Ο Μουσταφά Μουσταφά κρίνει την επίσημη πολιτική για τη μειονότητα της Θράκης τη δεκαετία 1991-2001



Ρόδα και αγκάθια για τη μειονότητα

 

"Ρόδα και αγκάθια για τη μειονότητα"
                (Μουσταφά Μουσταφά, 6/7/2001)



ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ δέκα χρόνια από το Μάιο του 1991, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επισκεπτόταν ως πρωθυπουργός τη Θράκη, και εξάγγελλε μια σειρά μέτρων για την ανακούφιση της μειονότητας και κυρίως την πλήρη άρση των διοικητικών περιορισμών και των άτυπων διακρίσεων εις βάρος του μειονοτικού στοιχείου. Αυτή η πολιτική είχε για πρώτη φορά διατυπωθεί στο μνημόνιο των τριών πολιτικών αρχηγών (Μητσοτάκης, Παπανδρέου, Φλωράκης) κατά τη σύσκεψη επί Οικουμενικής Κυβέρνησης, στην οποία προέδρευε ο κ. Ζολώτας (Ιανουάριος 1990). 

Τις συνέπειες, τα θετικά στοιχεία και τις αδυναμίες της νέας αυτής επίσημης πολιτικής για τη μειονότητα συζητήσαμε με τον Μουσταφά Μουσταφά, γιατρό μικροβιολόγο, βουλευτή του Συνασπισμού στο νομό Ροδόπης το διάστημα 1996-2000. Στην κουβέντα συμμετείχε ο Σταμάτης Σακελλίων από την εφημερίδα "Παρατηρητής" της Κομοτηνής, η οποία ακολουθεί μια μετρημένη και ουσιαστική δημοσιογραφική γραμμή σ' αυτά τα ζητήματα.

"Η ουσιαστική αλλαγή πλεύσης στη διαχείριση των μειονοτικών ζητημάτων", λέει ο κ. Μουσταφά, "ξεκινά στην αρχή της δεκαετίας του '90. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε την ποσόστωση του 0,5% για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, την κατάργηση -επιτέλους- του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (χωρίς βέβαια να έχει αναδρομική ισχύ και να λύνει με έναν κατηγορηματικό τρόπο τα προβλήματα των θυμάτων του) και μια συνεχιζόμενη, σταδιακή, χωρίς πολλές συζητήσεις, άρση των διαφόρων περιοριστικών μέτρων". Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και η δυνατότητα μελών της μειονότητας να προβαίνουν -όπως κάθε πολίτης- σε αγοραπωλησίες: "Παραμένει, βέβαια, η ίδια επιτροπή του ν. 1366, που έγινε επιτροπή του ν. 1892. Κάπου κάπου κολλάει, αργεί να λειτουργήσει, δημιουργείται κάποια ένταση, μήπως γυρνάμε στα παλιά;". Εκεί που φαίνεται ότι υπήρξε κάποια πρόοδος είναι στο ζήτημα της εκπαίδευσης: "Το πρόγραμμα της κυρίας Φραγκουδάκη 'Εκπαίδευση μουσουλμανοπαίδων', το οποίο αφορά το ελληνόφωνο πρόγραμμα της μειονοτικής εκπαίδευσης, έτυχε γενικής αποδοχής στον κόσμο της μειονότητας". 

Με δυο λόγια, ο συνομιλητής μας πιστεύει ότι η νέα πολιτική που εφαρμόζεται, σε συνδυασμό με την πλήρη επικράτηση του κυβερνώντος κόμματος στο νομό Ροδόπης (δήμαρχος, νομάρχης, Ενωση Γεωργικών Συνεταιρισμών) έχει δημιουργήσει ένα κλίμα εφησυχασμού, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. "Από άποψη δεικτών ευημερίας υστερούμε σημαντικά. Ειδικά στη μειονότητα δεν καταγράφεται και η ανεργία. Ελάχιστες γυναίκες και νέοι άνθρωποι είναι γραμμένοι στον ΟΑΕΔ. Νομίζω ότι ελλοχεύει μεγάλος κίνδυνος με την κατάργηση ορισμένων παραδοσιακών τομέων της αγροτικής οικονομίας μας, όπως η καπνοκαλλιέργεια, η επιδοτούμενη βαμβακοκαλλιέργεια, η επιδοτούμενη κτηνοτροφία".

Η εκπαίδευση

Ο κ. Σακελλίων παρατηρεί ότι παρά τις ποσοστώσεις που έχουν στόχο να ανοίξουν τα ΑΕΙ στα παιδιά της μειονότητας, το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι μεγάλο κομμάτι μαθητών από τη μειονότητα και τους νεοπρόσφυγες εγκαταλείπουν το σχολείο πριν συμπληρώσουν την "υποχρεωτική" εκπαίδευση. Σ' αυτό το ζήτημα ο κ. Μουσταφά έχει μια ριζοσπαστική τοποθέτηση: "Πέρα από την αξιόλογη προσπάθεια της κυρίας Φραγκουδάκη, η εκπαιδευτική διαδικασία είναι ενιαία και δεν μπορεί να διαχωριστεί το ελληνόφωνο από το τουρκόφωνο πρόγραμμα. Χρειάζεται μια βαθιά τομή, η οποία εν ανάγκη θα υπερβαίνει τις συνθήκες της Λοζάννης και τα μορφωτικά πρωτόκολλα. Ξεκινάμε από την έλλειψη νηπιαγωγείων, το δημοτικό δεν μορφώνει τα παιδιά και έτσι έχουμε αυτή τη διαρροή στα γυμνάσια. Είχα προτείνει τη δημιουργία μιας επιτροπής με συμμετοχή εκπαιδευτικών, μειονοτικών και εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία θα αντιμετώπιζε τα προβλήματα της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Εχουμε αυτή τη στιγμή 250 μειονοτικά σχολεία, από τα οποία τα 100 είναι μονοθέσια. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί πρέπει να μάθει και την ελληνική και την τουρκική κάτω από τις χειρότερες δυνατές συνθήκες". 

Ο κ. Μουσταφά επιμένει στις αρετές του διαλόγου. "Αν το πρόγραμμα της Φραγκουδάκη συνάντησε την ανοχή και τη συναίνεση, αυτό συνέβη επειδή για πρώτη φορά απευθύνθηκε στους μειονοτικούς εκπαιδευτικούς και στους γονείς. Αντιθέτως, τα ισχύοντα πολιτιστικά πρωτόκολλα υπογράφτηκαν από τις δυο χώρες ερήμην της κοινωνίας. Δεν ρωτήθηκε ούτε ο Ρωμιός της Κωνσταντινούπολης ούτε ο Τούρκος της Θράκης. Ηταν έτσι οι ισορροπίες. Το ένα υπογράφηκε επί δικτατορίας, το άλλο με την ένταξη στο ΝΑΤΟ". 

Ατολμες προσπάθειες

"Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή μας είναι όντως πολυπολιτισμική και με την πολιτική του κ. Σαμαρά γίναμε περισσότερο πολυπολιτισμικοί", παρατηρεί με το διακριτικό του χιούμορ ο κ. Μουσταφά. "Εδώ θα είναι προνόμιο για το Ελληνάκι να μπορεί ταυτόχρονα να μαθαίνει και τα τούρκικα. Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε πει σε μια συνέντευξή του στο 'Εψιλον' -όταν ακόμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση- ότι στα νησιά του Αιγαίου πρέπει να γίνεται διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας".

Με παρέμβασή του ο κ. Σακελλίων μάς αποκαλύπτει ότι κατά την πρόσφατη περιοδεία της υπουργού Εσωτερικών στη Θράκη υπήρχε μια ανάλογη πρόταση στη γραπτή ομιλία της. Ομως η πρόταση αυτή απαλείφθηκε και στη συνέχεια αποτέλεσε αφορμή για μια κινδυνολογική ερώτηση του βουλευτή Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας κ. Σπηλιόπουλου. 

Το αποτέλεσμα είναι ότι εκεί που επιχειρούνται κάποιες τολμηρές αλλαγές, επεμβαίνει ένα ιδιότυπο μπλοκ πολιτικών δυνάμεων, το οποίο στεγάζεται κυρίως στα δυο μεγάλα κόμματα και αναστέλλεται κάθε φιλελεύθερη πολιτική. "Με την ελληνοτουρκική προσέγγιση", προσθέτει ο κ. Μουσταφά, "υπάρχει έλλειψη στελεχών που θα βοηθούσαν να αναπτυχθούν οι οικονομικές, πολιτιστικές και τουριστικές σχέσεις των δύο χωρών". Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει ατολμία από το κέντρο, αλλά και αρνητικό φιλτράρισμα από το μεσαίο διοικητικό προσωπικό, το οποίο αντιδρά. 

Το "πείραμα" Μουσταφά 

Ο συνομιλητής μας δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Σε καιρούς πολιτικού φανατισμού και διχαστικών λογικών, ανήκει σ' εκείνους που δεν δέχτηκαν την εύκολη λύση, και ακολούθησε το δικό του δρόμο, ανάμεσα στις συμπληγάδες του τουρκικού και του ελληνικού εθνικισμού. Του ζητάμε έναν απολογισμό αυτού που ονομάστηκε "πείραμα" Μουσταφά. "Με την εκλογή μου πήρε μεγαλύτερη διάσταση μια κίνηση που έχουμε ξεκινήσει από το 1974. Η τοπική κοινωνία μάς γνώριζε από την αγωνιστική μας στάση στα προβλήματα της μειονότητας, αλλά και από την προσπάθειά μας να μην κοπούν οι γέφυρες μεταξύ των δύο πληθυσμιακών ομάδων. Επιχειρήσαμε πάντα να κάνουμε το πρόβλημα του μειονοτικού πληθυσμού, πρόβλημα του πλειονοτικού, και αντίστροφα. Θυμούνται όλοι τον κοινό μας αγώνα για την αναγνώριση των πτυχίων μας, για την κατάργηση αυτής της ιδιότυπης επαγγελματικής απαγόρευσης, αλλά και τη στάση μας σε όλες τις δύσκολες φάσεις της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Θράκης".

Ο κ. Μουσταφά δεν διστάζει να κάνει την αυτοκριτική του για όσα δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια της θητείας του: "Είναι ζήτημα προσωπικών ικανοτήτων, αλλά είναι ίσως και ζήτημα συγκυρίας. Τώρα οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές. Δεν αναζητούμε έτοιμες πολιτικές, αλλά επιχειρούμε να αναδείξουμε ένα πρότυπο συμβίωσης". Οσο για τη σημερινή εκπροσώπηση της μειονότητας, ο κ. Μουσταφά δεν της χαρίζεται: "Υπάρχει μια οργάνωση-καπέλο, η Συμβουλευτική Επιτροπή, την οποία έχω ονομάσει θεματική οργάνωση του ΠΑΣΟΚ. Πρόεδρός της είναι ο μειονοτικός βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και συμμετέχουν οι 'προύχοντες' της μειονότητας, οι δήμαρχοι, οι εκπρόσωποι των συλλόγων, οι 'αιρετοί' μουφτήδες, κτλ. Εφαρμόζουν μια ...μεταμοντέρνα αντίληψη υπεράσπισης μειονοτικών δικαιωμάτων. Πηγαίνουν, για παράδειγμα, στο Λονδίνο και καταγγέλλουν σε διεθνή φόρα την καταπίεση της μειονότητας και την επομένη βρίσκονται εδώ και κραυγάζουν υπέρ του ΠΑΣΟΚ".

Υστερα από μια περίοδο 'αποτοξίνωσης' και προβληματισμού, ο κ. Μουσταφά ενεργοποιείται και πάλι στην ίδια πολιτική κατεύθυνση που υπηρετεί από το 1974. Ενας πρώτος στόχος είναι η ενημέρωση των ανθρώπων. Προτίθεται να επανεκδώσει ένα δίγλωσσο έντυπο προβληματισμού για τα ζητήματα της μειονότητας, του εθνικισμού και της σύγχρονης Αριστεράς. "Από τον πολιτικό και το δημοσιογραφικό κόσμο μιλούν πολλοί χωρίς να έχουν διαβεί το Ρουβίκωνα, δηλαδή το Νέστο. Υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα. Ακόμα και άνθρωποι με καλή θέληση, με οξυδέρκεια και ευαισθησία είναι δύσκολο να βοηθήσουν, διότι αγνοούν την πραγματική κατάσταση".

Οσο για τις πολιτικές που θα εξαλείψουν τα κατάλοιπα των διακρίσεων, ο κ. Μουσταφά και πάλι μας ξαφνιάζει: "Συνεχίζεται ακόμα και σήμερα το πρόβλημα με τους μουφτήδες. Είναι παράλογο να εξακολουθούν και σήμερα να δικάζουν οι μουφτήδες. Αν κάποιος προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θα ακυρώνονταν οι αποφάσεις τους. Δεν είναι δυνατόν ο μουφτής να επιδικάζει σήμερα το 1/4 στην κόρη και τα 3/4 στο αγόρι -γιατί αυτό λέει η σαρία, το ιερό δίκαιο. Πρέπει, λοιπόν, να αποψιλωθούν οι αρμοδιότητες του μουφτή, και ταυτόχρονα να εκλέγεται με έναν αντιπροσωπευτικό τρόπο". 

Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό σημείο τριβής που εξακολουθεί να διχάζει τον κόσμο: "Εμένα με θίγει κάθε φορά που γίνεται μια μάζωξη εδώ, είτε για το μουφτή Ξάνθης είτε για άλλο θέμα, και οι άνθρωποι στέλνονται στα δικαστήρια στο Αγρίνιο και η Ασφάλεια έρχεται να ελέγξει ποιοι συμμετέχουν... Ολα αυτά έχουν ένα μόνο αποτέλεσμα: μόλις πάει λίγο να καθαρίσει το μυαλό και του μειονοτικού και του πλειονοτικού, αμέσως πάλι θολώνει. Ερχονται στη μνήμη άσχημες εμπειρίες". Η λύση, δηλαδή, του προβλήματος του μουφτή βρίσκεται στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και το διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Εδώ, βέβαια, αντιδρούν οι συντηρητικοί κύκλοι της μειονότητας, αλλά και της πλειονότητας! 

(Ελευθεροτυπία, 14/7/2001)

 

www.iospress.gr