Δύο διαφορετικά βιβλία - ένα ενιαίο οδοιπορικό.Μνήμη Ελένης Συρίγου Ρήγου


Πάμε, λοιπόν, σαν άλλοτε
 




ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ είναι, προφανώς, οι πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις τους. Είναι όμως -ή καλύτερα θα 
έπρεπε να είναι- και ένας ασφαλής οδηγός επικοινωνίας με τον/τη συγγραφέα τους, ένα προνομιακό 
γλωσσάρι συνομιλίας μαζί του/της. Ξεφυλλίζοντας σήμερα τα δύο βιβλία της Ελένης Συρίγου Ρήγου, 
της φίλης που εδώ και λίγες μέρες δεν βρίσκεται πια μαζί μας, νιώθουμε πως η ματιά μας έχει 
αλλάξει. Σηκώνει το βάρος της απώλειας. Την ίδια όμως στιγμή αντιλαμβανόμαστε πως και τα δυο αυτά 
χαμηλόφωνα κείμενα παραμένουν αμετάλλακτα, αποδίδοντας με το σαφέστερο δυνατό τρόπο αυτό που ήταν 
-που είναι- η Ελένη. Γιατί σπανίως τα βιβλία μιλούν τόσο ανοιχτά, τόσο ξεκάθαρα, για εκείνον ή 
εκείνη που τα έγραψε. 

Είναι βέβαιο πως τα βιβλία της Ελένης αποτελούν έναν καθρέφτη, χάρη στον οποίο μπορούμε δίχως την 
παραμικρή παραμόρφωση να διαγνώσουμε τα ενδιαφέροντά της, τις ευαισθησίες της και τις σταθερές 
όσο και βασανιστικές εμμονές της. Και να συνεχίσουμε να διαλεγόμαστε μαζί της. 

Ο λόγος μιας «άλλης»

Το πρώτο από τα δύο αυτά βιβλία της Ελένης Συρίγου Ρήγου («Συζητώντας με τη Λίντα. Μια Αλβανίδα 
μετανάστρια μιλάει για τη ζωή της», Εκδόσεις «Ανοιχτά Σύνορα», Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης 
Προσφύγων και Μεταναστών, Αθήνα 2000) είναι προϊόν της έγνοιας της για την όξυνση της ξενοφοβίας 
και την επικράτηση όλο και πιο έκδηλων ρατσιστικών κοινωνικών συμπεριφορών στην Ελλάδα, από τη 
στιγμή που η χώρα μετατράπηκε σε πόλο υποδοχής οικονομικών μεταναστών. «Στην εποχή μας, εποχή των 
"ταυτοτήτων", εποχή αναδίπλωσης εθνικιστικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής, εποχή αναβίωσης 
ρατσιστικών στερεοτύπων και συμπεριφορών, εποχή υποτίμησης του άλλου, εδραιώνονται προκαταλήψεις 
και στερεότυπα που αποκρυσταλλώνονται λόγω ενός πανάρχαιου αντανακλαστικού: του φόβου της 
αλλαγής», σημειώνει στη σύντομη αλλά περιεκτική εισαγωγή της. Και συνεχίζει: 

«Αυτές οι προκαταλήψεις, τις περισσότερες φορές, οδηγούν σε κατηγοριοποιήσεις, οι οποίες, με τη 
σειρά τους, διαμορφώνουν ρατσιστικές συμπεριφορές. Η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων οπλίζει 
εύκολα το χέρι κάποιου για να εξοντώσει μερικά "κομμάτια" μεταναστών, όπως έγινε και πρόσφατα 
στην Ελλάδα. 

Η μετανάστευση νοείται όλο και περισσότερο ως απειλή. [...] Η εμφάνιση του νέου ρατσισμού, ο 
οποίος καλύπτεται υποκριτικά κάτω από το μανδύα του σεβασμού της διαφορετικότητας για να 
αποκλείσει την 'ανάμειξη' και να επιβάλει αποστάσεις ασφαλείας, κάνει ακόμα πιο δύσκολη την 
κατάσταση». Η απάντηση της Ελένης στο ζοφερό αυτό κλίμα ήταν να επιχειρήσει να υπερβεί την 
καταγγελία ή/και την αναλυτική προσέγγιση του προβλήματος και να δώσει το λόγο στον «άλλο» -για 
την ακρίβεια στην «άλλη»- καθώς οι γυναίκες και οι τύχες τους βρέθηκαν πάντοτε στο επίκεντρο των 
αναζητήσεών της. Η Ελένη αποσύρεται έτσι στο φόντο και παραχωρεί τη θέση της στη Λίντα, μια νέα 
γυναίκα από την Αλβανία, προσφέροντάς της τη δυνατότητα να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή της, 
πριν και μετά το χάραμα της ανοιξιάτικης εκείνης μέρας του 1992, που τη βρήκε έρημη και χαμένη 
στην πλατεία της Ομόνοιας, βαθιά αποφασισμένη να γυρέψει δουλειά και ιατρική φροντίδα για το 
άρρωστο παιδί της.

Το σήμερα μέσα από το χθες 

Το δεύτερο βιβλίο της Ελένης Συρίγου Ρήγου («Πάμε σαν άλλοτε;», εκδόσεις «Φιλίστωρ», Αθήνα 2003) 
είναι μια συλλογή σύντομων κειμένων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δημοσιευμένων τα τελευταία 
χρόνια στη στήλη «Αλλοτινά-Περίεργα» της εφημερίδας «Εποχή». 

Με μια πρώτη ματιά, νοσταλγικός ο ευρηματικός τίτλος αυτοϋπονομεύεται αυτομάτως με το ερωτηματικό 
που τον συνοδεύει: 

Τα κείμενα που συγκεντρώνονται εδώ δεν προτείνουν μια ακόμη ρομαντική επιστροφή στο παρελθόν, 
αντιθέτως, χρησιμοποιούν το σχετικά πρόσφατο παρελθόν για να μιλήσουν για φλέγοντα ζητήματα της 
επικαιρότητας. 

Και συγκεκριμένα για εκείνα τα ζητήματα που υπαγόρευσαν τις επιλογές της έρευνας και της δράσης 
της συγγραφέως τους: τη θέση των γυναικών στη νεοελληνική κοινωνία, τα προβλήματα των προσφύγων 
και των μεταναστών, την αναβίωση του θρησκευτικού φανατισμού, τις σύγχρονες εκδοχές του 
ρατσισμού, τις δύσκολες διαδρομές της αριστεράς. Στην προσέγγιση αυτή, παρόν και παρελθόν, μνήμη 
και πολιτική διαπλέκονται, προτείνοντας εμμέσως πλην σαφώς μια αντιμετώπιση της ιστορίας που, 
απέχοντας πολύ από την όποια διδακτική χρήση της, αναζητά στις αδράνειες του χθες τις ρίζες των 
αγκυλώσεων του σήμερα. «Το παρελθόν αναβιώνει παραμένοντας μ' αυτόν τον τρόπο συνεχώς παρόν και 
επίκαιρο», υπογραμμίζει στο εισαγωγικό σημείωμα του δεύτερου αυτού βιβλίου της η Ελένη Συρίγου 
Ρήγου, τονίζοντας πόσο γοητευτική είναι η αναζήτηση του παρόντος μέσα από τις συστηματικές 
αναδρομές στο παρελθόν. Για να καταλήξει: «Σε αυτές τις διασταυρώσεις, σε αυτά ακριβώς τα 
σταυροδρόμια παρόντος και παρελθόντος, σ' αυτό το παιχνίδι σκέψης και έρευνας, βρήκα μια 
ξεχωριστή ευχαρίστηση». 

 


Ημέρα Εθνικής Μνήμης

Στις εφημερίδες της προηγούμενης Κυριακής διαβάσαμε για την εκ των υστέρων μετάλλαξη της 
Μικρασιατικής Καταστροφής σε γενοκτονία και ότι προωθείται σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος με το 
οποίο καθιερώνεται η 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης και Γενοκτονίας των Ελλήνων της 
Μικράς Ασίας. Στο σχέδιο υπάρχει πρόβλεψη για ομιλίες στα σχολεία και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα 
όλων των βαθμίδων. Σωστά αναρωτιέται ο Ν. Φίλης από τις στήλες της «Αυγής»: «γιατί η 14η 
Σεπτεμβρίου και όχι η 27η Αυγούστου, ημέρα που κατελήφθη η Σμύρνη από τους Τούρκους; Μήπως επειδή 
ακριβώς εκείνη την εποχή αρχίζει το σχολικό έτος;».

Το ερώτημα αυτό με έβαλε και εμένα σε σκέψεις. Δεν βρήκα τίποτα ξεχωριστό εκτός από ότι στις 14 
Σεπτέμβρη είναι η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Μήπως, λοιπόν, η επιλογή έγινε συμβολικώς 
επί το ελληνοχριστιανικότερον;

Κοίταξε τώρα, μετά απ' όλα αυτά, πώς η μνήμη μας ακολουθεί τις δικές της διαδρομές, φέρνοντας στο 
νου και άλλες, λησμονημένες, πολιτικές πρακτικές: όπως αυτές της «υποδοχής» που έτυχαν από 
πολλούς γηγενείς οι κατά τα άλλα όμαιμοι, ομόθρησκοι και ομόγλωσσοι πρόσφυγες τον καιρό του 
ξεριζωμού τους. 

Ας θυμηθούμε λοιπόν κάποιες λέξεις που χαρακτήριζαν τους πρόσφυγες, οι οποίοι πρόσφεραν όχι μόνο 
φθηνό εργατικό δυναμικό και «δουλικά» στα σπίτια των γηγενών, αλλά και πολλά άλλα, όπως την 
κουλτούρα τους, νέες μεθόδους καλλιέργειας, αλλά και για πρώτη φορά δημογραφική κυριαρχία των 
Ελλήνων στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας. Οι πρόσφυγες, λοιπόν, πέρα από την εξαθλίωσή τους και 
την εκμετάλλευση είχαν να αντιμετωπίσουν και τους καθημερινούς χαρακτηρισμούς: «τουρκόσποροι», 
«γιαουρτοβαφτισμένοι», «Σμυρνιά» -εδώ με την έννοια της υποτίμησης (πόρνη), όπως χρησιμοποιείται 
συχνά η λέξη γύφτος στη θέση μιας βρισιάς-, «παστρικιά» κ.ο.κ. Ακόμα και σάτιρα έγιναν στις 
θεατρικές επιθεωρήσεις, ιδιαίτερα οι Σμυρνιές, για την υποτιθέμενη ελαφρότητά τους, θα πει η Διδώ 
Σωτηρίου το 1983 στο Στέκι των Γυναικών στην Καισαριανή.

Πολλοί θα οδηγηθούν σε πρακτικές αλλαγής των επιθέτων τους για να τα «καθαρίσουν» από τα αρχικά 
«Καρα...» και τις καταλήξεις σε «...ογλου», για να πετύχουν μια κάπως ανεκτή υποδοχή στο νέο τους 
περιβάλλον. Πρακτικές που δυστυχώς υπάρχουν και στις μέρες μας, κυρίως με τους Αλβανούς και τις 
Αλβανίδες, που αναγκάζονται σε αλλαγές ονομάτων. Παίρνουν μάλιστα ονόματα όπως Οδυσσέας, Πρίαμος 
κ.λπ. Αυτές οι αλλαγές γίνονται κάτω από ιδιαίτερα οδυνηρές συνθήκες που πλήττουν ευθέως την 
έννοια της ταυτότητας, η οποία αποτελεί δικαίωμα απαραβίαστο κάθε ανθρώπου, και τραυματίζουν τον 
αυτοσεβασμό του.

Εκτός από αυτή την έμμεση, ας πούμε, ρατσιστική αντιμετώπιση υπήρξε και απροκάλυπτος ρατσισμός. 
Το 1933, η εφημερίδα «Τύπος» του Ν. Κρανιωτάκη καλούσε την τότε κυβέρνηση να επιβάλει στους 
πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινο περιβραχιόνιο ώστε να αποφεύγουν οι «Ελληνες» κάθε επαφή μαζί 
τους...

Και σαν να μην έφταναν αυτά, να που οι «αναθεματισμένοι» μάς βγήκανε και κομμουνιστές! Ε, αυτό 
πια έχει την ψυχολογική του ερμηνεία. Παρακολουθήστε την: «Οι πρόσφυγες που στην ξένη γη είχαν 
δυνατό εθνικό πολιτισμό και γερή αστική και θρησκευτική συνείδησι, είδαν με τα μάτια των να 
κρημνίζουν οι εχθροί τις εκκλησίες και να πατούν τις εικόνες τους. Να διαλύουν την οικογένειάν 
των, να σφάζουν τα παιδιά των και να ατιμάζουν τας γυναίκας των. Να τους ξερριζώνουν από τον 
τόπον που έχουν γεννηθή, αναπτυχθή, ζήσει αυτοί και οι πρόγονοί των επί αιώνας, και τον οποίον 
εθεωρούσαν περισσότερον δικόν των παρά των Τούρκων. Επόμενο ήταν με τον ψυχικό κλονισμό που 
ένοιωθαν, με το ξερρίζωμά τους αυτό, να κλονίζωνται ακόμα και στην προσήλωσί τους στην εθνική 
παράδοσι. Αυτή την ψυχολογία της επαναστατημένης των ψυχής και των άλλων ατυχιών εξεμεταλλεύθη ο 
κομμουνισμός και έτσι εξηγούνται οι επιτυχίες τους αναμεταξύ στους πρόσφυγας». (Από το βιβλίο «Ο 
κομμουνισμός στην Ελλάδα», έκδοση Εθνικής Εταιρείας, Αθήνα 1937, με πρόλογο του τότε υφυπουργού 
Δημόσιας Ασφάλειας Κ. Μανιαδάκη.)

Ο Μανιαδάκης, χαιρετίζοντας την έκδοση, έγραφε μεταξύ άλλων: «Οχι μόνο επικροτώ...αλλά και 
συνιστώ ιδιαιτέρως να καταβάλητε πάσαν δυνατήν προσπάθειαν, διά την ευρυτάτην κυκλοφορίαν του 
"αλφαβηταρίου" τούτου του κομμουνισμού εις όλας τας λαϊκάς μάζας και προς όλα τα κοινωνικά 
στρώματα - τον κλήρον, τους δημοσίους υπαλλήλους, τας ενόπλους δυνάμεις, τας επαγγελματικάς και 
εργατικάς τάξεις, την νεολαίαν και προ παντός αυτήν.h..».

Τελικά, απ' ό,τι φαίνεται, μάλλον ξαναβγαίνει αληθινό ότι τόσο η συλλογική μνήμη όσο και η 
Ιστορία δεν αναπαριστούν το παρελθόν «όπως πραγματικά υπήρξε», αλλά το ανασυγκροτούν υπό το 
πρίσμα του εκάστοτε παρόντος.

Ελένη Συρίγου Ρήγου

(25 Φεβρουαρίου 2002)

 


(Ελευθεροτυπία, 18/10/2003)

 

www.iospress.gr