Η ανέγερση του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης προχωρά με κόστος την καταστροφή της ανασκαφής Μακρυγιάννη

Ποιος πληρώνει τα μάρμαρα;
 

 
 

"Συνεχίζεται η καταστροφή αρχαιοτήτων στο χώρο Μακρυγιάννη"
        («Ριζοσπάστης», 18/1/03)

 

 

Η ΑΝΕΓΕΡΣΗ του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης στην τοποθεσία Μακρυγιάννη εξακολουθεί να διχάζει τον πνευματικό και επιστημονικό κόσμο. Αυτή τη φορά, μάλιστα, η υπόθεση παίρνει διεθνείς διαστάσεις και κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ για όσους σχεδίασαν όλο το έργο ως εθνικό ή προσωπικό «στοίχημα».

Η 13η Παγκόσμια Γενική Συνέλευση του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS) που έγινε στη Μαδρίτη κατά το διάστημα 1-5 Δεκεμβρίου 2002 με συμμετοχή εθνικών επιτροπών από 122 χώρες υιοθέτησε ομόφωνα το ακόλουθο ψήφισμα: «Το ICOMOS ζητά από την UNESCO την αποστολή επιτροπής για να αξιολογηθούν οι κίνδυνοι που ενέχει η κατασκευή του νέου αρχαιολογικού μουσείου σε άμεση γειτνίαση με την Ακρόπολη των Αθηνών, που είναι Μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, και μάλιστα πάνω σε αρχαιολογικά ευρήματα προσφάτως ανασκαφέντα, τα οποία δεν έχουν ακόμα τύχει επιστημονικής δημοσίευσης. Οι εργασίες για τη θεμελίωση και τα αντισεισμικά μέτρα του νέου μουσείου θα καταστρέψουν οπωσδήποτε την υφιστάμενη αρχαιολογική κληρονομιά».

Η αρχαιολογική καταστροφή

Εχουμε κατ' επανάληψη αναφερθεί σ' αυτή τη σκανδαλώδη παραφυάδα της Αθήνας των ολυμπιακών έργων («Το νέο Τάμα του Εθνους», 10/3/2002, «Πριν χτιστεί» 7/4/2002, κ.ά.). Κάτω από την υποτιθέμενη βιασύνη «να προλάβουμε το 2004» διενεργήθηκε ένας διάτρητος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, νίκησε μια προεπιλεγμένη πρόταση και ξεκίνησαν τα έργα, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή στο χώρο και χωρίς να έχουν επισήμως αξιολογηθεί τα ευρήματα. 

Φυσικά όλοι γνώριζαν εξαρχής ότι η προθεσμία του 2004 ήταν πλασματική. Ούτε οι ίδιοι οι νικητές αρχιτέκτονες μπορεί να έτρεφαν παρόμοιες αυταπάτες όταν δήλωναν ότι «υπάρχει χρόνος και κατάλληλη τεχνογνωσία». Ακόμη και ο πιο αφελής καταλάβαινε ότι το όριο του 2004 λειτουργούσε ως εκβιαστικό φόβητρο στους αρχαιολόγους που επέμεναν να ζητούν χρόνο για τη διερεύνηση των αρχαίων και τους αρχιτέκτονες-πολεοδόμους που ισχυρίζονταν ότι ο χώρος Μακρυγιάννη δεν είναι κατάλληλος για το μουσείο και πρότειναν άλλες προσφορότερες λύσεις. 

Αυτό που επείγει τούτη τη στιγμή είναι να προληφθεί η επαπειλούμενη άμεση καταστροφή μέρους της ανασκαφής με τις επιχειρούμενες εργασίες θεμελίωσης του τεράστιου κτιρίου.

«Ο αρχαιολογικός χώρος του Μακρυγιάννη», παρατηρεί ο Επίτιμος Εφορος Αρχαιοτήτων Γεώργιος Παπαθανασόπουλος, «με τεκμηριωμένη ζωή και χρήση πέντε χιλιετιών, και με κατάλοιπα οικιστικής δραστηριότητας 1.400 ετών, παρά την καταστροφή που υπέστη το 1834 από την ανέγερση του Στρατιωτικού Νοσοκομείου (κτίριο Βάιλερ), και την εγκατάσταση του σταθμού Ακρόπολη του Μετρό το 2000, καθώς και από την οικοδομική δραστηριότητα περιμετρικά του οικοπέδου, στο μεσοπόλεμο και κυρίως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, παραμένει μέχρι σήμερα το μοναδικό τμήμα τού εντός των τειχών πολεοδομικού ιστού της αρχαίας Αθήνας, με οικοδομικά κατάλοιπα κυρίως της Ρωμαιοκρατίας και των πρώιμων βυζαντινών χρόνων ώς τις εισβολές των Σλάβων που οριοθετούν και το τέλος της ζωής στο τμήμα αυτό της πόλης».

Για την αρχαιολογική και ιστορική σπουδαιότητα του χώρου έχει αποφανθεί κατηγορηματικά ο Π. Καλλιγάς, προϊστάμενος της Εφορείας Ακροπόλεως (1990-96), ο οποίος πραγματοποίησε την ανασκαφική έρευνα στο χώρο που προοριζόταν για το σταθμό του Μετρό. Αλλά και η Ισμήνη Τριάντη (προϊσταμένη της Α' ΕΠΚΑ) παραδέχεται ότι το «κτίριο Ε» που αποκαλύφθηκε «έχει ιδιαίτερη σημασία αφού μέχρι σήμερα δεν έχει αποκαλυφθεί στην Αθήνα (άλλο) κτίριο κοσμικού καθώς φαίνεται χαρακτήρα αυτής της εποχής». 

«Ας μη γελιόμαστε», καταλήγει ο κ. Παπαθανασόπουλος. «Το ζήτημα δεν είναι αρχαιολογικό, ούτε έχει σχέση με αυτές καθεαυτές τις μουσειακές ανάγκες της Ακρόπολης και δεν σχετίζεται με τις διεθνώς ισχύουσες βασικές αρχές σεβασμού και προστασίας των αρχαίων». Οπως δήλωσε στα «ΝΕΑ» η γεν. γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, «η απόφαση για το νέο μουσείο της Ακρόπολης στου Μακρυγιάννη είναι πολιτική» (18.8.99). 

Ο αισθητικός βιασμός

Ακόμη και αν δεν υπήρχε το πρόβλημα των αρχαίων, η θέση Μακρυγιάννη θεωρείται εντελώς ακατάλληλη από σημαντικούς αρχιτέκτονες, πολεοδόμους και εικαστικούς καλλιτέχνες. Οπως επισημαίνει ο ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης, «η οικοδόμηση του μουσείου στις παρυφές της Ακρόπολης θα είναι απολύτως επιζήμια. 

Το τοπίο και η φυσιογνωμία του Βράχου θα τροποποιηθούν ριζικά, ενώ ο Παρθενώνας θα υποστεί μείωση, καθώς θα συγκατοικεί, στον δικό του ζωτικό χώρο, με ένα επείσακτο κτίριο με όγκο και ύψος πολλαπλάσιο. Και επί πλέον, όταν μιλάμε για όγκο του Παρθενώνα, στην ουσία παραποιούμε την πραγματικότητα. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη νότια πλευρά του. Το κομμάτι της ημικατεστραμμένης νότιας κιονοστοιχίας, καθώς δεν διαθέτει την οπτική αντιστήριξη του σηκού, προβάλλεται στο κενό. Αποτελεί ένα σπάραγμα "ιδεογράμματος" που λειτουργεί περισσότερο ως υπόμνηση, παρά ως ενεργό αρχιτεκτονικό μέλος. Σε σχέση με το κτίριο του μουσείου θα παίζει το ρόλο του σκηνικού. 

Η ισχυρή μορφή θα είναι εκείνη του νέου συμπαγούς οικοδομήματος και όχι της νότιας κιονοστοιχίας του Παρθενώνα που ήδη και σήμερα με την υπάρχουσα πραγματικότητα στο χώρο, δηλ. την παρεμβολή του κτιρίου Βάιλερ και του στηθαίου του τείχους της Ακρόπολης, είναι, κατά περίπτωση, καθόλου ή ατελώς ορατή. Αν φανταστεί κανείς και την κατάληψη της νότιας πλευράς του τετραγώνου Μακρυγιάννη από τον τοίχο του μουσείου ύψους 35 μέτρων, αντιλαμβάνεται ότι η θέα του Παρθενώνα θα καταστεί απρόσιτη από το νότο. Αντίθετα, το μουσείο θα έχει, με τον όγκο και το ύψος του, δεσπόζουσα παρουσία στο τμήμα της πόλης που εκτείνεται ημικυκλικά, νότια της Ακρόπολης. 

Ετσι, αντί να προστατευθούν ο Βράχος και τα μνημεία, αυτά παραδίδονται χωρίς ίχνος σεβασμού και ευαισθησίας, στην επιδρομή του νέου κτιρίου. Και αντί να παρασχεθεί περισσότερος ζωτικός χώρος, που τόσο τον έχει ανάγκη η Ακρόπολη, συμπιέζεται ο υπάρχων. Αντί να αναδειχθεί η άρρηκτη, ιστορικά σημασμένη και με αισθητικό τρόπο συντελεσμένη, ενότητα ανάμεσα στη φυσική έξαρση του Βράχου και τα έργα του ανθρώπου που τον επιστέφουν, έρχεται ο κ. Παντερμαλής με το αρχιτεκτονικό του επιτελείο, να διαπιστώσει κενά και να προσφέρει την διά του μουσείου "αισθητική ολοκλήρωση της Ακρόπολης", πράγμα που, φαίνεται, αμέλησαν οι αρχαίοι αρχιτέκτονες». 

Ποια χρήματα;

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και η διοίκηση του ΟΑΝΜΑ δεν φαίνεται να απασχολείται με παρόμοια «μικροπροβλήματα». Ομως η αγέρωχη στάση των υπευθύνων φαίνεται να κλονίζεται από τη βάση, δηλαδή από τον τρόπο χρηματοδότησης του έργου. Με πρόσφατη ανακοίνωσή του (15/1/03) το Υπουργείο παραδέχεται ότι η ανέγερση του μουσείου δεν έχει ενταχθεί στο Γ' ΚΠΣ:

«Η χρηματοδότηση της ανέγερσης του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης έχει ήδη εξασφαλιστεί από αμιγώς εθνικούς πόρους που εγγυώνται την απρόσκοπτη εξέλιξη του έργου, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η εφαρμογή των διαδικασιών του Γ' ΚΠΣ. Αυτό έγινε και για λόγους ταχύτητας των διαδικασιών αλλά και για λόγους συμβολικούς: Πρόκειται για ένα έργο που κάνει η Ελλάδα χάριν του μείζονος μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αλλωστε πολλά μεγάλα έργα στην Ελλάδα -κυρίως Ολυμπιακά- εκτελούνται χωρίς προβλήματα και μέσα στα χρονοδιαγράμματά τους, έχοντας εξασφαλίσει τη χρηματοδότησή τους από αμιγώς εθνικούς πόρους». 

Η χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους δεν γίνεται, βέβαια, για τους «συμβολικούς» λόγους που επικαλείται η όψιμη εθνική περηφάνια του υπουργείου. Αποτελεί αναγκαστική επιλογή, εν όψει της αδυναμίας να ανταποκριθεί το έργο στις προδιαγραφές μιας σοβαρής χρηματοδότησης από τα κοινοτικά προγράμματα. Μέχρι σήμερα σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις, στο εσωτερικό αλλά και στο Ευρωκοινοβούλιο, η κυβέρνηση έδειχνε σίγουρη ότι έχει εξασφαλίσει την κοινοτική χρηματοδότηση. Πρώτη η τότε υπουργός Πολιτισμού Ελισάβετ Παπαζώη είχε ανακοινώσει το Νοέμβριο του 1999 στην ολομέλεια της Βουλής ως δεδομένη την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του έργου: «Τέλος, θα ήθελα να σας πω ότι αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής, γιατί και το Μουσείο της Ακρόπολης έχει τη χρηματοδότησή του με τα πενήντα δισεκατομμύρια (50.000.000.000) δραχμές από το Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης». Μάταια οι Ελληνες ευρωβουλευτές ρωτούσαν από τότε τους αρμόδιους επιτρόπους της Ενωσης αν ισχύει αυτή η δήλωση. Πρώτα ο Γιάννης Πατάκης και στη συνέχεια ο Σταύρος Ξαρχάκος δέχτηκαν τις σιβυλλικές απαντήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που πετούσε το μπαλάκι στην ελληνική κυβέρνηση. Και τώρα επιστρατεύεται η ...εθνική περηφάνια, για να κρυφτεί το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να υπαχθεί στην κοινοτική χρηματοδότηση ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόγραμμα. 

Ολη αυτή η σπουδή εξυπηρετεί -υποτίθεται- την εθνική υπόθεση της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στην Αθήνα. Δεν πρέπει να είναι κανείς ιδιαιτέρως ευφυής για να κατανοήσει ότι ισχύει ακριβώς το αντίστροφο. Οι σκοτεινές πλευρές της επιχείρησης «Νέο Μουσείο», η περιφρόνηση της αξίας των ανασκαφικών ευρημάτων και ο αρχιτεκτονικός βιασμός της περιοχής Μακρυγιάννη είναι τα καλύτερα επιχειρήματα στη φαρέτρα όσων επιθυμούν να μην επιστρέψουν ποτέ στην Ελλάδα τα γλυπτά του Παρθενώνα.


 

(Ελευθεροτυπία, 1/2/2003)

 

www.iospress.gr