Τα μέσα ενημέρωσης σιώπησαν επί χρόνια για τα μαρτύρια των γυναικών του Αφγανιστάν



Στο συρτάρι του Λάρι Κινγκ

"Τα "φαντάσματα" του Αφγανιστάν ήταν κάποτε γυναίκες"

    («Η Βραδυνή», 1.10.2001) 


Το φιλμάκι, διάρκειας εξήντα περίπου δευτερολέπτων, προβάλλεται στα ελληνικά κανάλια με συχνότητα που, όπως πάει, τείνει να συναγωνιστεί τον ανηλεή βομβαρδισμό μας με τις εικόνες από την κατάρρευση των νεοϋορκέζικων πύργων: στο στάδιο της Καμπούλ, ομάδα ανδρών σέρνει έξω από ένα αυτοκίνητο μια γυναίκα τυλιγμένη στην μπούρκα και την αναγκάζει να γονατίσει. Ενας από τους άνδρες σηκώνει το ντουφέκι του και το αδειάζει πάνω της. Την προβολή ακολουθεί συζήτηση, στο στούντιο ή στα παράθυρα, με «ειδικούς» (κατά προτίμηση καλλιτέχνιδες), κατά την οποία δημοσιογράφος και καλεσμένες διατρανώνουν τη φρίκη τους για τις αδιανόητες συνθήκες ζωής των γυναικών στο Αφγανιστάν.

Για ακόμη μία φορά, το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Το συγκεκριμένο φιλμάκι κάνει τον καιρό αυτό το γύρο του «πολιτισμένου» κόσμου, προκαλώντας πανομοιότυπες αντιδράσεις οίκτου και οργής. Και έχει μια ιστορία ικανή να μας διαφωτίσει για τους λόγους που προκαλούν το όψιμο όσο και παθιασμένο ενδιαφέρον των δυτικών μέσων ενημέρωσης για τις μαρτυρικές γυναίκες του Αφγανιστάν: 

Πριν από δύο χρόνια, το Ασοσιέιτεντ Πρες μετέδιδε από την Καμπούλ την είδηση για τη δημόσια εκτέλεση μιας γυναίκας, «την πρώτη από τότε που οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία στα 1996». Σύμφωνα με το πρακτορείο, η γυναίκα λεγόταν Ζαρμέενα, ήταν μητέρα επτά παιδιών και «είχε κριθεί ένοχη για τη δολοφονία του συζύγου της με τσεκούρι την ώρα που αυτός κοιμόταν». 

Στις κερκίδες του σταδίου βρισκόταν εκείνη την ημέρα και ένα μέλος της RAWA (Επαναστατική Ενωση Γυναικών του Αφγανιστάν), μιας ανεξάρτητης οργάνωσης Αφγανών γυναικών που, παρά την έντονη δραστηριοποίησή της, ελάχιστα έχει απασχολήσει τα δυτικά μέσα ενημέρωσης. 

Εχοντας κρυμμένη στην μπούρκα της μια μικρή κάμερα, η κοπέλα αυτή κατάφερε με κίνδυνο της ζωής της να κινηματογραφήσει τη σκηνή και να περάσει το φιλμ έξω από τη χώρα. 

Παρά τη σχετική παλαιότητά του, το φιλμ προβλήθηκε για πρώτη φορά τον περασμένο Ιούνιο από το βρετανικό Channel 4 και τον Αύγουστο από το αμερικανικό CNN. Ουδείς έσπευσε τότε να το αναμεταδώσει. 

Χρειάστηκε το τρομοκρατικό χτύπημα της Νέας Υόρκης για να προταθεί το ντοκουμέντο ως δείγμα βαρβαρότητας από τα αμερικανικά μίντια, που κατά καιρούς έχουν συζητήσει το ενδεχόμενο «ζωντανής» αναμετάδοσης των δικών τους, «πολιτισμένων» εκτελέσεων. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το φιλμ κάνει την παρθενική του εμφάνιση στα γαλλικά μέσα (France 2, TF 1), στο γαλλογερμανικό πολιτιστικό Arte κ.ο.κ. Με το θέμα ασχολείται εκ νέου ο Λάρι Κινγκ και το «καυτό ρεπορτάζ» φτάνει και στις δικές μας μικρές οθόνες.

Υποκρισίας το ανάγνωσμα

Περιττό να σημειώσουμε ότι η τραγικά καθυστερημένη αυτή ενασχόληση με τις γυναίκες του Αφγανιστάν εντάσσεται -συνειδητά ή μη, αδιάφορο- στην επιχείρηση δαιμονοποίησης των Ταλιμπάν, που ξεκίνησε την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου. Χρόνια τώρα, τα ίδια μέσα ενημέρωσης αρνούνταν να ασχοληθούν σοβαρά με το πρόβλημα, καλύπτοντας συστηματικά τις δυτικές κυβερνήσεις, αλλά και τους διεθνείς οργανισμούς, που θυσίασαν επανειλημμένα τις γυναίκες του Αφγανιστάν στο βωμό των πολιτικών τους ιεραρχήσεων. Αρκεί να θυμηθούμε την παγκόσμια κατακραυγή, σχεδόν υστερία, που ξεσήκωσε προ καιρού η απόφαση των Ταλιμπάν να καταστρέψουν τα μνημεία των «ξένων» πολιτισμών στη χώρα για να αντιληφθούμε το μέτρο της «κατανόησης» που η διεθνής κοινότητα επέδειξε στον ακραία σεξιστικό χαρακτήρα του αφγανικού καθεστώτος. 

Ουδείς εξάλλου μπορεί να επικαλεστεί ελλιπή ενημέρωση: οι σχετικές καμπάνιες της Διεθνούς Αμνηστίας, αλλά και μεγάλων γυναικείων οργανώσεων (αναφέρουμε ενδεικτικά τις αμερικανικές NOW και Φεμινιστική Πλειονότητα, που μόνο ότι είναι «περιθωριακές» δεν μπορούν να κατηγορηθούν), μάταια προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν τη λεγόμενη διεθνή κοινή γνώμη ως προς τις οικτρές συνθήκες ζωής των γυναικών στο Αφγανιστάν. 

Η δουλειά τους περνούσε στα ψιλά ή πεταγόταν ασυζητητί στον κάλαθο των αχρήστων - έως ότου, όπως θα δούμε στη συνέχεια, «σοβαροί» πολιτικοί παράγοντες έμελλε να οδηγήσουν στην επαναξιολόγηση του ίσαμε τότε άχρηστου υλικού.

Ουδεμία πρωτοτυπία: άπειρα ιστορικά παραδείγματα μαρτυρούν ότι οι γυναίκες και οι τύχες τους χρησιμεύουν συχνά ως βασικό επιχείρημα της εκστρατείας δυσφήμησης του «βάρβαρου» αντιπάλου. Τα πραγματικά προβλήματα των γυναικών μετατρέπονται έτσι σε προπαγανδιστική ρητορεία, η οποία διαρκεί όσο κρατά ο αναβρασμός και λησμονείται την επομένη της αποκατάστασης των διακρατικών σχέσεων. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: νωπή είναι ακόμη η πολιτική χρήση των βιασμών στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία. 

Αλλά να μην υποτιμήσουμε και την αντίστροφη διαδικασία: από τη «χειραφέτηση» των γυναικών τους, διάφορα καθεστώτα έχουν κατά καιρούς αντλήσει την απόδειξη της δημοκρατικής τους νομιμότητας (κεμαλική Τουρκία, ίδρυση του κράτους του Ισραήλ κ.ο.κ.).

Γνωστά όλα αυτά, φωτίζουν τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από τον υποκριτικό σπαραγμό των δυτικών μέσων ενημέρωσης για τις γυναίκες του Αφγανιστάν. 

Στην περίπτωση, όμως, των γυναικών αυτών το κακό έχει παραγίνει, καθώς οι Αφγανές μέσα στα τελευταία χρόνια έχουν διατελέσει προσφιλές αντικείμενο των πιο διαφορετικών προπαγανδιστικών τακτικών: τον καιρό που οι Σοβιετικοί θεωρούσαν τη «χειραφετημένη» Αφγανή εμβληματική μορφή του καθεστώτος που είχαν επιβάλει στη χώρα, στο πρόσωπο της ίδιας γυναίκας οι Δυτικοί θρηνούσαν την καταπάτηση των παραδόσεων ενός ολόκληρου λαού και νοσταλγούσαν την αποκατάσταση της ισλαμικής μπούρκας. Και αργότερα, μετά την εκδίωξη των Σοβιετικών, διόλου δεν φάνηκε να πτοεί τις δυτικές κυβερνήσεις η εκστρατεία κατά των γυναικείων δικαιωμάτων, την οποία ξεκίνησε ο τότε εκλεκτός τους Γκουλμπουντίν Χεκματιάρ, ο ίδιος που, ως φοιτητής, έριχνε βιτριόλι στις συμφοιτήτριές του που δεν είχαν καλυμμένο το πρόσωπο. Και όταν οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία, επί καιρό η Δύση επισήμως έκανε ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε στις γυναίκες της μακρινής χώρας. Ανεπισήμως, θυσίαζε τις Αφγανές στα ατέλειωτα παζάρια της με τους νέους αφέντες της Καμπούλ. 

Το ανίερο παζάρι

Προτού όμως αναφερθούμε στη σκοτεινή αυτή ιστορία, αξίζει να σημειώσουμε ότι, από την πλευρά τους, οι Ταλιμπάν βάσισαν εξαρχής τη διαφορετικότητά τους και τη στρατιωτική τους ανωτερότητα στην «άτεγκτη» στάση τους απέναντι στις γυναίκες. Θεωρώντας εκφυλισμένες τις ηπιότερες εκδοχές του ισλαμισμού που πρεσβεύουν κάποιες εθνοτικές ομάδες της περιοχής, υποστήριξαν ότι μόνο σε μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες παραμένουν αόρατες διατηρείται υψηλό το ηθικό των μαχητών και εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των όπλων τους. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά την προέλασή τους, οι Ταλιμπάν υιοθετούσαν ακόμη σκληρότερα μέτρα εναντίον των γυναικών ύστερα από κάθε στρατιωτική τους ήττα, με τη δικαιολογία ότι με τον τρόπο αυτό θα ενίσχυαν το φρόνημα των στρατιωτών τους. Αλλά το ίδιο συνέβαινε και με κάθε νίκη, καθώς ο πληθυσμός της περιοχής που είχε μόλις κατακτηθεί έπρεπε αυτομάτως να νιώσει τη σιδερένια πυγμή τους. Στη συνέχεια, ο απόλυτος εγκλεισμός των γυναικών και η στέρηση όλων των δικαιωμάτων τους λειτούργησαν συμβολικά ως δείγμα της αντίστασης των Ταλιμπάν στις πιέσεις της Δύσης: όσο οι γυναίκες «τους» παραμένουν τιθασευμένες, οι Αφγανοί δεν κινδυνεύουν να μολυνθούν από τη δυτική ελευθεριότητα. 

Την εποχή της σταδιακής σκλήρυνσης του καθεστώτος στο ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών (1995-1997), η πλειονότητα των δυτικών μέσων ενημέρωσης επέλεξε να αγνοήσει το ζήτημα, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό την άκρως ελαστική στάση των Ηνωμένων Εθνών. Είναι αλήθεια ότι ορισμένες οργανώσεις, όπως η UNICEF, ανέστειλαν σχετικά νωρίς τα εκπαιδευτικά προγράμματά τους στο Χεράτ, όταν οι Ταλιμπάν απαγόρευσαν τη συμμετοχή κοριτσιών σε αυτά. Αλλοι, ωστόσο, διεθνείς οργανισμοί φάνηκαν πολύ πιο ανεκτικοί στον αποκλεισμό των γυναικών και συνέχισαν να αποδίδουν τη μισογυνική πολιτική των Ταλιμπάν στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της χώρας. Στο σημείο αυτό, η ευθύνη του ΟΗΕ είναι μεγάλη. Επρεπε να προηγηθεί η κατάληψη της Καμπούλ (Σεπτέμβριος 1996), να γίνουν γνωστές οι νέες θηριωδίες των Ταλιμπάν εις βάρος των γυναικών και να διατυπωθούν έντονες καταγγελίες από την πλευρά των φεμινιστριών, για να αποφασίσουν τα Ηνωμένα Εθνη να καταλήξουν σε μια κοινή «συμβιβαστική» στάση απέναντι στο πρόβλημα: το σχετικό ντοκουμέντο διακήρυσσε την πίστη του ΟΗΕ στην ισότητα μεταξύ φύλων, εθνοτικών ομάδων κ.ο.κ., αλλά υπογράμμιζε και την «ανάγκη σεβασμού των εγχώριων ηθών και εθίμων». 

Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι λίγο-πολύ γνωστά. Τους μήνες που μεσολάβησαν ώς το καλοκαίρι του '97, οι Ταλιμπάν έκαναν σαφή την πρόθεσή τους να απαλλαγούν από τις ανθρωπιστικές και άλλες οργανώσεις που δρούσαν ακόμη στη χώρα και, ως συνήθως, έβαλαν στόχο τις γυναίκες -πρώτα τις ντόπιες, ύστερα τις ξένες- που δούλευαν σε αυτές. Η διεθνής κοινότητα παρακολούθησε περίπου αδιάφορη τη θρησκευτική αστυνομία να τις κακοποιεί και διαμαρτυρήθηκε μάλλον χλιαρά για το σταδιακό εξοστρακισμό τους, έως ότου έφτασε η στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ενωση ανέστειλε την ανθρωπιστική βοήθεια προς το Αφγανιστάν και τα Ηνωμένα Εθνη και οι ποικιλώνυμες μη κυβερνητικές οργανώσεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Καμπούλ.

Ολως τυχαίως, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να «διακρίνουν» τις «αόρατες» γυναίκες του Αφγανιστάν το καλοκαίρι του 1998, τότε που οι ΗΠΑ αναθεωρούσαν την πολιτική τους προς τους Ταλιμπάν και ανακάλυπταν το νέο τους εχθρό στο πρόσωπο του Μπιν Λάντεν. Μέσα σε λίγο καιρό, ανασύρθηκαν από το συρτάρι οι καταχωνιασμένες καμπάνιες των γυναικείων οργανώσεων («Σταματήστε το απαρτχάιντ του φύλου στο Αφγανιστάν», «Ενα λουλούδι για τις γυναίκες της Καμπούλ» κ.ά.) και φεμινίστριες κλήθηκαν στα τηλεοπτικά στούντιο να μιλήσουν για το πρόβλημα. Ηταν το πρώτο κύμα «ευαισθητοποίησης» της Δύσης απέναντι στα δεινά των γυναικών του Αφγανιστάν. Για το δεύτερο -και ισχυρότερο- χρειαζόταν η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων.

 

(Ελευθεροτυπία, 6/10/2001)

 

www.iospress.gr