Μια δίκη για «συκοφαντική δυσφήμηση» θέτει ερωτήματα που η Δημοκρατία μας φαινόταν να τα έχει ήδη απαντήσει



Το «εθνικό» ή το αληθινό;

 

"Ελπίδα Φραγκοπούλου: Μια γυναίκα που έκανε την τουρκική κυβέρνηση να 'παραμιλάει' και την ΜΙΤ να χάσει τον ύπνο της"
                («ESPRESSO», 20/5/2001)



Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Περικλής Βέργαδος, του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είχε αντιληφθεί καθαρά το τι κρινόταν στην αίθουσα της οδού Ευελπίδων στις 26 Ιουνίου 2001. Το ερώτημά του προς τον κατηγορούμενο, για "συκοφαντική δυσφήμηση" Μιχ. Βασιλειάδη, εκδότη της "Επταλόφου" (μιας μικρής εφημερίδας Κωνσταντινουπολιτών), ήταν διαφωτιστικό: "Για πέστε μας. Σε περίπτωση που το δημοσιογραφικό σας καθήκον θα συγκρούετο με το εθνικό καθήκον, τι θα υπερίσχυε;". 

Προφανώς, ο κ. Βασιλειάδης είχε προ πολλού δώσει απάντηση σε ένα τέτοιο "εθνικό δίλημμα". Οταν το καλοκαίρι του 2000 αποφάσισε να σχολιάσει τις απόψεις και τους ισχυρισμούς της γνωστής από τους αγώνες της για τις ελληνικές περιουσίες, δικηγόρου της Κωνσταντινούπολης Ελπίδας Φραγκοπούλου, δεν θεώρησε ότι "θίγονται εθνικά συμφέροντα". Ο δημοσιογράφος απλούστατα έκανε τη δουλειά του, δίχως να επηρεάζεται από μεγάλους ή μικρότερους "εθνικούς μύθους" της πρόσφατης ιστορίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Διάβασε ένα "φλογερό" κείμενο της κ. Φραγκοπούλου, ένθετο στην εφημερίδα "Κωνσταντινούπολις", το οποίο έδινε μια εικόνα καταστροφής και προδοσίας (από την ελληνική διπλωματία και το Πατριαρχείο) του ελληνισμού της Πόλης, και θεώρησε υποχρέωσή του να αντιπαραθέσει τις πεποιθήσεις του και τα στοιχεία της δικής του έρευνας. Δικαίωμα της κ. Φραγκοπούλου (συνταξιούχου πλέον και κατοίκου Αθηνών) να θεωρεί "κατάντια" τη σημερινή πολιτική του ελληνικού προξενείου και "τουρκοπουλημμένους", "τουρκοπροσκυνημένους", "γενίτσαρους" κ.λπ, όσους, δεν προσχωρούν στις "αδιάλλακτες θέσεις της". Δικαίωμα, όμως και του κ. Βασιλειάδη να ελέγξει την ακρίβεια των καταγγελιών της και την ποιότητα των απόψεών της. Ετσι γίνεται στις δημοκρατίες. Δεν έχει πάντοτε δίκιο όποιος βρίζει περισσότερο τους "προαιώνιους εχθρούς".

"Αδιάλλακτοι" και "ενδοτικοί"

Ωστόσο, όπως δυστυχώς συνηθίζεται στο δημόσιο χώρο, η αντιπαράθεση, αντί να ανοίξει έναν ουσιαστικό πολιτικό διάλογο που θα ξεπερνούσε τα μανιχαϊστικά σχήματα ("αδιάλλακτοι" εναντίον "ενδοτικών" και τούμπαλιν), οδηγήθηκε στα δικαστήρια. Η κ. Ελπίδα Φραγκοπούλου ζήτησε την τιμωρία του κ. Βασιλειάδη διότι στο κείμενο του "ισχυρίστηκε ψευδώς" ότι:

1. Η ίδια ουδέποτε κάθισε στο εδώλιο τουρκικού δικαστηρίου με την κατηγορία της "αντιτουρκικής δράσης και εξύβρισης της Τουρκίας" και επομένως ουδέποτε καταδικάστηκε για τέτοιο θέμα.

2. Η ίδια, ενώ "ισχυρίζεται και λέει 'επί σειρά 37 ετών ταρακούνησα το αρπακτικό Τουρκικό Δημόσιο και κατόρθωσα, αλλάζοντας και το νόμο της τουρκικής κυβέρνησης, να ελευθερώσω ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών περιουσιών της Πόλης'. Δεν αναφέρει όμως ούτε ένα όνομα κάποιου, του οποίου την περιουσία ...ελευθέρωσε. Περιμένουμε τον κατάλογο. Ακόμα ισχυρίζεται πως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Οι πληροφορίες μας, αντιθέτως, λένε πως την επισκέπτεται συχνά και εισπράττει τα λεφτά της από το τουρκικό δημόσιο. Το θέμα όμως των ελληνικών περιουσιών έχει κάποιες διαστάσεις που πρέπει να εξεταστούν επισταμένως, για να δούμε εάν 'η άρση του μυστικού διατάγματος' έτσι όπως εφαρμόζεται, βοηθά πράγματι τους αληθινούς δικαιούχους των ελληνικών περιουσιών ή την τουρκική μαφία που σε συνεργασία με κάποιους δικηγόρους συνεργάτες της σφετερίστηκε;".

Η κ. Φραγκοπούλου είχε με το μέρος της επαινετικά δημοσιεύματα όλου σχεδόν του ελληνικού Τύπου (ιδίως από τα μέσα του '90) και την αμέριστη συμπαράσταση του ευρωβουλευτή Αλέκου Αλαβάνου, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, μαζί της προώθησε την υπόθεση των ελληνικών περιουσιών της Πόλης στην Ευρωπαϊκή Ενωση (με την υποστήριξη του ΥΠΕΞ, επί των ημερών του Θ. Πάγκαλου). Σε μια τέτοια υπόθεση με "εμφανές εθνικό περιεχόμενο", "οι καλοί" και "οι κακοί", συνήθως, ξεχωρίζουν πριν καν αρχίσει η εξέταση των πραγματικών περιστατικών. Στην περίπτωσή μας το δικαστήριο δεν μπορούσε να εργαστεί με τέτοιες βεβαιότητες. Επρεπε να στρωθεί στη δουλειά. Ακουσε προσεκτικά όλες τις μαρτυρίες, εξέτασε τα ντοκουμέντα και φάνηκε ότι δεν θαμπώνεται από τις αγωνιστικές περγαμηνές κανενός. Ακόμα και όταν ένας υπερεθνικόφρων (γνωστός χούλιγκαν όλων των πρόσφατων τουρκοφαγικών εκδηλώσεων) προσπάθησε να τινάξει στον αέρα τη διαδικασία, δεν κατάφερε τίποτα. 

Γρήγορα αποδείχθηκε ότι όντως η κ. Ελπίδα Φραγκοπούλου δεν είχε διωχθεί (ούτε φυσικά έχει καταδικαστεί) για "αντιτουρκική δράση και εξύβριση της Τουρκίας", όπως σε κάθε της εμφάνιση στα ελληνικά ΜΜΕ ισχυρίζεται. Αντίθετα, ο κ. Βασιλειάδης ήταν εκείνος που κατέθεσε επίσημο έγγραφο του τουρκικού κράτους σύμφωνα με το οποίο είχε κατηγορηθεί το 1965 για παράβαση του άρθρου 141 (άρθρο που χρησιμοποιεί το τουρκικό κατεστημένο, έως σήμερα, για τη δίωξη αντιφρονούντων, αριστερών, μειονοτικών, ισλαμιστών κ.λπ). Τότε, ο κ. Βασιλειάδης ως δημοσιογράφος της "Ελεύθερης Φωνής" (ελληνικής εφημερίδας της Κωνσταντινούπολης) θεωρήθηκε "διασπαστής της εθνικής (τουρκικής) ενότητας και προπαγανδιστής της Ρωμιοσύνης".

Στο άλλο σκέλος της "συκοφαντίας" τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Ο μάρτυρας, οδοντίατρος Ν. Κεφάλας, που ζει στην Κωνσταντινούπολη, κατέθεσε ότι "στην Πόλη έχει δημιουργηθεί η γενική πεποίθηση ότι η άρση του μυστικού διατάγματος, όπως έγινε, δεν είχε ευνοϊκά πρακτικά αποτελέσματα. Οι περιουσίες, τελικά, ή είναι δεσμευμένες ή έχουν καταλήξει σε χέρια τρίτων με εξευτελιστικά ανταλλάγματα". Αυτή η γνώμη συνοδεύτηκε και από την εξιστόρηση μιας μεγάλης υπόθεσης "απελευθέρωσης ελληνικής περιουσίας" εκατοντάδων εκατομμυρίων, την οποία είχε αναλάβει η κ. Φραγκοπούλου. Επρόκειτο για την προσπάθειά της, μέσω πληρεξουσίων, αποκλήρωσης κληρονόμου και άλλων νομικών χειρισμών, να αποδεσμευτεί η μεγάλη περιουσία της Πηνελόπης Πανά, η αποδέσμευση της οποίας, ωστόσο, δεν απέφερε παρά ψίχουλα στους δικαιούχους.

Στη συνέχεια κατατέθηκε ένα υπόμνημα προς το ελληνικό ΥΠΕΞ (από 31/10/1991) του Ιωάννη Δουλφή, ο οποίος περιγράφει καταλεπτώς τη δική του εμπειρία από την άτυχη συνεργασία του με την κ. Φραγκοπούλου: "Οπως πληροφορήθηκα, δυστυχώς αργά, δεν αποτελώ την μοναδική περίπτωση παθόντος εκ των μέσων που μετέρχεται προκειμένου να επωφελείται από τις ακίνητες περιουσίες που έχουν έλληνες υπήκοοι στην Κωνσταντινούπολη σε βάρος των ιδιοκτητών τους." (...) "διαπιστώσαμε πλέον καθαρά ότι η επιδίωξή της δεν ήταν η επ' αμοιβή της παροχής των υπηρεσιών που συνεφωνήθησαν, αλλά η ουσιαστική οικειοποίηση του τιμήματος από ρευστοποίηση του ακινήτου, του οποίου την εκτίμηση απέφυγε επιμελώς να μας γνωρίσει. Ιδιαίτερα επεδίωκε τη διαδικασία του πλειστηριασμού αντί της πωλήσεως, με αποτέλεσμα χαμηλή τιμή και διογκωμένα έξοδα, τα οποία θα παρακρατούσε μαζί με την αμοιβή της που ανέβαζε πλέον στο 25% της τελικής αξίας που θα εισπράττετο (...) Εν ολίγοις καθιστούσε εαυτόν ουσιαστικό διαχειριστή και ιδιοκτήτη με την υπογραφή που μας ζητούσε...".

Η ετυμηγορία

Από όλα τα παραπάνω η εισαγγελέας της έδρας Αθανασία Βλάχου έβγαλε τα δικά της συμπεράσματα, δυσκολευόμενη, κατά πώς φαίνεται, από την "εθνική ιδιαιτερότητα" της δίκης: Δεν ήταν τελικά ψέματα όσα δημοσίευσε ο Μιχ. Βασιλειάδης, όμως, ακόμα κι έτσι, μπορεί να προσβάλουν την κ. Φραγκοπούλου, είπε στην αγόρευσή της. Πρότεινε τη μεταβολή του κατηγορητηρίου σε "απλή δυσφήμηση", εξαιρώντας όμως το μέρος του επίδικου κειμένου που αναφέρεται στην τραγική μοίρα των ελληνικών περιουσιών μετά την άρση του μυστικού διατάγματος, μετά και το αρχικό κλίμα ευφορίας που είχε δημιουργηθεί. Πολύ σωστά θεώρησε το τμήμα αυτό του επίδικου δημοσιεύματος ότι αποτελεί "γενικό προβληματισμό", ο οποίος με κανέναν τρόπο δεν προσβάλλει την μηνύτρια.

Μετά και την εμπεριστατωμένη αγόρευση του Κυρ. Μακαρώνα, συνηγόρου του κατηγορουμένου, όλα έδειχναν ότι ο κ. Βασιλειάδης θα αθωωθεί. Αφού μάλιστα, στο μεταξύ, ο ίδιος ο δικηγόρος της κ. Φραγκοπούλου είχε παραδεχθεί ότι πράγματι η πελάτισσά του δεν είχε διωχθεί ουδέποτε, ούτε καταδικαστεί "για αντιτουρκική προπαγάνδα".

Ομως το δικαστήριο δημιούργησε την έκπληξη. Με ακριβώς αντίστροφο σκεπτικό, απ' αυτό της εισαγγελέως, αθώωσε μεν τον Μιχ. Βασιλειάδη για τα αποδεδειγμένα πλέον αληθινά γεγονότα -όπως παρατέθηκαν και στο επίδικο δημοσίευμα (δηλαδή ότι όντως η κ. Φραγκοπούλου ουδέποτε αντιμετώπισε την ειδική αυταρχική νομοθεσία περί αντιτουρκισμού κ.λπ)-, κρίνοντάς τον, όμως, ένοχο (απλής δυσφήμησης) για τον "προβληματισμό του"... Αυτό, δηλαδή, που η εισαγγελική πρόταση επιτρέπει, εντάσσοντάς το στα θεμελιώδη δικαιώματα του δημοσιογράφου, το δικαστήριο το τιμωρεί.

Αν καταλάβαμε καλά, ο Μιχ. Βασιλειάδης όφειλε να καταδικαστεί (έστω συμβολικά με 10μηνη εξαγοράσιμη ποινή, και με αναστολή έως την επανάληψη της υπόθεσης στο Εφετείο), επειδή δεν είχε σταθμίσει (με επωφελή για τη χώρα τρόπο) τη σχέση του "εθνικού" προς το "δημοσιογραφικό" του χρέος. Από την άλλη, η κ. Φραγκοπούλου, προσωπικότητα προβεβλημένη δεξιά κι αριστερά για τους εθνικούς -μάλλον υπερτιμημένους- αγώνες της, μπορεί άνετα στις συνεντεύξεις της να συνεχίσει να θεωρεί την "ελληνική εξωτερική πολιτική εγκληματική", τον Γ. Παπανδρέου "αφελέστατο, αμερικανοτραφή", που δεν μπορεί ούτε καν "φιλέλληνας" να χαρακτηριστεί! Μπορεί να απειλεί ότι η ρωμιοσύνη δεν θα συγχωρέσει ποτέ τους κυρίους Σημίτη και Γ. Παπανδρέου για τα εγκλήματά τους. Γιατί εκείνη ντράπηκε και δάκρυσε όταν είδε τον Γ. Παπανδρέου να στέκει κάτω από το πορτρέτο του Κεμάλ, όπως έλεγε σε μια της συνέντευξη. 

(Ελευθεροτυπία, 7/7/2001)

 

www.iospress.gr