Η «Ευρώπη των χαφιέδων» οικοδομήθηκε διακριτικά πολύ πριν από την «Ευρώπη των κινημάτων»



Η κοινωνία των πολιτών φακελώνεται



Μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων που ακολούθησαν το μακελειό της Ν. Υόρκης ανακοινώθηκε και η μετατροπή της Europol από καθαρά εγκληματολογική σε κυρίως «αντιτρομοκρατική» υπηρεσία. 

Παρά τα φαινόμενα, δεν πρόκειται για συγκυριακή εξέλιξη αλλά για στρατηγική επιλογή. Στόχος της δεν είναι τόσο τα δίκτυα τύπου Μπιν Λάντεν, αλλά ο εσωτερικός «κοινωνικός εχθρός», τα κινήματα δηλαδή που αντιμάχονται τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στο εσωτερικό της Ε.Ε. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από μια στοιχειώδη επισκόπηση των διαδικασιών οικοδόμησης της πολιτικής ευρωαστυνομίας, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας έγιναν ευρύτερα γνωστά τον περασμένο Ιούλιο με την πανευρωπαϊκή αστυνομική κινητοποίηση κατά των διαδηλωτών της Γένοβας.

Από την TREVI στη Σένγκεν...

Η πρώτη μορφή συντονισμού της πολιτικής καταστολής σε πανευρωπαϊκή κλίμακα χρονολογείται πολύ πριν από τη μετατροπή της Κοινής Αγοράς σε Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ομάδα TREVI, ένα άτυπο συντονιστικό των υπουργείων Δημόσιας Τάξης, Δικαιοσύνης κι Εσωτερικών της ΕΟΚ, άρχισε να λειτουργεί το 1976 με στόχο, όπως αποτυπώνεται στην ονομασία της, την αντιμετώπιση της «τρομοκρατίας» (Terrorism), της «επανάστασης» (Revolution) και της «βίας» (Violence). Καθώς οι καιροί δεν ευνοούσαν τη δημοσιότητα αυτού του είδους των εγχειρημάτων, οι ακριβείς δραστηριότητες της εν λόγω Ομάδας παρέμειναν ως επί το πλείστον στο σκοτάδι. Από το ανακοινωθέν της συνόδου της στην Αθήνα, το Δεκέμβριο του 1988, γνωρίζουμε πάντως ότι στις εργασίες της μετείχαν οι αντίστοιχοι μηχανισμοί, όχι μόνο των χωρών-μελών της τότε Κοινότητας αλλά και τρίτων ευρωπαϊκών χωρών (Αυστρία, Σουηδία, Νορβηγία), του Μαρόκου και -φυσικά- των ΗΠΑ. Σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα, μία από τις βασικές «κατακτήσεις» της σκιώδους αυτής συνεργασίας υπήρξε η καθιέρωση της ανταλλαγής ειδικευμένων «αξιωματικών συνδέσμων» μεταξύ των ευρωπαϊκών αστυνομιών -πρακτική που θεσμοθετήθηκε επίσημα μόλις τον Ιούνιο του 1990, από το Πρόγραμμα Δράσης για την αστυνομική συνεργασία που υπέγραψαν στο Δουβλίνο οι αρμόδιοι υπουργοί των «12».

Σε εντελώς διαφορετικό κλίμα κινήθηκαν οι διαδικασίες της δεκαετίας του '90. Κάτι η ύφεση των κοινωνικών κινημάτων και η υποχώρηση της Αριστεράς στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης, κάτι η αυξανόμενη φοβία του κοινού για τις διαστάσεις της «κοινής» εγκληματικότητας, η οικοδόμηση της «Ευρώπης των αστυνόμων» παύει να αποτελεί ταμπού και η «ανταλλαγή πληροφοριών» ανάμεσα στις αστυνομίες της Ενωσης θεωρείται αυτονόητο συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. 

Για προφανείς λόγους, βέβαια, η ενασχόληση με τις πολιτικές συλλογικότητες του «εσωτερικού εχθρού» δεν αναφέρεται πουθενά με το όνομά της αυτή την περίοδο. Το άρθρο 46 της Συνθήκης του Σένγκεν, λ.χ., προβλέπει απλά ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να διοχετεύει σε οποιοδήποτε άλλο «κάθε πληροφορία που μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή μελλοντικών εγκλημάτων και να αποτρέψει αδικήματα ή απειλές κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας». Οσο για το τεχνικό μέρος αυτών των «ενημερώσεων», προβλέπεται η δημιουργία ειδικής κεντρικής υπηρεσίας, αλλά και η δυνατότητα των επιμέρους αστυνομιών να αυτενεργούν, ενημερώνοντας απευθείας τις ομοειδείς υπηρεσίες των άλλων «συμβαλλόμενων μερών» σε «ιδιαίτερα επείγουσες περιπτώσεις». Η εκτίμηση για το τι ακριβώς συνιστά «απειλή κατά της δημόσιας τάξης», αφήνεται προφανώς στην κρίση των ίδιων των ασφαλιτών, μακριά από οποιοδήποτε δημόσιο έλεγχο.

...από τους χούλιγκαν στους διαδηλωτές...

Η καθοριστική στροφή όσον αφορά τη δημόσια παραδοχή της πανευρωπαϊκής αστυνομικής συνεργασίας ενάντια στον πολιτικό «εσωτερικό εχθρό» σημειώθηκε το Μάιο του 1997. Χρησιμοποιώντας ως αφετηρία κάποιες παλιότερες «πρωτοβουλίες στον τομέα του ποδοσφαιρικού χουλιγκανισμού», το Συμβούλιο της Ε.Ε. ενέκρινε στις 26/5/97 μια «Κοινή Δράση» για την ανταλλαγή πληροφοριών και το συντονισμό της αστυνόμευσης και καταστολής «εκδηλώσεων ευρέως φάσματος», στις οποίες για πρώτη φορά περιλαμβάνονται ρητά και οι «διαδηλώσεις και αποκλεισμοί των οδών». Τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν από τη Γένοβα, οι διατυπώσεις του (νομικά δεσμευτικού) αυτού ντοκουμέντου είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττες:

«1. Τα κράτη - μέλη θα παρέχουν στα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη πληροφορίες, μετά από αίτησή τους ή και αυτομάτως, μέσω των κεντρικών υπηρεσιών, κάθε φορά που μεγάλες ομάδες ατόμων, οι οποίες ενδέχεται να αποτελέσουν απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ταξιδεύουν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να συμμετάσχουν σε εκδηλώσεις. Οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται το νωρίτερο δυνατό σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη, είτε έχουν κοινά σύνορα είτε όχι, συμπεριλαμβανομένων και των κρατών διέλευσης.

2. Οι πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν πληρέστερα στοιχεία σχετικά με:

α) την εν λόγω ομάδα

- τη συνολική της σύνθεση

- το χαρακτήρα της ομάδας (επιθετική; υπάρχουν πιθανότητες δημιουργίας ταραχών;)

β) τη διαδρομή και τους τόπους διαμονής

γ) τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται

δ) άλλες σχετικές πληροφορίες

ε) την αξιοπιστία των πληροφοριών.

Οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας».

Νομίζουμε ότι τα παραπάνω δεν χρειάζονται ιδιαίτερο σχολιασμό. Να σημειώσουμε μονάχα ότι η πρόβλεψη της παραγράφου 2ε για σχολιασμό της «αξιοπιστίας των πληροφοριών» υπονοεί σαφώς ότι τα διαβιβαζόμενα στοιχεία δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία (ποινικά μητρώα, παλιότερες συλλήψεις κ.λπ.) αλλά αναμένεται ότι θα περιλαμβάνουν και όλη τη γνώριμη χαφιεδολογία περί «καλά πληροφορημένων πηγών» και «εκτιμήσεων» (γενικώς) περί της «επικινδυνότητας» των φακελωμένων -το εύρος των οποίων έγινε ευρύτερα γνωστό από τα κριτήρια του ξεκαθαρίσματος των Ελλήνων διαδηλωτών στο λιμάνι της Αγκόνα. Υπάρχει άλλωστε κι εκείνη η κατηγορία της παραγράφου 2δ («άλλες σχετικές πληροφορίες») που άνετα επιτρέπει στη φαντασία του καθενός μας να οργιάσει...

Στα υπόλοιπα άρθρα της, η ίδια Κοινή Δράση προβλέπει αναλυτικά την «προσωρινή» απόσπαση «αξιωματικών συνδέσμων» από τη μια εθνική αστυνομία στην άλλη, επιφορτισμένων με «συμβουλευτικά και επικουρικά καθήκοντα» -και κυρίως την «παροχή πληροφοριών» επιτόπου, «σύμφωνα με τις οδηγίες του κράτους - μέλους στο οποίο έχουν αποσπαστεί». Σε ένα κεντρικότερο επίπεδο, ο συντονισμός αυτών των δραστηριοτήτων ανατίθεται στην ετήσια «συνεδρίαση των προϊσταμένων των αρμόδιων για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια κεντρικών υπηρεσιών», την οποία η προεδρία της Ε.Ε. υποχρεούται να συγκαλεί κάθε άνοιξη. Στο μεσοδιάστημα, προβλέπονται η «διεξαγωγή ασκήσεων», ανταλλαγές και «εκπαιδευτικές αποσπάσεις» του προσωπικού των διωκτικών μηχανισμών, έτσι ώστε να εξοικειώνονται με την πραγματικότητα του ενιαίου ευρωπαϊκού αστυνομικού χώρου.

...κι από το Γκέτεμποργκ στη Γένοβα

Το επόμενο ποιοτικό άλμα σημειώθηκε πρόσφατα -και, σε μεγάλο βαθμό, κάτω από τους προβολείς των ΜΜΕ. Το έναυσμα δόθηκε από τις συγκρούσεις στο Γκέτεμποργκ και τις προβλέψεις για ό,τι επρόκειτο να συμβεί στη Γένοβα. Στις 18-20 Ιουνίου, 25 εισαγγελείς που εκπροσωπούν όλα τα κράτη της Ε.Ε. συνεδριάζουν στη Στοκχόλμη, με αντικείμενο την πανευρωπαϊκή συνεργασία Αστυνομίας και Δικαιοσύνης εναντίον του νέου «εχθρού». Μεταξύ των ιδεών που έπεσαν σ' εκείνη την «ανταλλαγή απόψεων», σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά, συγκαταλεγόταν και η επέκταση των αρμοδιοτήτων της Europol, έτσι ώστε να της ανατεθεί η «ανάλυση» των πανευρωπαϊκών κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης. Αλλες ιδέες αφορούσαν την απαγόρευση εξόδου των «γνωστών υπόπτων» από τις χώρες τους και την ταύτιση των κινημάτων αμφισβήτησης με «οργανωμένες εγκληματικές οργανώσεις», ενώ έγινε γνωστό ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία των «υπόπτων» και των οργανώσεών τους τελεί υπό παρακολούθηση, αν και σε μία τουλάχιστον περίπτωση οι διωκτικές αρχές δεν τα κατάφεραν να σπάσουν την «ισχυρή κρυπτογράφηση» των παρακολουθούμενων μηνυμάτων. 

Ακολούθησε μια ειδική συνάντηση «εμπειρογνωμόνων» στις Βρυξέλλες (4.7.01), η επεξεργασία από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία και η εισήγηση στο Συμβούλιο ενός «Σχεδίου Συμπερασμάτων» με το οποίο τίθενται οι βάσεις για μια μονιμότερη «ανταλλαγή δεδομένων όσον αφορά τους ταραχοποιούς που έχουν διαπράξει βιαιότητες, με βάση την πρόσβαση είτε στους εθνικούς φακέλους είτε τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων». Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της εισήγησης εγκρίθηκε και αποτέλεσε τη γνωστή απόφαση του Συμβουλίου (13.7.01), με βάση την οποία οργανώθηκε η καταστολή του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύθηκε στην «Αυγή» της 18.7.01). Βασικές καινοτομίες που εισήγαγε, είναι η συγκρότηση μιας «Ειδικής Ομάδας Αρχηγών Αστυνομίας» από «αρμόδιους υπαλλήλους υψηλού επιπέδου», επιφορτισμένης με τη «διαρκή παρακολούθηση» της «συγκέντρωσης, ανάλυσης και ανταλλαγής πληροφοριών» γύρω από τα άτομα και τις «ομαδώσεις» των διαδηλωτών. Για τη συγκέντρωση αυτών των στοιχείων προβλέπεται ρητά (άρθρ. 1γ) «η προσφυγή σε υπαλλήλους της αστυνομίας ή της υπηρεσίας πληροφοριών ικανούς να αναγνωρίζουν τα άτομα ή τις ομάδες που ενδέχεται να αποτελέσουν απειλή για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια». 

Μια άλλη πρόταση που περιέχεται στο «Σχέδιο» αλλά τελικά δεν υιοθετήθηκε, αφορά την επισημοποιημένη, πλέον, «εξέταση των δυνατοτήτων και της ανάγκης είτε να ανταλλάσσονται δεδομένα βάσει των υπαρχόντων εθνικών φακέλων, είτε να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων των ταραχοποιών που έχουν τελέσει βίαιες πράξεις». Με την οριακή πλειοψηφία 8 χωρών έναντι 7, η διατύπωση αυτή αντικαταστάθηκε με μια φαινομενικά ηπιότερη, για «χρήση όλων των νομικών και τεχνικών δυνατοτήτων προκειμένου να ενισχυθεί και να προαχθεί η ταχεία και πιο διαρθρωμένη ανταλλαγή δεδομένων σχετικά με βίαιους ταραχοποιούς βάσει των εθνικών φακέλων». Υπέρ της παλιάς διατύπωσης ψήφισαν η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Βρετανία· υπέρ της καινούργιας, η Γαλλία, η Αυστρία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Ελλάδα. Η εθνική κυριαρχία (όσον αφορά τα «πνευματικά δικαιώματα» των ασφαλιτών κάθε χώρας πάνω στη δική τους συλλογή προσωπικών και άλλων δεδομένων) προστατεύθηκε, με αντίτιμο μια «αδιόρατη» τυπική διεύρυνση του πεδίου των ανταλλασσόμενων πληροφοριών: με βάση τη νέα διατύπωση, οι χαφιεδωμένοι δεν χρειάζεται να «έχουν τελέσει βίαιες πράξεις» αλλά, απλά, να θεωρούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες «βίαιοι». 

Αν όλα αυτά αποφασίζονταν το περασμένο καλοκαίρι, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι μας επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον της γενικευμένης «αντιτρομοκρατικής» υστερίας... 

(Ελευθεροτυπία, 15/9/2001)

 

www.iospress.gr