Εργάτες του χεριού, του ποδαριού και του πνεύματος



Δημοσιογράφοι: Ανάγκη για νέες συμμαχίες

 

"Υλοποιείται το συνδικάτο Τύπου"
                («Θεσσαλονίκη», 5/11/2001)

 

 


ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ζήτημα της ποιότητας της ενημέρωσης έλεγαν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και των κομμάτων, για τις απολύσεις και τις "απορρυθμισμένες" εργασιακές σχέσεις μίλαγαν οι δημοσιογράφοι, αποδίδοντας σε αυτή την αθέατη πραγματικότητα το συνολικό (κοινωνικό) πρόβλημα του δημοσιογραφικού προϊόντος. Το τριήμερο (2-4/11) κατά το οποίο διεξήχθησαν οι εργασίες του 3ου συνεδρίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ), ήταν αρκετό για να φέρει στην επιφάνεια την πολύπλευρη κρίση των ΜΜΕ και της δημοσιογραφίας.

Πολλοί μύθοι κατέρρευσαν οριστικά, με πρώτο εκείνο που ήθελε τους δημοσιογράφους ένα είδος "εργατικής αριστοκρατίας". Οι δημοσιογράφοι ανήκουν σε πολλές, ανισότιμες κατηγορίες και στο σύνολό τους βιώνουν μια πολλαπλή ανασφάλεια. Εχουν διαφορετικά δικαιώματα (που λιγοστεύουν για τους πολλούς) και υφίστανται κάθε λογής περιορισμούς στη διαδικασία "ανεπηρέαστης άσκησης του έργου τους". Τα φαινόμενα της διαπλοκής και της διαφθοράς στο εξής δεν μπορούν να κουκουλώνονται μέσα στο σκουριασμένο συντεχνιακό περιτύλιγμα. Αν υπάρχει ένας δρόμος δημοκρατικής ανασυγκρότησης των δημοσιογράφων (και συνεπώς της ποιότητας της δουλειάς τους), αυτός ο δρόμος δεν μπορεί παρά να είναι ενταγμένος στο ευρύτερο κίνημα του κόσμου της εργασίας, με αίσθηση ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο.

Η πλειοψηφία των συνδικαλιστών στο συνέδριο μίλησε ανοιχτά. Τα κύματα των ομαδικών απολύσεων δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τη μείωση της διαφημιστικής "πίτας", ούτε με τη δραματική πτώση των πωλήσεων (που έρχεται ως αποτέλεσμα αλλά και ως αιτία της ποιοτικής απαξίωσης) πολλών εντύπων. Οι δημοσιογράφοι μελετούν τους ισολογισμούς και τα "απολογιστικά δελτία" των επιχειρήσεων ΜΜΕ και -έστω και καθυστερημένα- αναρωτιούνται για την τύχη των πολλών δισεκατομμυρίων που αντλήθηκαν από το χρηματιστήριο. Μέρος αυτών των κεφαλαίων επενδύθηκαν εκ νέου στην τέως "χρυσοφόρα κότα" για να υποστούν τις γνωστές συνέπειες, δίχως όμως να φαίνεται ότι μειώθηκαν τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία των ιδιοκτητών και των μεγαλομετόχων.

Σήμερα, οι χρόνιες αδυναμίες των συνδικαλιστικών ενώσεων είναι αμφίβολο αν θα καταφέρουν να επέμβουν αποτελεσματικά στην κλασική διαδικασία μεταφοράς (και αυτής) της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων.

Υποχρεωτικές ...παραιτήσεις

Οι επιχειρήσεις ΜΜΕ, ιδίως όσες έχουν ραδιοτηλεοπτικό προσανατολισμό, ποτέ δεν έκρυψαν την αλλεργία τους για τις συλλογικές συμβάσεις και τις όποιες τους υποχρεώσεις απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Ενα κανάλι, από τη μια μπορεί να κλείνει μετεγγραφές μεγαλοδημοσιογράφων ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων, και από την άλλη να αμελεί συστηματικά την πληρωμή των δεδουλευμένων στους ...κωπηλάτες της γαλέρας. Ποιος δεν θυμάται την πρόσφατη ιστορία Ευαγγελάτου - ΤΕΜΡΟ;

Η δημοσιογραφική εργασία αμείβεται όλο και περισσότερο "με το κομμάτι" (συχνά χωρίς απόδειξη "Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών"), ενώ είναι πασίγνωστο ότι οι καναλάρχες και η πλειοψηφία των ραδιοσταθμών δεν δέχονται να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις μισθωτής εργασίας με τις Ενώσεις των δημοσιογράφων. Σε συνθήκες όμως γενικής οικονομικής κρίσης των ΜΜΕ (έστω κι αν δεν είναι ίδια τα δεδομένα για όλα τα μέσα), οι τιμές των κατ' αποκοπήν εργαζομένων βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση σε όλη την έκταση της συγκεκριμένης αγοράς εργασίας.

Ερωτήματα

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση ενός συνέδρου από τη Θεσσαλονίκη. "Οι χαμηλές αμοιβές, η μη ένταξη στο μισθολόγιο, η μη ασφαλιστική κάλυψη, το καθεστώς μαύρης εργασίας και τα εντατικοποιημένα απάνθρωπα ωράρια, γίνονται καθεστώς σε δεκάδες ραδιόφωνα που λειτουργούν στη Μακεδονία και τη Θράκη. Επομένως, μεταξύ άλλων, προκύπτουν και ερωτήματα για το πώς έχουν προκριθεί στη λίστα της μοριοδότησης". Αλλος συνδικαλιστής από τη Θεσσαλονίκη αποκάλυψε ότι ο ραδιοσταθμός του ΑΝΤΕΝΝΑ, αξιοποιώντας τους νέους θεσμούς "ελαστικοποίησης" και "απελευθέρωσης", πληρώνει ανθρώπους 80.000 δρχ. το μήνα για δεκάωρη ημερήσια απασχόληση, με χρήματα που παίρνει από τον ΟΑΕΔ. 

Σύνεδρος από το Βόλο πρόσθεσε ότι τα μεγάλα κανάλια απολύουν τους ανταποκριτές τους στις περιφέρειες, αφού τους αρκούν για τα δήθεν δελτία ειδήσεών τους λίγες εικόνες (ιδίως οι εντυπωσιακές) που θα αγοράσουν από κάποιους καμεραμαν ή θα "δανειστούν" από κάποιο επαρχιακό κανάλι. Εκπρόσωπος των δημοσιογράφων στα περιοδικά μίλησε για την "κατακλυσμιαία διάσταση που έχει πάρει το φαινόμενο των αυτοαπασχολουμένων, οι οποίοι σε πανελλαδική κλίμακα υπερβαίνουν τους 8.000".

Απολυμένος κι ο ίδιος από την "ηλεκτρονική πύλη" μεγάλου αθηναϊκού καναλιού, συνδικαλιστής περιέγραψε τη μικρή ιστορία της άνθησης και του μαρασμού των portals (in.gr, e-go.gr, antenna.gr) από τα οποία γεννήθηκε ένα νέο δημοσιογραφικό υποπρολεταριάτο, έτοιμο για όλα στην αγορά εργασίας. Την ίδια περίπου ώρα που ανέλυε αυτή την κατάσταση, ξεκινούσε και στο flash.gr η διαδικασία απομάκρυνσης του πλεονάζοντος δυναμικού, που θα φτάσει ώς και στο 40% του αρχικού αριθμού των εργαζομένων. 

Αρκετοί σύνεδροι αναφέρθηκαν στις πρόσφατες χρεοκοπίες αθηναϊκών εφημερίδων, και περιέγραψαν τους ηθικούς εκβιασμούς που υφίστανται οι δημοσιογράφοι (και άλλοι εργαζόμενοι στη βιομηχανία του Τύπου). Η αρχή, όπως είναι γνωστό, έγινε με την ΕΚΤΡΟΠΗ, συνεχίστηκε με την ΑΘΗΝΑΪΚΗ, το ΚΑΡΦΙ κι έρχεται η σειρά άλλων εντύπων, περιορισμένης εργασιακής ευθύνης, που εδρεύουν στη Λεωφ. Ιωνίας.

«Παραιτηθείτε, παρακαλώ»

Ωστόσο, το παράδειγμα των δεκάδων "οικειοθελών" παραιτήσεων στο ΒΗΜΑ και σ' άλλες επιχειρήσεις του ΔΟΛ είναι αντιπροσωπευτικό αυτής της τάσης, που πλέον γενικεύεται και στους λεγόμενους εκδοτικούς κολοσσούς. Η ίδια πολιτική εκδηλώθηκε και στον ΠΗΓΑΣΟ, όπου ...εξατμίστηκε σιωπηρώς, τους τελευταίους μήνες, γύρω στο 30% των εργαζομένων στις διάφορες επιχειρήσεις του συγκροτήματος. Οι εργαζόμενοι κατά κανόνα δεν απολύονται τυπικά (ώστε η επιχείρηση να αποφύγει τους ποσοτικούς περιορισμούς -το 2%- που θέτει η εργατική νομοθεσία). Τους ζητείται ευγενικά και σε κατ' ιδίαν συναντήσεις η "παραίτηση" έναντι κάποιας αποζημίωσης και μιας αόριστης υπόσχεσης ότι στο μέλλον ενδεχομένως θα ξανασυνεργαστούν, ασφαλώς όμως με τη μέθοδο του φασόν.

Ενα γενικό συμπέρασμα των συνδικαλιστών ήταν ότι οι "παραιτούμενοι" δεν ανήκουν στις κατηγορίες των υψηλόμισθων και ότι, μέσα στο ευρύτερο κλίμα της ανασφάλειας, δεν τους είναι εύκολο να δημοσιοποιήσουν την απόλυσή τους, αυταπατώμενοι πως έτσι δεν θα τορπιλίσουν την καριέρα τους.

Συμμαχίες και μέτωπα

Παλαίμαχη συνάδελφος έφερε στην επιφάνεια ένα θέμα ουσίας, απ' αυτά που όλοι γνωρίζουν πολλά χρόνια τώρα αλλά ελάχιστοι συνδικαλιστές ομολογούσαν δημόσια. "Δυστυχώς οι διαφορές που χωρίζουν τους δημοσιογράφους είναι τόσο μεγάλες", είπε η δημοσιογράφος, "ώστε το μόνο που μπορεί να μας ενώνει είναι οι μεγάλες κουβέντες". Εννοούσε, ότι, αν οι δημοσιογράφοι μείνουν στα μεγάλα λόγια: "ειρήνη", "ενότητα", "δημοκρατικά συνδικάτα", "ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα", δίχως να κοιτάξουν τους εαυτούς τους στον καθρέφτη, δηλαδή τις εσωτερικές τους αντιφάσεις και αντιθέσεις, δεν θα κάνουν από κοινού ποτέ τίποτα σπουδαίο. 

Πράγματι, το κεντρικό ζήτημα των δημοσιογράφων σήμερα δεν είναι μόνο η πολιτική των ιδιοκτητών των ΜΜΕ να τους αμείβουν αυθαίρετα ή να τους τοποθετούν σε ρόλους με προδιαγεγραμμένο (και υπαγορευμένο)περιεχόμενο. Το δομικό ζήτημα είναι η ανομοιογένεια του χώρου, την οποία δεν μπορεί να υποκαθιστά το κοινό ρεφλέξ τους σε κάθε απειλή των ασφαλιστικών τους κεκτημένων.

Σε μια έρευνα, ήδη προ τριετίας, της V-PRC οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι (απ' όλα τα είδη των ΜΜΕ) αποκάλυπταν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την ταυτότητά τους. Καταρχάς, οι άνω των 45 ετών αποτελούν πλέον μόνο το 12%. Η πλειοψηφία (54%) μπήκε στο επάγγελμα μετά το 1988. Το 42,3% απασχολείται σε δύο ή περισσότερους εργοδότες. Στο μισθολόγιο ήταν (μιλάμε για το 1998 πάντα) το 77%, ενώ στη βελτίωση της οικονομικής τους θέσης (τον επόμενο χρόνο) πίστευε το 42%. Εξασφαλισμένοι επαγγελματικά ένιωθαν περίπου οι μισοί δημοσιογράφοι. Ωστόσο, η αυτοτοποθέτησή τους στην κοινωνική κλίμακα έδινε την εξής εικόνα: 49% μεσοαστική τάξη, 18% αστική, 13% μικροαστική και μόνο 7,5% δήλωναν ότι ανήκουν στην εργατική τάξη. Θα ήταν περιττό να παραθέσουμε τη γνώμη τους για το πόσο "εμπιστεύονται τα σωματεία και γενικά τον συνδικαλισμό".

Παράλληλα, στην ίδια έρευνα, οι δημοσιογράφοι δήλωναν ότι δέχονται παρεμβάσεις στη δουλειά τους (65,7%) και ότι αυτολογοκρίνονται (24,3%). Ανάμεσά τους, θεωρούν (σε ποσοστό 51,5%) ότι υπάρχουν "αρκετοί διεφθαρμένοι" και "όχι πολλοί διεφθαρμένοι" (39,3%). Οι απαντήσεις στο ερώτημα "τι χαρακτηρίζει τον Ελληνα δημοσιογράφο" είναι αποκαλυπτικές: Υπερβολή 28,9%, Αλαζονεία 19,3%, Υποτέλεια 28,9%, Κυνισμός 12,2%, Ανευθυνότητα 9,5% κ.ο.κ. 

Γίνεται φανερό ότι -όπως είπαν αρκετοί σύνεδροι- δεν είναι εύκολο να πάνε όλοι μαζί οι δημοσιογράφοι στο στόχο που αποφάσισε το συνέδριό τους, για το συνδικάτο Τύπου όλων των εργαζομένων στα ΜΜΕ ή για τις μεγάλες (ενιαίες) εθνικές συμβάσεις εργασίας. Ούτε στο ζήτημα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της επαγγελματικής ηθικής μπορούν να προχωρήσουν στις δεδομένες συνθήκες.

Ενας έμπειρος συντάκτης τόνισε ότι "πέρα από τη μαύρη εργασία, την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε, υπάρχουν και τα αστρονομικά ιδιωτικά συμβόλαια που επίσης πρέπει να καταγγείλουμε". Αλλά, το θέμα, όπως ο ίδιος είπε συνεχίζοντας, είναι ότι "σε μεγάλο βαθμό και πέρα από τις ροζ ή τις κίτρινες ιστορίες και τις άλλες ασημαντότητες, αντί για ενημέρωση παράγουμε ανερυθρίαστα, κατ' εντολή των εμπορικών διευθύνσεων των ΜΜΕ, ρεκλάμες". Σε μεγάλες εφημερίδες (και όχι μόνο σε τηλεοπτικούς πρωϊνούς καφέδες) καταγγέλθηκε ότι τα τμήματα μάρκετινγκ επιβάλλουν τη δημοσιογραφική ύλη.

Στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (και όχι μόνο) οι σπόνσορες έχουν προ πολλού "καταργήσει" τους δημοσιογράφους και εκατοντάδες δημοσιογράφοι ανήκουν (με το αζημίωτο, προφανώς) στην υπηρεσία των πάσης φύσεως γραφείων Τύπου και δημοσίων σχέσεων (κράτους, επιχειρήσεων, αθλητικών ΠΑΕ κ.ο.κ).

Το ερώτημα "με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε" είναι φανερό ότι απασχολεί τη συνδικαλιστική ηγεσία των δημοσιογράφων και απαιτεί επείγουσες απαντήσεις. Το δικό μας συμπέρασμα -σε συνθήκες, μάλιστα, ευρύτερων ανακατατάξεων, πολεμικής προπαγάνδας και νεοφιλελεύθερου γενικού παροξυσμού- είναι ότι οι καλύτερες απαντήσεις θα δοθούν μέσα από σαφείς και καθαρές κοινωνικές συμμαχίες και μόνο.
 

 

(Ελευθεροτυπία, 10/11/2001)

 

www.iospress.gr