Η περιπέτεια ενός ντοκιμαντέρ που τολμά

Η σκιά του Μέρτεν το 2003



Ενα από τα μεγαλύτερα ταμπού της σύγχρονης Ιστορίας μας αλλά και της μεταπολεμικής πολιτικής ζωής επιχειρεί να αναλύσει το ντοκιμαντέρ «Ο διαβολικός δρ Μέρτεν», που γυρίζουν εδώ και τρία χρόνια η Καίτη Αναγνωστοπούλου (σενάριο, σκηνοθεσία) και ο Κυριάκος Νικολάου (σενάριο, φωτογραφία).

Η προσπάθειά τους, όμως, συναντά την αρνητική στάση των υπεύθυνων κρατικών φορέων, οι οποίοι διστάζουν να θίξουν τα «κακώς κείμενα» και να δώσουν τη στήριξή τους σε μία ταινία - ντοκουμέντο που θα φέρνει για πρώτη φορά στο φως τη σκοτεινή ιστορία των διώξεων των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη κατά την Κατοχή, καθώς και την ακόμα σκοτεινότερη ιστορία της μετακατοχικής τύχης των περιουσιών που διαρπάγησαν εκείνη την εποχή. Στο επίκεντρο της υπόθεσης ο περιβόητος Μαξ Μέρτεν, ο οποίος ως στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου επιμελήθηκε την εξόντωση των Εβραίων και την αφαίμαξη των περιουσιακών τους στοιχείων και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1957, για να καταδικαστεί, το 1959, ως εγκληματίας πολέμου αλλά και να αφεθεί στη συνέχεια ελεύθερος στη Γερμανία.

Το ντοκιμαντέρ ερευνά τις οικονομικές πτυχές της υπόθεσης, το ρόλο των εγκληματιών πολέμου, τη διαπλοκή με μερίδες της ελληνικής κοινωνίας, τη στάση των κρατικών μηχανισμών. Και ενώ οι δύο δημιουργοί έχουν βρει -χάρη στην επιμονή και τη μεθοδικότητά τους- τα κλειδιά της ιστορικής έρευνας και έχουν συγκεντρώσει ένα ανέκδοτο αρχειακό υλικό και πηγές που μέχρι σήμερα μένουν άγνωστες, η δουλειά τους κινδυνεύει από την ευθυνόφοβη στάση μερίδας των «αρμοδίων» που προτιμούν να μένουν κλειστά όλα αυτά τα ζητήματα, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζουν τη σημασία τους.

Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι η τρίχρονη ιστορική έρευνα έχει ήδη αποδώσει σημαντικούς καρπούς που συμπληρώθηκαν με πολύμηνη έρευνα σε αρχεία της διοίκησης. Οι ερευνητές κινηματογραφιστές έχουν πάρει στοιχεία, μαρτυρίες και συνεντεύξεις από πρωταγωνιστές της υπόθεσης στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Ισραήλ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Εχουν ερευνήσει τα αρχεία πολλών φυλακών της χώρας, του Επταπυργίου, της Αίγινας, του Αβέρωφ, του Συγγρού, της Α' και Β' Αθηνών, της Καλλιθέας, της Χατζηκώστα. Εχουν εντοπίσει το αρχείο του ΕΕΓΕΠ (Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου) και έχουν παρακολουθήσει τις ατομικές διαδρομές προσώπων με σημαντικό ρόλο στην υπόθεση. Θεώρησαν κατά συνέπεια αυτονόητο δικαίωμά τους να ζητήσουν τη συνδρομή των κρατικών θεσμών.

Η άρνηση

Σύμφωνα με την προκήρυξή του, το πρόγραμμα «Τεκμήριο» χρηματοδοτεί ντοκιμαντέρ που εγκρίνει το Συμβούλιο Κρίσεων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ) και η αρμόδια επιτροπή αξιολόγησης της ΝΕΤ. Και οι δύο φορείς απάντησαν αρνητικά στην πρόταση για το ντοκιμαντέρ. Η ΝΕΤ δεν έχει μέχρι στιγμής αιτιολογήσει την απορριπτική της απόφαση, παρά το επίμονο σχετικό αίτημα των δύο δημιουργών. Ομως ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επιχειρηματολογία των πέντε μελών του Συμβουλίου Κρίσεων του ΕΚΚ.

Αντιγράφουμε από την (απορριπτική) γνώμη του Πέτρου Μάρκαρη: «Το θέμα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, αλλά συνάμα είναι και επικίνδυνο. (...) Είναι ένα κομμάτι της Ελληνικής Ιστορίας που ακόμα δεν έχει καταγραφεί και θα πρέπει η καθυστέρηση αυτή να καλυφθεί. Από την άποψη αυτή ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από την άλλη, το θέμα έχει παγίδες. Θέλει λεπτομερή μελέτη των πηγών και των γεγονότων (...) Και μόνο το γεγονός ότι το κομμάτι αυτό της ιστορίας της Θεσσαλονίκης έχει κρατηθεί στην αφάνεια για τόσες δεκαετίες αρκεί για να καταδείξει τους κινδύνους που κρύβει το θέμα, κινδύνους που μόνο μια έρευνα σε βάθος και μια τολμηρή και τεκμηριωμένη καταγραφή μπορεί να ξεπεράσει. Δυστυχώς, η πρόταση έτσι όπως παρουσιάζεται δεν φαίνεται να παρουσιάζει αυτά τα εχέγγυα. Νομίζω ότι η δημιουργός του θα έπρεπε να προχωρήσει σε βαθύτερη μελέτη του θέματος, ενώ ταυτόχρονα να διευρύνει τις πηγές της και ίσως μετά να επανέλθει (...)».

Η άποψη του κ. Μάρκαρη είναι εύγλωττη. Επιμένει στις «παγίδες» και την «επικινδυνότητα» του θέματος και εισηγείται την αναβολή επ' αόριστον.

Ο (επίσης απορριπτικός) Αχιλλέας Κυριακίδης μένει ικανοποιημένος από την παρουσίαση -διαφωνεί δηλαδή με τον Μάρκαρη- αλλά επικαλείται τη δυσκολία κινηματογραφικής οπτικοποίησης του αρχειακού υλικού: «Ομολογώ πως, παρά το συγκροτημένο τόσο του κατατεθειμένου φακέλου όσο και της σκέψης της σεναριογράφου, έτσι όπως διατυπώνεται εν παραρτήματι του σεναριακού σχεδιάσματος, και παρά την επάρκεια των επιχειρημάτων που ακούστηκαν στη διάρκεια της συνέντευξης με τους συντελεστές του ντοκιμαντέρ, εξακολουθώ να τρέφω μια βαθιά αμφιβολία όχι τόσο για τη σκοπιμότητα της ταινίας (κάθε έργο τέχνης είναι σκόπιμο, ακόμα κι αυτό που... δεν είναι) όσο για το αν η ταινία θα μπορέσει να καλύψει αυτή την πολύ συγκεκριμένη πτυχή του Διωγμού, δηλαδή την οικονομική του διάσταση, με απόλυτα κινηματογραφικό τρόπο που θα 'χε τη μικρότερη δυνατή ανάγκη προσφυγής στο λόγο - μέσα από την αφήγηση off ή από συνεντεύξεις με επιζώντες».

Ο Γιάννης Τζιώτης απορρίπτει κι αυτός, επικαλούμενος ένα τρίτο επιχείρημα: «Στο σχέδιο γυρίσματος αναφέρεται ότι η ταινία θα έχει διάρκεια 60 λεπτών εκ των οποίων 20-25 λεπτά αρχειακό υλικό σε φιλμ και φωτογραφίες, το οποίο όμως σκοπεύουν να συλλέξουν οι δημιουργοί από τα αρχεία διαφόρων κρατών. Ο,τι όμως προβληματίζει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η σειρά διηγήσεων που θ' ακολουθήσει ή θα πλαισιώσει, για τα υπόλοιπα 35 λεπτά, το υλικό που δεν έχουν συλλέξει κι αξιολογήσει ακόμα».

Ο πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Μάνος Ευστρατιάδης συμφωνεί με τους τρεις προαναφερόμενους (αν και αυτοί μεταξύ τους διαφωνούν στο σκεπτικό): «Τα επιχειρήματα που εκτίθενται στα γραπτά σημειώματα των συναδέλφων μου που δεν εκφέρουν θετική γνώμη, εκφράζουν λίγο - πολύ και τις δικές μου απόψεις. Για να μην επαναλάβω εδώ και τις δικές μου ανάλογες διαπιστώσεις, παραπέμπω στις γραπτές τους γνώμες και ιδιαίτερα σ' εκείνη του κ. Πέτρου Μάρκαρη».

Και μένει μόνος μειοψηφών ο Πάνος Κοκκινόπουλος που επισημαίνει: «Το θέμα με το οποίο ασχολείται η δημιουργός είναι πολύ σημαντικό (και φαίνεται ότι έχει γίνει σοβαρή δουλειά), αλλά η σκηνοθετική προσέγγιση δείχνει να υιοθετεί την κλασική ντοκιμαντερίστικη (θα έλεγα και τηλεοπτική) αφήγηση. Παρ' όλα αυτά, το θέμα είναι τόσο σημαντικό και ο χρόνος οριακός (λόγω της ηλικίας των επιζώντων) που νομίζω ότι αξίζει και πρέπει να γίνει αυτή η ταινία».

Η διαπίστωση αυτή -ότι δηλαδή είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να μιλήσουν οι επιζώντες μάρτυρες της ιστορίας- δεν φαίνεται να συγκινεί κανέναν. Ισως μάλιστα και κάποιοι να ανακουφίζονται μ' αυτή την προοπτική.

Δεν θέλουμε να αδικήσουμε τους κρατικούς φορείς που γίνονται αποδέκτες πολλών προτάσεων και ίσως το πλαίσιο λειτουργίας τους να μην τους επιτρέπει την πολυτέλεια σοβαρότερης κρίσης. Ομως φαίνεται ότι για το ζήτημα αυτό ισχύουν τα αυστηρότερα δυνατά κριτήρια.

Οταν για την κρατική τηλεόραση ελληνικό ντοκιμαντέρ σημαίνει «εξελληνισμός» με μοντάζ έτοιμων έργων ξένων δημιουργών, τότε δικαιούμαστε να επισημαίνουμε ότι κάτι παράξενο συμβαίνει με τον «διαβολικό κ. Μέρτεν». Το επιβεβαιώνει η αναιτιολόγητη υπαναχώρηση της ΕΡΤ-3, στην οποία κατέφυγε μετά την απόρριψη από το πρόγραμμα «Τεκμήριο» η κυρία Αναγνωστοπούλου. Στις 2/12/02, με έγγραφο του γενικού διευθυντή της, η ΕΡΤ-3 ανακοίνωνε ότι θα συμμετάσχει στη συμπαραγωγή με 40.000 ευρώ, από τα οποία το 1/3 επρόκειτο να καταβληθεί τον περασμένο Αύγουστο. Η υπόσχεση αυτή αθετήθηκε, χωρίς ποτέ να δοθεί εξήγηση.

Το μόνο καλό είναι ότι οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ δεν το έχουν βάλει κάτω. Συνεχίζουν την έρευνα και ολοκληρώνουν την ταινία τους, σε πείσμα όσων επιχείρησαν να τους αποθαρρύνουν ή και να τους εμποδίσουν. Και τότε ίσως όλοι να καταλάβουμε τους λόγους που διατηρούν ακόμα και σήμερα τόσο ζωντανό αυτό το ταμπού της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας μας.

 

(Ελευθεροτυπία, 20/12/2003)

 

www.iospress.gr