Τα «ευπρόσδεκτα αποτελέσματα» της 11ης Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την «εφημερίδα της Γουόλ Στριτ»



Η ρεβάνς της αμερικανικής Δεξιάς


Ποιες είναι οι πρωτογενείς πηγές της πληροφόρησής μας για τις αντιδράσεις της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι σε όσα ακολούθησαν το μακελειό της 11ης Σεπτεμβρίου; 

Ξεφυλλίζοντας τα πολυσέλιδα αφιερώματα των σοβαρότερων ελληνικών εφημερίδων, διαπιστώνει κανείς ότι μεγάλο μέρος της σχετικής ειδησεογραφίας προέρχεται από «εναλλακτικές» κυρίως πηγές -αντιφρονούντες διανοούμενους και κινήματα της αμερικανικής Αριστεράς, που κρατάνε μια συνεπή κριτική στάση απέναντι στην ιμπεριαλιστική πολιτική της επίσημης Ουάσιγκτον.

Το γεγονός από μόνο του θα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ θετικό: Επιτέλους, γίνονται και στη χώρα μας γνωστές οι «άλλες» φωνές των ΗΠΑ, διαψεύδοντας τα ρατσιστικά στερεότυπα που θέλουν «τα αμερικανάκια» να καταπίνουν απερίσκεπτα οτιδήποτε τους σερβίρει η κρατική προπαγάνδα (σε αντίθεση -προφανώς- μ' εμάς τους Βαλκάνιους, που ουδέποτε «τσιμπήσαμε» στα κηρύγματα της δικής μας εθνικοφροσύνης).

Από την άλλη, ωστόσο, αυτή η επικέντρωση των εγχώριων ΜΜΕ στους υπερατλαντικούς αντιφρονούντες έχει τα προβλήματά της. Το κυριότερο είναι ότι δημιουργεί, αθέλητα ίσως, μια ψευδή αίσθηση όσον αφορά το συσχετισμό δυνάμεων και το πολιτικό κλίμα που επικρατεί στις ΗΠΑ μετά τις 11 Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα την εξαγωγή λανθασμένων πολιτικών συμπερασμάτων.

Για να σφυγμομετρήσουμε τις αντιδράσεις, τις ζυμώσεις και τις προτάσεις που διαμορφώνουν τη σημερινή πλειοψηφία (και ασκούν καθοριστική επιρροή στους κυρίαρχους κύκλους της Ουάσιγκτον), θα χρειαστεί να πάμε στο άλλο άκρο του φάσματος. Αναμφίβολα, ο καλύτερος δείκτης προς αυτή την κατεύθυνση είναι η «Wall Street Journal». Με ημερήσιες πωλήσεις 1.800.000 φύλλων, η «εφημερίδα της Γουόλ Στριτ» είναι η δεύτερη σε κυκλοφορία στις ΗΠΑ (μετά τη «λαϊκή» «USA Today» των 2.300.000 και πολύ πάνω από τους «Los Angeles Times», που έρχονται τρίτοι με μόλις 1.100.000). Σε σύγκριση δε με τον υπόλοιπο αμερικανικό Τύπο, οι σελίδες της δεν διακρίνονται και τόσο για την πολυφωνία τους: το μήνυμα της «φωνής του κεφαλαίου» οφείλει να είναι ενιαίο, μασημένο και σαφές.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς η «Wall Street Journal» αποτίμησε την 11η Σεπτεμβρίου και τις επιπτώσεις της.

Το στρίμωγμα του «εσωτερικού εχθρού»

Αυτό που χτυπάει περισσότερο στο μάτι είναι ο ελάχιστα συγκαλυμμένος ενθουσιασμός των αρθρογράφων της εφημερίδας για τις «παράπλευρες απώλειες» της επίθεσης στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Μην πάει ο νους σας στον Μπιν Λάντεν και τη διαβόητη «σύγκρουση πολιτισμών». Αντίπαλος εδώ δεν είναι άλλος από τα κοινωνικά κινήματα που -τα τελευταία ιδίως χρόνια- είχαν εξελιχθεί σε πονοκέφαλο για τις μεγάλες εταιρείες. Ομόθυμες είναι οι εκτιμήσεις των αναλυτών ότι, μετά τις 11 Σεπτεμβρίου, αυτός ο «εσωτερικός εχθρός» έχει περιέλθει σε δεινή θέση, καθώς αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της απομόνωσης από τον κοινωνικό περίγυρο και τους όποιους συμμάχους του.

«Μια παραγνωρισμένη πτυχή του πολέμου που διεξάγουμε τώρα», διαπιστώνει περιχαρής ο Αντριου Σάλιβαν, μόνιμος αρθρογράφος της εφημερίδας και αρχισυντάκτης της επιθεώρησης «New Republic», «είναι ότι ξεστράβωσε τον κόσμο της Αριστεράς. Με μια μόνο αγριότητα, ο Μπιν Λάντεν μπορεί να κατάφερε ό,τι μια γενιά συντηρητικών συγγραφέων είχε αποτύχει να πράξει: Να πείσει τους καθώς πρέπει φιλελεύθερους για τον παραλογισμό και το μηδενισμό της πανίσχυρης μεταμοντέρνας Αριστεράς. Για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολύ καιρό, πολλοί φιλελεύθεροι επανεξετάζουν -σιωπηρά, προς το παρόν- τη συμμαχία τους με τις αντιαμερικανικές, αντικαπιταλιστικές δυνάμεις που επί τόσον καιρό αντιμετώπιζαν κατευναστικά, αγνοούσαν ή υποστήριζαν» (4/10/01).

Κατονομάζοντας ως σκληρό πυρήνα αυτής της «πανίσχυρης» Αριστεράς τους γνωστούς αντιφρονούντες διανοούμενους (Νόαμ Τσόμσκι, Σούζαν Σόνταγκ, Μάικλ Μουρ, Εντουαρντ Σαΐντ), ο Σάλιβαν τους αντιπαραβάλλει με τις μετριοπαθέστερες «φιλελεύθερες» οργανώσεις, όπως η αντιρατσιστική NAACP ή η Εθνική Ενωση Γυναικών, που έσπευσαν να συστρατευτούν στις γραμμές της πανεθνικής «αντιτρομοκρατικής» σταυροφορίας, για να μην αποκοπούν από τις μάζες -και τις πηγές χρηματοδότησής τους.

Ακόμη πιο σαφής είναι, στο ίδιο φύλλο, το στέλεχος της εφημερίδας Κίμπερλι Στράσελ: «Αν θέλετε ένα πρώιμο παράδειγμα για το πώς ακριβώς η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επέδρασε στην πολιτική τούτης της χώρας», γράφει, «μην πάτε παραπέρα από τις φιλελεύθερες ομάδες ακτιβιστών της Αμερικής -τους ριζοσπάστες οικολόγους, τους διαδηλωτές υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, τις αρχιφεμινίστριες και τους διαδηλωτές κατά της παγκοσμιοποίησης. Οι περισσότεροι απ' αυτούς βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συνειδητοποίηση του ότι μια δεκαετία τραμπουκισμών (sic) ίσως έχει τελειώσει».

Τα παραδείγματα που επικαλείται η αρθρογράφος για να τεκμηριώσει την αισιοδοξία της αφορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τη ματαίωση κινητοποιήσεων, που στόχευαν στην προστασία του περιβάλλοντος ή τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στις βιοτεχνίες του Τρίτου Κόσμου, και οι οργανωτές των οποίων δεν θέλησαν να κατηγορηθούν ότι υπονομεύουν την «εθνική ομοψυχία». «Από εσωτερικά μνημόνια αυτών των οργανώσεων», γράφει, «καθίσταται προφανές πως αυτή η στάση υπήρξε περισσότερο το αποτέλεσμα ανησυχίας για τις πολιτικές επιπτώσεις παρά πατριωτικού ζήλου». Ακόμη κι έτσι, όμως, «αυτή η επανεκτίμηση ορισμένων ακτιβιστικών ομάδων είναι ένα από τα λίγα ευπρόσδεκτα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις επιθέσεις» της 11ης Σεπτεμβρίου.

«Οικοτρομοκράτες» και σημαιοφόροι

Αλλες «ευπρόσδεκτες» επιπτώσεις της σφαγής, κατά τη «Wall Street Journal», είναι η παράκαμψη των οικολογικών αντιδράσεων απέναντι στην άντληση πετρελαίου από τον Εθνικό Δρυμό της Αλάσκας (επιβαλλόμενη, πλέον, για «εθνικούς λόγους» -την περαιτέρω, δηλαδή, απεξάρτηση της αμερικανικής βιομηχανίας από τη Μ. Ανατολή) και η επαναφορά προς συζήτηση στο Κογκρέσο τού σχεδίου για παραπέρα φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου. 

Με τα πιο θετικά χρώματα περιγράφεται, επίσης, η σκλήρυνση της καταστολής. «Να βλέπει κανείς το Κογκρέσο να υιοθετεί μια πολύπλοκη δέσμη αντιτρομοκρατικών μέτρων με αστραπιαία ταχύτητα, και τη συνήθως αργοκίνητη Γερουσία να εγκρίνει το όλο πακέτο σε λιγότερο από μισή ώρα, αυτό είναι μια ανακουφιστική αλλαγή», γράφει στις 29.9.01 ο Λόρενς Τράιμπ, καθηγητής... συνταγματικού δικαίου στο Χάρβαρντ. Εξίσου περιχαρής, ο τακτικός αρθρογράφος (και πρώην βουλευτής των Ρεπουμπλικάνων στο Ντέλαγουεαρ) Πιτ Ντιπόν διαπιστώνει ότι «προσπάθειες για την κατάργηση της θανατικής ποινής ή τη νομιμοποίηση των ναρκωτικών θα είναι στο εξής πιο δύσκολο να υποστηριχθούν». Οσο για την Κίμπερλι Στράσελ, αυτή προτιμά να εστιάσει τις προσδοκίες της στην «εδώ και καιρό παραμελημένη καταστολή περιθωριακών και βίαιων ομάδων», με κεντρικό στόχο την «οικοτρομοκρατία»: «Εστω και με κάποια καθυστέρηση, οι ομοσπονδιακές αρχές είχαν ήδη αρχίσει να πιάνουν ορισμένους από αυτούς τους εγκληματίες (...) Μετά τις επιθέσεις, οι Αμερικανοί θα γίνουν ακόμη λιγότερο ανεκτικοί απέναντι σε αυτού του είδους τη γηγενή εγκληματικότητα, οι δε καταδίκες κι οι ποινές αναμένεται να αυξηθούν».

Η πιο «ελπιδοφόρα» αλλαγή αφορά, ωστόσο, το κύμα εθνικισμού που σαρώνει τις ΗΠΑ -με κεντρικό παράδειγμα τη μετατροπή της κραυγής «USA-USA» σε σύνθημα και της αστερόεσσας σε μαζικό σύμβολο. Πρωτοπορία, εδώ, είναι οι φοιτητές, που για πρώτη φορά εμφανίζονται να αμφισβητούν δημόσια τους «αριστερούς» και «αντιαμερικανούς» καθηγητές τους. Η εφημερίδα κατονομάζει ως τέτοιους τον Πολ Κένεντι, του Γέιλ (που «ζήτησε από το ακροατήριό του να καταλάβει τους λόγους του μίσους προς την Αμερική»), και τον Ρόμπερτ Γένσεν, του Τέξας (που τόλμησε να συγκρίνει τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου με τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξαν κατά καιρούς οι ΗΠΑ), για να καταλήξει: «Φανταστείτε πώς θα είναι για κάτι τέτοιους καθηγητές, να κοιτάνε από το παράθυρό τους και να βλέπουν ορδές φοιτητών με αμερικανικές σημαίες στα ποδήλατά τους, στις τσάντες τους, στις μπλούζες τους, με μηνύματα που υπόσχονται: "Δεν ξεχνώ"». (2.10.01)

Υπάρχουν, άλλωστε, και οι «μεταμεληθέντες», που σπεύδουν να επανορθώσουν για τα πεπραγμένα τους: «Ακόμη κι ένα παλιό κομμούνι, όπως ο Τοντ Γκίτλιν (πρόεδρος κάποτε των Φοιτητών για μια Δημοκρατική Κοινωνία) κρέμασε μια σημαία από το διαμέρισμά του, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ», διαπιστώνει με χαρά η εφημερίδα στις 4.10, λίγες μέρες μετά τη διαπίστωσή της (28.9), ότι «η Αμερική είναι μια χώρα που μεταξύ των αρετών της αριθμεί και μερικά από τα πιο καλογραμμένα πατριωτικά τραγούδια της υφηλίου»...

Λύση: η αποικιοκρατία

Σύσσωμο το έθνος (πλην των γνωστών Λακεδαιμονίων) έχει λοιπόν στρατευτεί στην «αντιτρομοκρατική» υπόθεση. Ποιος είναι, όμως, ο τελικός στόχος; Την απάντηση αναλαμβάνει να μας δώσει, στο φύλλο της 6ης Οκτωβρίου, ο καθηγητής Πολ Τζόνσον: Μοναδική σοβαρή «απάντηση στην τρομοκρατία», εξηγεί, δεν μπορεί παρά να είναι η επιστροφή στην κλασική αποικιοκρατία!

Ως παράδειγμα, επικαλείται την καταστολή της πειρατείας το ΙΘ' αι., που έδωσε και το έναυσμα για την αποικιοποίηση των πρώην «πειρατικών κρατών» της Βόρειας Αφρικής ή της Απω Ανατολής. Πρωτοπόρες κι εδώ, μας θυμίζει, υπήρξαν πάλι οι ΗΠΑ -με την εκστρατεία τους κατά της Λιβύης το 1805, που ώθησε τους Βρετανούς «να υποβάλουν το Αλγέρι στον αγριότερο ώς τότε ναυτικό βομβαρδισμό της Ιστορίας» και τους Γαλλοϊταλούς να χτίσουν τις δικές τους αυτοκρατορίες. Το ξήλωμα των οποίων μετά το 1945 υπήρξε, άλλωστε, «μια μπερδεμένη κι αιματηρή δουλειά»...

«Η Αμερική και οι σύμμαχοί της», καταλήγει ο αρθρογράφος της «Wall Street Journal», «μπορεί να βρεθούν στη θέση, όχι μόνο να καταλάβουν στρατιωτικά, αλλά και να διοικήσουν κάποια αμετανόητα τρομοκρατικά κράτη. Σ' αυτά ενδεχομένως θα συμπεριληφθούν όχι μόνο το Αφγανιστάν, αλλά επίσης το Ιράκ, το Σουδάν, η Λιβύη, το Ιράν και η Συρία. Υποψιάζομαι πως η καλύτερη μεσοπρόθεσμη λύση θα είναι να αναβιώσουμε το παλιό σύστημα των εντολών της Κοινωνίας των Εθνών, που λειτούργησε ως μια "αξιοσέβαστη" μορφή αποικιοκρατίας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Χώρες που κηρύσσουν συγκαλυμμένα τον πόλεμο στη διεθνή κοινότητα, δεν μπορούν να περιμένουν πλήρη ανεξαρτησία».

Παρελθοντολογία χωρίς νόημα; Ρωτήστε στο επίσημο ΝΑΤΟϊκό «Προτεκτοράτο» του Κοσσυφοπεδίου...

 

(Ελευθεροτυπία, 13/10/2001)

 

www.iospress.gr