος Κατσαντώνης είχε παυθεί οριστικά από καθηγητής από το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ως συνεργάτης της δικτατορίας; Ολοι "καθηγητή" τον ανεβάζουν και "καθηγητή" τον κατεβάζουν στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ποιος θυμάται ότι την ίδια τύχη είχε και ο Στέφανος Δεληκωστόπουλος; Τώρα τον τιμούν όλοι οι δημοκράτες στο Μέγαρο Μουσικής. Και ποιος ενοχλείται που το δεξί χέρι του Λάκη Ιωαννίδη διεκδικεί την πρυτανεία του Παντείου; Το διδακτικό προσωπικό του ιδρύματος του εκδίδει αμέσως πιστοποιητικό δημοκρατικών φρονημάτων. 

Οχι ταγματασφαλίτης, αλλά χίτης

Από όσο γνωρίζουμε, στη μεταπολιτευτική ιστορία των ΑΕΙ υπάρχει μόνο μία παρόμοια περίπτωση μαζικής, δηλαδή, μήνυσης που υπέβαλε καθηγητής σε εκπροσώπους φοιτητών, με παρεμφερές μάλιστα περιεχόμενο. Το 1975 ο Πέτρος Θεοδωρακάκος, ο οποίος κατείχε την έδρα της Σωματικής Αγωγής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, υπέβαλε μήνυση στο 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχιτεκτονικής Σχολής - το πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο των φοιτητών της σχολής. Ο μηνυτής καταλόγιζε στους φοιτητές το γεγονός ότι "εις τας πινακίδας 'αποχουντοποίησης' της Σχολής Αρχιτεκτόνων αναγράφεται το όνομά μου με κόκκινα γράμματα και κατηγορούμαι ότι ήμουν Ταγματασφαλίτης στη Μάνη, ότι επίεζα τους σπουδαστάς να μετέχουν εις τας παρελάσεις και εις επισκέψεις στρατιωτικών μονάδων, ότι έγραφα εις τον Αρχηγόν της δικτατορίας και ότι διωρίσθην μετά την συνταξιοδότησίν μου".

Τη μόνη κατηγορία που πρόβαλε ο Θεοδωρακάκος στη μήνυσή του ήταν η πρώτη, ότι δηλαδή υπήρξε ταγματασφαλίτης. Και είχε δίκιο! Από τους μάρτυρες που κλήθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε ταγματασφαλίτης. Υπήρξαν απλώς μαρτυρίες ότι υπήρξε ...χίτης την περίοδο της Κατοχής! Οι φοιτητές υποχρεώθηκαν να παραδεχθούν δημοσίως ότι παραπληροφορήθηκαν. Βέβαια ο Θεοδωρακάκος δεν ήταν κανένας τυχαίος. Ολες οι άλλες κατηγορίες αποδείχθηκαν περίτρανα. Ηταν πατεντάτος χουντικός και διατηρούσε προσωπική επαφή με τον Παπαδόπουλο. Στη δικογραφία υπήρχε και επιστολή του προς το δικτάτορα, τον οποίο αποκαλούσε "Αρχηγό" και του εκδήλωνε την "αδελφική αγάπη" του. "Δεν μου διαφεύγει το γεγονός της εντόνου απασχολήσεώς Σας διά την σωτηρίαν και την προκοπήν του Εθνικού Σκάφους", έγραφε ο Θεοδωρακάκος στον Παπαδόπουλο και πρόσθετε:

"Ορμώμενος, όμως, από πραγματικά αισθήματα φιλίας, αγάπης και ειλικρινούς θαυμασμού διά το ιστορικόν έργον Σας, τολμώ να Σας απασχολήσω (...)". 

Για το πολιτικό ποιόν του Θεοδωρακάκου κατέθεσαν επιφανείς αντιστασιακοί και δημοκράτες καθηγητές του ΕΜΠ, οι οποίοι τεκμηρίωσαν όλες τις άλλες κατηγορίες, αλλά ματαίως. Ο πολύ χουντικός και ολίγον χίτης δεν αποδείχθηκε ταγματασφαλίτης, οπότε η μήνυσή του ευδοκίμησε εν μέρει. Φυσικά στο Πολυτεχνείο δεν ξαναπάτησε (είχε απολυθεί από τον Οκτώβριο του 1974), αλλά έφυγε "δικαιωμένος" ότι έσυρε στα δικαστήρια τους φοιτητές και τους έβγαλε ψεύτες! Η διδακτική αυτή ιστορία μάς δείχνει τη δυσκολία της "αποχουντοποίησης", ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν δημόσια εκθέσει το φιλοχουντισμό τους. 

Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι η υπόθεση Θεοδωρακάκου έχει και άλλες ομοιότητες με την υπόθεση Παπάζογλου, πέραν της μαζικής ποινικής δίωξης των φοιτητών "τους". Νιώθουμε πάντως τον πειρασμό να παρατηρήσουμε ότι ο κ. Παπάζογλου είχε πολλές ευκαιρίες να αποδείξει έμπρακτα ότι όλες αυτές οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν κατά καιρούς ήταν αστήρικτες και άδικες. Με την τελευταία του αυτή πολιτική πράξη, δηλαδή τη μαζική προσαγωγή των ίδιων του των φοιτητών στα δικαστήρια, φοβόμαστε ότι ο κ. Παπάζογλου χάνει την τελευταία ευκαιρία να διαψεύσει επί της ουσίας τους κατηγόρους του. Ακόμα κι αν "πετύχει" την καταδίκη των φοιτητών του -πράγμα εξαιρετικά δύσκολο-, στην ακαδημαϊκή ιστορία θα μείνει ως ο καθηγητής που έσυρε στα δικαστήρια μια ολόκληρη φοιτητική παράταξη. 

(Ελευθεροτυπία, 30/6/2001)

 

www.iospress.gr