Ενα ακόμη ταμπού της εθνικής μας ανασφάλειας ανήκει πια στο παρελθόν


Τραγούδια -επιτέλους- με λόγια!

 

"Παραδοσιακά τραγούδια μιας άλλης Μακεδονίας που αποσιωπήθηκε"
  
(Κώστας Φώτης, περιοδικό "Jazz & Τζάζ", 4/2003)
 

Υπό κανονικές συνθήκες, η είδηση δεν θα έπρεπε να αφορά τούτην εδώ τη στήλη. Αν μη τι άλλο, η κυκλοφορία μιας καινούριας συλλογής CD ανήκει στη θεματολογία του καλλιτεχνικού -κι όχι του κοινωνικοπολιτικού- ρεπορτάζ. 

Ας μας επιτραπεί, παρ' όλα αυτά, μια μικρή εξαίρεση. Ο λόγος είναι προφανής -και συνδέεται άμεσα με ένα από τα αγαπημένα θέματα του «Ιού»: τις αθέατες (και συνήθως λογοκριμένες) εγχώριες πτυχές του «ανύπαρκτου» Μακεδονικού. Η είδηση αφορά την πρόσφατη, πρώτη επίσημη κυκλοφορία -και διάθεση στο εμπόριο- παραδοσιακών σλαβομακεδονικών τραγουδιών από χωριά της Δυτικής και Κεντρικής ελληνικής Μακεδονίας. Αλλο ένα ταμπού της εθνικής μας ανασφάλειας ανήκει πλέον, απ' ό,τι φαίνεται, στο παρελθόν.

Δεν πρόκειται για κάτι το αυτονόητο. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ακόμη και τα ορχηστρικά μουσικά κομμάτια με το βαλκανικό ήχο των «χάλκινων» θεωρούνταν εθνικά επιλήψιμα -σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε η πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα της Δεξιάς να αναρωτηθεί, εν έτει 1989, αν ο κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός της Φλώρινας που τα μετέδιδε «είναι ελληνικός ή σλάβικος» («Ελεύθερος Τύπος» 13.12.89). Ηρθε ύστερα η μόδα του Κουστουρίτσα και του Μπρέγκοβιτς, «νομιμοποιώντας» έμμεσα αυτή την εκδοχή του εγχώριου «έθνικ», η φωνητική όμως απόδοση των σλαβόγλωσσων τραγουδιών της Βόρειας Ελλάδας παρέμεινε ταμπού. Ακόμη και για φορείς που ασχολούνται ειδικά με την εθνομουσικολογική έρευνα. 

Οπως εξήγησε το 1998 σε σχετική ημερίδα του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ) ο -ειδικευμένος σ' αυτά τα ζητήματα- ιστορικός Λεωνίδας Εμπειρίκος, ένας συνδυασμός φόβου και άνωθεν πιέσεων δεν επέτρεψε να κυκλοφορήσει στο εμπόριο ούτε ένα σλαβόφωνο παραδοσιακό τραγούδι, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που κάτι τέτοιο περιλαμβανόταν στην αρχική ηχογράφηση (η περίπτωση, λ.χ., ενός δίσκου του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος με μουσική από την Ορεινή Σερρών). Το νόημα αυτής της αυτολογοκρισίας συνόψισε, με το σαφέστερο δυνατό τρόπο, ο τίτλος ενός εξαίρετου δίσκου παραδοσιακής μουσικής που εκδόθηκε την ίδια χρονιά από το Δήμο Εδεσσας και τον εκεί πολιτιστικό σύλλογο: «Τραγούδια χωρίς λόγια». 

Το τέλος ενός ταμπού

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο σήμερα. Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησαν (από τις Avlos Editions) τα παρακάτω τρία CD με μουσική και σλαβόφωνα τραγούδια από χωριά και πόλεις της ελληνικής Μακεδονίας:

*«Πουνούντα οτ Σόλουν» (Προσφορά από τη Θεσσαλονίκη). Δεκατρία τραγούδια (τα 7 με λόγια) από τα Κουφάλια, τη Γρίβα (Κρίβα) της Γουμένισσας, το Σαμάρι (Σάμαρ) της Εδεσσας, την Επισκοπή (Πισκόπια) της Νάουσας, την Παλιά Πέλλα (Πόστολ) και τον Αγ. Πέτρο (Πέτροβο) των Γιαννιτσών.

*«Ραζβίλα γκόρα ζέλενα» (Πράσινο δάσος). Δώδεκα τραγούδια (τα 7 με λόγια) από τα Κουφάλια, τη Γρίβα, το Πολύπετρο (Κοσίνοβο) του Κιλκίς, τη Γαρέφη (Τσερνέσοβο) της Αριδαίας, τη Ζέρβη και την Αρνισσα (Οστροβο) της Εδεσσας.

*«Μπέλο πόλε ντο μπέλοτο μόρε» (Λευκός κάμπος πλάι σε θάλασσα λευκή). Δώδεκα τραγούδια (τα 9 με λόγια) από τα Κουφάλια, τα Γιαννιτσά, την Εδεσσα, τη Γρίβα, την Καρυδιά (Τέοβο) της Εδεσσας, την Καστανερή (Μπαρόβιτσα) του Κιλκίς και τη Χαλκηδόνα (Ιλιτζίεβο) της Θεσσαλονίκης.

Και τα τρία CD είναι έργο του ίδιου ανθρώπου. Οχι επαγγελματία μουσικού, αλλά ενός ντόπιου οδοντογιατρού από τα Κουφάλια των Γιαννιτσών, του Κώστα Νοβάκη. Παθιασμένος ερευνητής, συγκέντρωσε μέσα στην τελευταία δεκαετία τη μουσική και τους στίχους εκατοντάδων σλαβόφωνων παραδοσιακών τραγουδιών, τα περισσότερα από τα οποία προορίζονταν να ξεχαστούν, ηχογραφώντας ηλικιωμένους -ως επί το πλείστον- γνώστες των τραγουδιών σε μια έκταση από τη Φλώρινα μέχρι τα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος τραγουδά και τα περισσότερα απ' όσα περιέχονται στα τρία CD -το πρώτο από τα οποία είχε κυκλοφορήσει, πειραματικά, μεταξύ γνωστών και φίλων εδώ και δυο χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ενθαρρυντικό κι αποφάσισε να προχωρήσει στην «κανονική» έκδοσή τους. Βασική ορχήστρα είναι αυτή της οικογένειας Ζόρα, ενώ σε ορισμένα τραγούδια συμμετέχουν επίσης ένας ακορντεονίστας από τη Γευγελή κι ένας κλαρινίστας από τη Βογδάντσα της ΠΓΔΜ. 

«Παιδί» των συλλαλητηρίων

Ηρθαμε σε επαφή με το δημιουργό αυτής της πρωτότυπης συλλογής, ζητώντας να μάθουμε περισσότερα για τη διαδικασία που οδήγησε στην παραγωγή της. Προς μεγάλη μας έκπληξη, ο κ. Νοβάκης μάς εξομολογήθηκε ότι όλα άρχισαν με... την εθνικιστική υστερία του 1992-94 για το «Σκοπιανό»! «Ολη αυτή η ιστορία με τα συλλαλητήρια υπήρξε για πολλούς ένα ερέθισμα για να ψάξουμε τις ρίζες μας. Για κάποιους άλλους, αυτή η 'επιστροφή στις ρίζες' είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα, τη δεκαετία του '80, ταυτόχρονα με την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία. Μεγάλος προβληματισμός υπήρξε, λ.χ., τότε στους πολιτιστικούς συλλόγους, σχετικά με το αν θα πρέπει οι τοπικοί χοροί να αναφέρονται με τα αυθεντικά ονόματά τους ή όχι. Στην Πέλλα και τη Φλώρινα σχηματίστηκαν οι πρώτες ορχήστρες και κυκλοφόρησαν, ανεπίσημα, οι πρώτες κασέτες». Συχνά, επρόκειτο για ντόπια τραγούδια που είχαν ήδη ηχογραφηθεί στη γειτονική μας χώρα, από πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου, κι «επανεισαχθεί» κατόπιν στις γενέτειρές τους. 

Η συστηματικότερη ενασχόληση του κ. Νοβάκη με τον αποσιωπημένο αυτό παραδοσιακό πολιτισμό ξεκίνησε γύρω στο 1995. «Ενα μεγάλο κίνητρο», θυμάται, «ήταν το γεγονός ότι όλο αυτό το λαογραφικό υλικό δεν είχε καταγραφεί πουθενά. Τα πρώτα στοιχεία που κατέγραψα, προέρχονταν από πελάτες του οδοντιατρείου μου. Ακολούθησαν οι συγγενείς, οι φίλοι από διπλανά χωριά». Με το πέρασμα του χρόνου, συγκεντρώθηκε ένα εξαιρετικά πλούσιο αρχείο: κάπου 1.500 καταγραφές τραγουδιών («προς το παρόν», διευκρινίζει), από την Κεντρική -κυρίως- Μακεδονία. 

Ενα μέρος αυτού του υλικού αναφέρεται στους γνώριμους κύκλους της αγροτικής ζωής: τραγούδια της δουλειάς, της αγάπης, του γάμου κ.λπ. Ενα άλλο συνδέεται με τα ντόπια έθιμα του παραδοσιακού εορτολογίου -τραγούδια του Λαζάρου (βαΐτικα), του Δωδεκαημέρου (ρουσαλίι), πασχαλιάτικα (βελιντένσκι)- ή με τις εξίσου παραδοσιακές τελετουργίες για το κάλεσμα της βροχής (ντούντουλου). Μια τρίτη κατηγορία, τέλος, αποτελούν τα ιστορικά τραγούδια τα σχετικά με την Τουρκοκρατία, τους χαϊντούκους (κλέφτικα), την εξέγερση του Ιλιντεν ή την κοσμοχαλασιά του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Υπάρχουν, τέλος, και δυο τρία σλαβόγλωσσα φανταρίστικα τραγούδια από τον πόλεμο της Μικρασίας. Αδημοσίευτα -και ουσιαστικά άγνωστα- μέχρι σήμερα.

Φόβοι και προκαταλήψεις

Αναρωτιόμαστε πόσο εύκολη δουλειά υπήρξε η καταγραφή αυτών των τραγουδιών, στις δεδομένες συνθήκες που περιγράψαμε. Ο συνομιλητής μας προσπαθεί να αποφύγει τις γενικεύσεις: «Σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε ένας διάχυτος φόβος. Θυμάμαι κάμποσα περιστατικά τέτοιας συμπεριφοράς: γιαγιάδες που μου είπαν 'ά, πα πα! Θα μας κόψουν τη γλώσσα!', ανθρώπους που τριπλοκλείδωσαν το σπίτι τους πριν αρχίσουν να τραγουδάνε στο κασετόφωνό μου ή από άλλους που τραγούδησαν αλλά δεν μου επέτρεψαν να μαγνητοφωνήσω το τραγούδι τους. Υπήρξαν, επίσης, περιστατικά που συνδέονται με βαθιά εγχαραγμένες κοινωνικές προκαταλήψεις. Στη Νεοχωρούδα (Νοβοσέλο) της Θεσσαλονίκης, λ.χ., μια γιαγιά μού δήλωσε: 'Ξέρω πολλά τέτοια τραγούδια, αλλά δεν θα στα πω. Στο χωριό μας έχουμε έναν Μακεδονομάχο, που τον βγάζουν κάθε χρόνο στα κανάλια. Είναι σωστό να προδώσω εγώ το χωριό;'» 

Για άλλους πληροφορητές του κ. Νοβάκη, ωστόσο, αυτή η διαδικασία ισοδυναμούσε με προσωπική απελευθέρωση. «Ηταν εντυπωσιακή η ευχαρίστηση των γερόντων που μπόρεσαν, στα στερνά τους, να ξαναπούν τα τραγούδια της ψυχής και της γλώσσας τους, με σκοπό τη διάσωσή τους. Μια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η γιαγιά Πασχαλίνα Κεσίση από τα Κουφάλια. 'Τώρα που σου τραγούδησα', μου είπε στο νοσοκομείο των Γιαννιτσών, 'μπορώ να φύγω ήσυχα'. Η ίδια αυτή γυναίκα είχε τραγουδήσει στα νιάτα της, το 1928, τον τελευταίο 'Λάζαρο' που τραγουδήθηκε στο χωριό μου στη μακεδονική». 

Το σημαντικότερο πρόβλημα, κατά το συνομιλητή μας, ήταν το γενικότερο κλίμα που περιέβαλλε την προσπάθειά του. Η κληρονομιά, με άλλα λόγια, ενός πολύ συγκεκριμένου -και κακού- παρελθόντος, που κάνει τους ανθρώπους να φαντάζονται τα χειρότερα: 

«Πρέπει να πω ότι, όλα αυτά τα χρόνια, δεν δέχτηκα ούτε απειλές ούτε 'προειδοποιήσεις'. Ούτε, άλλωστε, είχα ποτέ την αίσθηση ότι οι κινήσεις μου παρακολουθούνται. Το μόνο που υπήρχε ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του φόβου: 'Τι τα ψάχνεις, δεν πρόκειται ν' αφήσουν δικό μας τραγούδι να κυκλοφορήσει', και ούτω καθεξής. Κάποιοι έλεγαν ότι τα CD θα πρέπει να περάσουν πρώτα από επιτροπή λογοκρισίας κ.λπ. Στην πραγματικότητα, τέτοιου είδους εμπόδια δεν υπήρξαν. Αυτό που υπήρξε ήταν μια παγερή μουγκαμάρα, η οποία καμιά φορά με προβληματίζει».

Οπως τον προβληματίζει και η αποσιώπηση της δουλειάς του από τα (κατά τα άλλα, λαλίστατα) ΜΜΕ της συμπρωτεύουσας: «Το πρώτο μου, ανεπίσημο CD μοιράστηκε σχεδόν σε όλα τα ραδιόφωνα της Θεσσαλονίκης. Κανένα τους όμως δεν αξιώθηκε να μεταδώσει έστω κι ένα μικρό δείγμα του. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί, σήμερα, ένας μικρός τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός της Σκύδρας, ο 'Μακεδονικός Ηχος', που εκπέμπει στα 88,8 FM. Υστερα από αίτημα των ακροατών του, προβάλλει το σύνολο της δουλειάς μου, σε καθημερινή μάλιστα βάση».

 

(Ελευθεροτυπία, 27/3/2004)

 

www.iospress.gr