Πώς κατασκευάζεται από την αστυνομία μια ενημερωτική εκπομπή για τον «εσωτερικό εχθρό»


Η δημοσιογραφία του FBI
 

 
 

"Οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις ενθουσιάζουν το Ιράκ"
        (CNN, 15/2/2003)

 

 

Η σχεδόν πάνδημη αγανάκτηση για τον τρόπο με τον οποίο τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ κάλυψαν τα μεγαλειώδη αντιπολεμικά συλλαλητήρια του περασμένου Σαββάτου, ήρθε να συμπληρώσει τη γενικευμένη εδώ και καιρό δυσφορία για το επίπεδο της τηλεοπτικής μας ενημέρωσης σχετικά με την «εξάρθρωση της τρομοκρατίας». Και στις δύο περιπτώσεις, η ιεράρχηση και η ανάπτυξη της «ειδησεογραφικής» θεματολογίας, η εστίαση σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες και η ανάδειξη μιας εξίσου συγκεκριμένης οπτικής, έδειχναν να ακολουθούν ένα σαφές πολιτικό σκεπτικό: υποβάθμιση, συκοφάντηση και περιθωριοποίηση κάθε φωνής που αμφισβητεί τη δεδομένη κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων, ταύτιση κάποιων βίαιων μειοψηφικών ομάδων με το σύνολο των ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων, διακήρυξη με κάθε τρόπο του αξιώματος ότι ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος.

Το λαοφιλές σύνθημα «αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι» είναι, φυσικά, βαθιά λαθεμένο κι επικίνδυνα απλουστευτικό. Το αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, η μαζική συμμετοχή των ανθρώπων του Τύπου στο συλλαλητήριο του περασμένου Σαββάτου, στο πλευρό των δεκάδων χιλιάδων άλλων πολιτικά ευαισθητοποιημένων συμπολιτών μας που ζητούσαν «δουλειά και όχι βόμβες». 

Από την άλλη, ωστόσο, η διαπλοκή των ΜΜΕ με τους μηχανισμούς καταστολής δεν είναι κάτι που ανάγεται στη σφαίρα των γνωστών συνωμοτικών θεωριών και μόνο. Από τούτη τη στήλη έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί σε τέτοια κρούσματα συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους του Τύπου και υπηρεσίες, όπως η Αντιτρομοκρατική ή η ΕΥΠ, με σκοπό την πολιτική και ηθική εξόντωση «ενοχλητικών» κοινωνικών αγωνιστών και μειονοτικών ακτιβιστών. Κατά κανόνα, η συνεργασία αυτή επικεντρώνεται στη «διαρροή» ενοχλητικών πληροφοριών (αληθινών ή χαλκευμένων) για τα υπό «εξουδετέρωση» άτομα. 

Σήμερα θα ασχοληθούμε με μια αρκετά διαφορετική -και γι' αυτό ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα- περίπτωση επιστράτευσης των ΜΜΕ στην υπηρεσία της πολιτικής καταστολής: την παραγωγή «ενημερωτικών» τηλεοπτικών εκπομπών κάτω από την άμεση διεύθυνση της Ασφάλειας. 

Το παράδειγμά μας δεν προέρχεται, βέβαια, από την Ελλάδα, αλλά από το υπερατλαντικό καθοδηγητικό κέντρο (και πηγή έμπνευσης) τέτοιων πρωτοβουλιών, τις ΗΠΑ. Η τεκμηρίωσή του στηρίζεται σε έγγραφα του ίδιου του FBI, που δόθηκαν -λογοκριμένα- στη δημοσιότητα με βάση τον ισχύοντα εκεί «Νόμο για την ελευθερία της πληροφόρησης» (FOIA) και δημοσιεύονται στη συλλογή των Ward Churchill και Jim Vander Wall «The COINTELPRO Papers. Documents from the FBI's secret wars against dissent in the United States» («Τα έγγραφα του COINTELPRO. Ντοκουμέντα από τους μυστικούς πολέμους του FBI εναντίον των διαφωνούντων στις ΗΠΑ», εκδ. South End Press, Βοστόνη 1990).

Μολονότι απέχει δυόμισι δεκαετίες και μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα από τα καθ' ημάς, το εν λόγω παράδειγμα δεν μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί καθόλου άσχετο με τη δική μας εμπειρία. Στο κάτω κάτω της γραφής, ήταν στη συγκεκριμένη περίοδο (δεύτερο μισό της δεκαετίας του '60) που οι ΗΠΑ μπήκαν στη φάση της «φωταγωγημένης κοινωνίας» (για να δανειστούμε τον όρο του γνωστού πανεπιστημιακού -κι αναλυτή του φαινομένου- Todd Gitlin), που ο τόπος μας γνωρίζει την τελευταία δεκαετία: τη φάση, δηλαδή, όπου οι τηλεοπτικές «ζωντανές συνδέσεις» και τα τοκ σόου υποκαθιστούν το γραπτό Τύπο ως ο βασικός μηχανισμός πολιτικής ενημέρωσης των πολιτών κι αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. 

Μια «υποδειγματική» εκπομπή

Βρισκόμαστε στις 5 Αυγούστου του 1968. Ο διευθυντής του FBI Εντγκαρ Χούβερ στέλνει σε όλες τις διευθύνσεις της υπηρεσίας του μια τρισέλιδη εγκύκλιο, δίνοντάς τους «γραμμή» για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αξιοποιήσουν τις επαφές τους με τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, με σκοπό την υπονόμευση της απήχησης της Νέας Αριστεράς και των ριζοσπαστικών οργανώσεων των Αφροαμερικανών. 

Το έγγραφο φέρει διακριτικά που το εντάσσουν στο «Πρόγραμμα Αντικατασκοπίας» (COINTELPRO). Πρόκειται για ένα ψευδεπίγραφο πρόγραμμα, που, όπως έχουμε γράψει αναλυτικά («Ιός» 16.7.2000), είχε στόχο τη συστηματική «αποδιάρθρωση» της αμερικανικής Αριστεράς και των μειονοτικών κινημάτων, μέσα από την προσφυγή σε κάθε λογής -τυπικά παράνομα- μέσα. Η «αξιοποίηση» των ΜΜΕ στα πλαίσιά του περιελάμβανε συνήθως τη διοχέτευση αρνητικών (και συχνά χαλκευμένων) «πληροφοριών» για άτομα και συλλογικότητες που έμπαιναν στο στόχαστρο της υπηρεσίας. Τούτη τη φορά, ωστόσο, οι στοχεύσεις του προγράμματος ήταν πολύ πιο φιλόδοξες. 

«Το Γραφείο», διαβάζουμε στην εισαγωγή της εγκυκλίου, «θέλει να προσελκύσει την προσοχή όλων των αξιωματικών αντικατασκοπίας σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση αντικατασκοπίας, ούτως ώστε όλες οι διευθύνσεις να έχουν υπόψη τα αποτελέσματα που μπορεί να επιτευχθούν με αυτό το πρόγραμμα».

Ακολουθεί η ακριβής περιγραφή της στρατολόγησης κάποιου -μη κατονομαζόμενου- δημοσιογράφου από το FBI και η τροφοδότησή του με «υλικό» και «πληροφορίες» για τον εσωτερικό εχθρό:

«Η Διεύθυνση του Μαϊάμι ανέπτυξε μια πηγή σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό και η πηγή παρήγαγε μια ειδική τηλεοπτική εκπομπή για τους μαύρους εθνικιστές και τη Νέα Αριστερά. Το Μαϊάμι ζήτησε από την ηγεσία του Γραφείου την εξουσιοδότηση να παράσχει στην πηγή δεδομένα για το μπακγκράουντ της υπόθεσης, όταν η πηγή έδειξε ενδιαφέρον για την παραγωγή μιας εκπομπής που θα ξεσκεπάζει αυτές τις ομάδες.

Το Γραφείο εξουσιοδότησε την παροχή αυτών των δεδομένων σε εμπιστευτική βάση και η εκπομπή προβλήθηκε στις 7.7.1968. Από τους πράκτορες του Μαϊάμι έγινε μπόλικη ερευνητική δουλειά και κατέληξε σ' ένα εξαιρετικό πρόγραμμα. Η εκπομπή, που έκλεισε με τσιτάτα του διευθυντή (του FBI) σχετικά με τη φύση της Νέας Αριστεράς, υπήρξε τόσο καλοδεχούμενη, που ο τηλεοπτικός σταθμός δέχθηκε αιτήματα για μια κόπια της εκπομπής από τοπικές οργανώσεις πολιτών».

Λογοκρισία και δυσφήμηση

Ποια ήταν, όμως,. τα χαρακτηριστικά της εκπομπής, που την έκαναν τόσο «καλοδεχούμενη» απ' αυτές τις -προφανώς συντηρητικές- «ομάδες πολιτών». Στη συνέχεια της εγκυκλίου του, ο Χούβερ προχωρά σε εκτενή ανάλυση του σκεπτικού της υπηρεσίας για το πώς μια «προσεκτικά σχεδιασμένη τηλεοπτική εκπομπή» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο της πολιτικής αστυνομίας για τη δυσφήμιση κάθε ριζοσπαστικής φωνής:

«Οπως γνωρίζετε, η δημοσιότητα όσον αφορά τη Νέα Αριστερά και τις μαύρες εθνικιστικές οργανώσεις, ιδιαίτερα η τηλεοπτική κάλυψη, ορισμένες φορές μεγαλώνει το ανάστημα αυτών των ομάδων. Η Διεύθυνση του Μαϊάμι κατέδειξε, την ίδια ώρα, ότι μια προσεκτικά σχεδιασμένη τηλεοπτική εκπομπή μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στο να δείξει αυτούς τους εξτρεμιστές σαν αυτό ακριβώς που είναι. Η εκπομπή πήρε συνεντεύξεις από τοπικούς ηγέτες της Νέας Αριστεράς και των μαύρων εθνικιστών, και φαίνεται πως αυτοί επιλέχθηκαν είτε για την ανικανότητά τους να αρθρώσουν με ευκρίνεια τις απόψεις τους είτε για τη χαζοχαρούμενη και ηλίθια εμφάνισή τους».

Η προσεκτική επιλογή των πιο προβληματικών (και κυρίως αντι-τηλεοπτικών) «εκπροσώπων» του εσωτερικού εχθρού αποτελεί το πρώτο συστατικό της συνταγής. Ενα σωστό «ρεπορτάζ» δεν μένει όμως μόνο εκεί. Οπως εξηγεί ο διευθυντής του FBI, για την υποδειγματική εκπομπή που γέννησε η αγαστή συνεργασία του ανώνυμου δημοσιογράφου με την Ασφάλεια απαιτήθηκαν κι άλλα πολλά. Από φαινομενικά αθώες τεχνικές λεπτομέρειες όσον αφορά τα υλικά των καθισμάτων και το στήσιμο της κάμερας, μέχρι το ανελέητο πετσοκόψιμο των δηλώσεων των συνεντευξιαζόμενων:

«Η Διεύθυνση του Μαϊάμι παρείχε μια κόπια της εκπομπής στο Γραφείο, για εκτίμηση. Είναι προφανές ότι η πηγή μας στην τηλεόραση χρησιμοποίησε τα καλύτερα δυνατά κριτήρια στο μοντάρισμα των σχολίων που έκαναν αυτοί οι εξτρεμιστές. Πρόβαλε το γεγονός ότι αυτοί ήταν υπέρ της βίαιης επανάστασης, χωρίς τις εξηγήσεις τους γιατί συμβαίνει αυτό. Ανέδειξε επίσης ότι αυτοί, προσωπικά, φοβούνται να καθοδηγήσουν μια βίαιη επανάσταση, κάνοντάς τους να φαίνονται δειλοί. Η συνέντευξη των μαύρων εθνικιστών ηγετών στην εκπομπή είχε αυτούς τους ηγέτες καθισμένους στενάχωρα σε σκληρά καθίσματα. Γκρο-πλαν της κάμερας έδειχναν κάθε κίνησή τους, καθώς στριφογύριζαν νευρικά πάνω στις καρέκλες τους, μοιάζοντας με παγιδευμένους αρουραίους κάτω από επιστημονική παρατήρηση». 

Αξιοποίηση του μοντέλου

Κλείνοντας την περιγραφή της δημοσιογραφικής αυτής επιτυχίας, ο Χούβερ προχωρά στην ουσία. Καθήκον των κατά τόπους υπηρεσιών του FBI, τονίζει, είναι η αξιοποίηση της παραπάνω εμπειρίας για μια γενικευμένη δυσφημιστική εκστρατεία μέσω των ΜΜΕ:

«Κάθε αξιωματικός της αντικατασκοπίας πρέπει να επαγρυπνεί για την εκμετάλλευση αυτής της τεχνικής, όσον αφορά τόσο τους μαύρους εθνικιστές όσο και τους τύπους της Νέας Αριστεράς. Η Διεύθυνση του Μαϊάμι έμαθε από πηγές ότι αυτοί που εμφανίστηκαν στην εκπομπή συνειδητοποίησαν ότι τους παρουσίασε κάτω από την πιο δυσμενή δυνατή οπτική. Ενας απ' αυτούς έφτασε ακόμη και να διαμαρτυρηθεί στον τηλεοπτικό σταθμό γι' αυτό. Αυτή η επιχείρηση αντικατασκοπίας θα αποδειχθεί πολύτιμη στην περιοχή της Νότιας Φλόριντα και το Γραφείο ελπίζει πως τα αποτελέσματά της θα αναπαραχθούν και σε άλλες Διευθύνσεις. Η επιτυχία, σ' αυτή την περίπτωση, πρόκυψε χάρη στη σκληρή δουλειά και την οξυδέρκεια εκ μέρους των πρακτόρων που χειρίστηκαν το ζήτημα. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιλογή των ατόμων από τα οποία θα παρθούν συνεντεύξεις, καθώς δεν είχαν την ικανότητα να τα βγάλουν πέρα μ' έναν επαγγελματία δημοσιογράφο. Η εξαιρετική δουλειά της λήψης των συνεντεύξεων και του μοντάζ που έγινε που τους ανθρώπους των Μέσων υπήρξε επίσης κατεξοχήν σημαντική.

Κάθε Διεύθυνση θα πρέπει να επαγρυπνεί για τη δυνατότητα χρησιμοποίησης αυτής της τεχνικής. Καμιά ενέργεια αντικατασκοπίας δεν θα πρέπει να δρομολογείται χωρίς έγκριση του Γραφείου. Προς ενημέρωσή σας, τις επιχειρήσεις αυτού του είδους θα πρέπει να τις χειρίζεστε μέσω αξιόπιστων, εδραιωμένων πηγών και πρέπει να στήνονται έτσι ώστε να μην αποκαλύπτεται ότι πηγή τους είναι το FBI». 

Αυτά όσον αφορά τις ΗΠΑ του 1968. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει, δυστυχώς, νομοθεσία ανάλογη με τη βορειοαμερικανική FOIA, που να μας επιτρέπει να λαμβάνουμε γνώση των σχετικών εγγράφων της Ασφάλειας -έστω και αγρίως πετσοκομμένων. Μπορούμε, βέβαια, να κάνουμε όσες υποθέσεις θέλουμε, με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις μας και την κοινή λογική...


 

(Ελευθεροτυπία, 22/2/2003)

 

www.iospress.gr