Συνέντευξη με τον Πέρετς Κιντρόν, εκπρόσωπο της ισραηλινής οργάνωσης "Υπάρχει ένα Οριο"



"Δεν υπηρετούμε στα Κατεχόμενα"

 


Μια από τις "παράπλευρες απώλειες" του τελευταίου πολέμου στο Αφγανιστάν υπήρξε και το ενδιαφέρον των εγχώριων ΜΜΕ για τα τεκταινόμενα σε άλλες, εξίσου θερμές (και σαφώς κοντινότερες σ' εμάς) γωνιές του πλανήτη. Το διαπιστώσαμε για μια ακόμη φορά πριν από μερικές μέρες, με την καταθλιπτική σιωπή που κάλυψε την παρουσία στη χώρα μας του Πέρετς Κιντρόν, στελέχους της ισραηλινής αντιπολεμικής οργάνωσης Yesh Gvul ("Υπάρχει ένα όριο"). Προσκαλεσμένος στη χώρα μας από την Αντιπολεμική Κίνηση, μίλησε σε δυο κατάμεστα αμφιθέατρα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, για να αντιμετωπίσει ωστόσο την παντελή αδιαφορία των μέσων ενημέρωσης -έντυπων και ηλεκτρονικών. Ηλίου φαιενότερον πως η αντίσταση των ίδιων των ισραηλινών στρατευμένων και των συμπαραστατών τους στην αχαλίνωτη βία της ισραηλινής πολεμικής μηχανής στα Κατεχόμενα δεν "πουλάει", εφόσον διαψεύδει τα κυρίαρχα στερεότυπα για την περιοχή. 

Κι όμως, η ύπαρξη και η δραστηριότητα της Yesh Gvul παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει τις δυνατότητες (αλλά και τα όρια) της αντίστασης στο εσωτερικό του πιο σύγχρονου και "δημοκρατικού" ρατσιστικού κράτους στον κόσμο, από μέλη της ίδιας της¨"κυρίαρχης" εθνοθρησκευτικής ομάδας.

Η Yesh Gvul δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 1982, κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής στο Λίβανο. Περίπου 3.500 στρατιώτες υπέγραψαν μια έκκληση προς τον πρωθυπουργό Μεναχέμ Μπέγκιν, ζητώντας να μην υπηρετήσουν έξω από τα σύνορα της χώρας. Από αυτούς, 168 φυλακίστηκαν και κάπου 400 στάλθηκαν στα σπίτια τους ή απασχολήθηκαν σε δευτερεύουσες στρατιωτικές εργασίες στο εσωτερικό του Ισραήλ. Η όλη εκστρατεία, στην οποία επικεφαλής ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν, τέλειωσε ως γνωστόν με την εσπευσμένη αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από το μεγαλύτερο μέρος του Λιβάνου, το 1985.

Ύστερα ήρθε η πρώτη Ιντιφάντα -η εξέγερση των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη, το Δεκέμβριο του 1987. Ο ισραηλινός στρατός βρέθηκε αντιμέτωπος με χιλιάδες αποφασισμένους νέους, που ύψωναν οδοφράγματα κι επιδίδονταν στον πετροπόλεμο -και ο (μετέπειτα "ειρηνιστής") υπουργός Αμυνας Γιτζάκ Ράμπιν έδωσε την εντολή στους στρατιώτες να σπάζουν τα χέρια των συλληφθέντων, προκειμένου να ξεπεραστούν οι τεχνικές μικροδυσκολίες των "νόμιμων" δικαστικών διαδικασιών. Ηδη από τις πρώτες μέρες της Ιντιφάντα, η Yesh Gvul βγήκε στους δρόμους, καταγγέλλοντας τη χρησιμοποίηση του στρατού για την καταστολή των εξεγερμένων. Αρκετές εκατοντάδες φαντάροι αρνήθηκαν να υπηρετήσουν στα Κατεχόμενα, δηλώνοντας ότι θεωρούν την παρουσία τους εκεί παράνομη. Μια διακοσαριά φυλακίστηκαν, όμως η συγκυρία ήταν τέτοια, που η κυβέρνηση και η στρατιωτική ηγεσία απέφυγαν τη γενίκευση της ενδοϊσραηλινής αυτής καταστολής.

"Στρατιώτη, τι θα πεις στα παιδιά σου;"

Μετά το ξέσπασμα της καινούριας Ιντιφάντα, τον Οκτώβριο του 2000, η αντιπολεμική αυτή οργάνωση δίνει ξανά το παρόν. "Βασικός σκοπός της Yesh Gvul", μας εξηγεί ο Πέρετς Κιντρόν, "είναι να βοηθήσει στη συνειδητοποίηση κάθε μεμονωμένου στρατιώτη, ώστε αυτός να καταλάβει ότι τα πράγματα που απαιτούνται απ' αυτόν δεν είναι νόμιμα". Για το σκοπό αυτό, μοιράζονται προκηρύξεις και δημοσιεύονται καταχωρήσεις στον Τύπο, όπου υπενθυμίζεται ο παράνομος χαρακτήρας της στρατιωτικής κατοχής της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη και της Γάζας και ανασκευάζονται οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης και των προπαγανδιστών της σχετικά με την "εθνική αναγκαιότητα" της τελευταίας. 

"Στρατιώτη, πού κατευθύνεσαι;", διαβάζουμε σε μια απ' αυτές τις ανακοινώσεις. "Πηγαίνεις να υπηρετήσεις στα Κατεχόμενα; Θυμήσου ότι η Σύμβαση της Γενεύης απαγορεύει ρητά τις ομαδικές τιμωρίες, τον εξευτελισμό, την τρομοκράτηση ή τα αντίποινα εις βάρος αμάχων και της περιουσίας τους. Η Σύμβαση απαγορεύει επίσης την επιβολή φυσικού πόνου, τη διάπραξη βασανιστηρίων, τον ακρωτηριασμό και το φόνο πολιτών. Στρατιώτη, αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μας! Η φύλαξη των οικισμών των εποίκων είναι τόσο "απαραίτητη" για την εθνική ασφάλεια, όσο ήταν κάποτε ο έλεγχος της Νάμπλους ή της Λωρίδας της Γάζας [περιοχές που εγκαταλείφθηκαν, βάσει της συμφωνίας του Οσλο, το 1994]. Θυμήσου: εδώ και 40 χρόνια, η ισραηλινή δικαιοσύνη έχει αποφανθεί ότι απαγορεύεται σε ένα στρατιώτη να υπακούσει σε μια εξόφθαλμα παράνομη διαταγή. Κι έπειτα, τι θα πεις στα παιδιά και τα εγγόνια σου, όταν θα σε ρωτήσουν αν κάποτε συμμετείχες σε εγκλήματα πολέμου;" Αλλες καταχωρίσεις παραθέτουν καταλόγους με δραστηριότητες των κατοχικών στρατευμάτων που συνιστούν εγκλήματα πολέμου: κατεδάφιση σπιτιών, ξυλοδαρμοί πολιτών, καταστροφή των μέσων διαβίωσής τους (όπως είναι λχ το ξερίζωμα των ελαιόδενδρων), στέρηση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε ασθενείς, παρεμπόδιση της τροφοδοσίας οικισμών που έχουν υποβληθεί σε απαγόρευση επικοινωνίας με το εξωτερικό, κόκ. 

"Ο ρόλος μας", εξηγεί ο κ. Κίντρον, "είναι να υποστηρίξουμε όσους αρνούνται να υπακούσουν σε παράνομες διαταγές. Η υποστήριξή μας ξεκινά με την ενημέρωση και τη λειτουργία μιας ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής για όσους σκέφτονται να αρνηθούν την θητεία στα Κατεχόμενα. Στην τωρινή Ιντιφάντα, πάνω από 250 στρατιώτες ήρθαν σε επικοινωνία μαζί μας μέσω αυτής της γραμμής, ζητώντας πρακτικές οδηγίες για το πώς θα προχωρήσουν. Τους παρέχουμε αυτές τις πληροφορίες, ενημερώνοντάς τους ταυτόχρονα πως αυτό είναι δική τους, προσωπική επιλογή. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τη φυλάκισή τους, θα είμαστε όμως έξω από τη φυλακή οργανώνοντας εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, θα δημοσιοποιήσουμε τις υποθέσεις τους ώστε να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη, θα προσφέρουμε κάθε δυνατή υλική, ηθική και νομική βοήθεια". Σήμερα το μεσημέρι, λχ, η Yesh Gvul οργανώνει συγκέντρωση έξω από τις στρατιωτικές φυλακές του Αθλίτ, σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τον φυλακισμένο εδώ και ένα μήνα έφεδρο υπολοχαγό Ρόϊ Βόλμαν. Δημοσιογράφος στην πολιτική του ζωή, ο 24χρονος έφεδρος αρνήθηκε να υπηρετήσει στη Χεβρώνα, δηλώνοντας ότι θεωρεί τις ενέργειες του στρατού εκεί "ανήθικες και άξιες κάθε περιφρόνησης".

Αντιφάσεις μιας στρατοκρατικής κοινωνίας

Στην πραγματικότητα, η ιδιάζουσα στρατοκρατική φύση της ισραηλινής κοινωνίας διευκολύνει μια τέτοια δραστηριότητα. "Οι περισσότεροι στρατιώτες έχουν μια εξωτερική σχέση με το στρατό κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Εντεκα μήνες το χρόνο είναι πολίτες κι ένα μήνα υπηρετούν ως έφεδροι -στην παρούσα κατάσταση, κάποιοι υπηρετούν περισσότερο από ένα μήνα το χρόνο. Ετσι, ο στρατιώτης συνήθως καταλήγει στην απόφασή του να αρνηθεί τη θητεία στα Κατεχόμενα ενώ είναι ακόμα πολίτης και περιμένει να τον καλέσουν ξανά. Κατά κανόνα ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, αφού έχει υπηρετήσει την περασμένη χρονιά. Το σκέφτεται, λοιπόν, και στη συνέχεια έρχεται σε επαφή μαζί μας, όσο είναι ακόμα πολίτης. Μπορεί, φυσικά, να υπάρξουν και ζυμώσεις και ανάμεσα στους ίδιους τους στρατευμένους. Ομως δεν υφίσταται οργάνωσή μας στο εσωτερικό του στρατού".

Ποια είναι, όμως, η έκταση αυτής της αντίστασης κατά την τωρινή Ιντιφάντα; "Είναι πολύ δύσκολο να δώσει κανείς αριθμούς, γιατί ο ίδιος ο στρατός αποφεύγει να δώσει. Το μόνο που έχουμε, είναι μια γενική εικόνα. Συχνά, κάποιος με τον οποίο έχουμε επαφή πηγαίνει στη φυλακή, κι εκεί συναντά τρεις-τέσσερις άλλους, φυλακισμένους για τον ίδιο λόγο, που κανείς δεν ήξερε την ύπαρξή τους. Το γεγονός είναι πως 250 στρατιώτες έχουν έρθει σε επαφή μαζί μας στη διάρκεια αυτού του πολέμου. Για ένα στρατό όπως ο ισραηλινός, είναι ήδη μεγάλος αριθμός. Οσο για το σύνολο όσων έχουν αρνηθεί να υπηρετήσουν στα Κατεχόμενα, μπορεί να είναι χίλιοι, μπορεί και δυο χιλιάδες..." 

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για νέους χωρίς ιδιαίτερες διασυνδέσεις. Υπάρχουν, ωστόσο, και οι εξαιρέσεις: "Εχουμε περιπτώσεις, που ο πατέρας φυλακίστηκε στη διάρκεια του λιβανικού πολέμου και ο γιος φυλακίζεται σήμερα επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει στα Κατεχόμενα".

Εντυπωσιακή μπορεί να θεωρηθεί η ηπιότητα της αντίδρασης του στρατιωτικού μηχανισμού. Από το 1982 μέχρι σήμερα, κανείς απολύτως από τις χιλιάδες των "επιλεκτικών αντιρρησιών" (όπως ονομάζει το κίνημά της η Yesh Gvul) δεν οδηγήθηκε σε στρατοδικείο. Ο λόγος είναι πολύ απλός. "Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία", τονίζει ο συνομιλητής μας, "απαγορεύεται ρητά στους στρατιώτες να εκτελούν 'πασιφανώς παράνομες' εντολές, απ' όπου κι αν προέρχονται. Στην περίπτωση λοιπόν που οδηγηθούν στο στρατοδικείο κάποιοι "επιλεκτικοί αντιρρησίες", κατηγορούμενοι στην πραγματικότητα δεν θα είναι οι ίδιοι αλλά η στρατιωτική κατοχή" (που, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ, είναι παράνομη). Ετσι, η τιμωρία των απείθαρχων περιορίζεται συνήθως σε επαναλαμβανόμενες 35ήμερες φυλακίσεις, με αποφάσεις των κατά τόπους στρατιωτικών διοικητών. 

Ενας άλλος λόγος που επιτρέπει μια τέτοια "διακριτική" καταστολή, είναι η ύπαρξη ενός πλειοψηφικού ρεύματος, τόσο στον ίδιο το στρατό όσο και στην ευρύτερη κοινωνία, υπέρ της άγριας καταστολής των Παλαιστινίων. Ο συνομιλητής μας δεν είναι καθόλου χαρούμενος όταν κάνει τη σύγκριση ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη Ιντιφάντα: "Υπάρχουν άνθρωποι που πριν από μερικά χρόνια ήταν ενεργοί στο ειρηνιστικό κίνημα, και σήμερα λένε. Ημουνα αφελής, νόμιζα πως οι Παλαιστίνιοι αγωνιζόντουσαν για την εθνική τους απελευθέρωση, τώρα βλέπω ότι είναι απλά δολοφόνοι που θέλουν να μας ρίξουν στη θάλασσα'. Είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί: ενώ παλιότερα παλεύαμε για να κερδίσουμε το 'μεσαίο χώρο', σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ζυμωνόμαστε με τους προοδευτικούς μέχρι πρότινος συντρόφους μας, ανθρώπους που ψήφιζαν το Εργατικό Κόμμα και τώρα στηρίζουν το Σαρόν. Το ειρηνιστικό κίνημα σήμερα είναι πολύ μικρότερο -πολύ ενεργό, βέβαια, αλλά αισθητά μικρότερο και κατακερματισμένο. Ακόμη και το (σχετικά μετριοπαθές και προβεβλημένο από τα ΜΜΕ) "Ειρήνη Τώρα" δεν έχει την υποστήριξη εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, όπως κάποτε ΄ έχει ριζοσπαστικοποιηθεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν, όμως η μαζική του βάση έχει συρρικνωθεί αισθητά".

 

(Ελευθεροτυπία, 18/11/2001)

 

www.iospress.gr