Οι Ολυμπιακοί Αγώνες επιβάλλουν την κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων


Ο Καλατράβα του Κορυδαλλού

 


"Εχουμε μάθει να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς πιέσεις"
      
  (Ελισάβετ Μπρίλλη, πρόεδρος της δίκης για τον ΕΛΑ, 7/6/04)


Ο τρόπος που διεξάγεται η δίκη εις βάρος των κατηγορουμένων ως μελών του ΕΛΑ έχει μεταβάλει την ειδική αίθουσα του Κορυδαλλού σε ολυμπιακό εργοτάξιο. Η πίεση, δηλαδή, για να προλάβει το δικαστήριο την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων προβάλλεται ως η ύψιστη αρχή της δικονομίας, και απέναντί της κάμπτεται κάθε άλλη αρχή του δικαίου. Το πρώτο θύμα σ’ αυτή την αγχώδη προσπάθεια είναι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων. Ολοι βέβαια υποκλίνονται στα λόγια απέναντί της. Ο κ. Πετσάλνικος που υπήρξε αρμόδιος υπουργός όταν ξεκίνησε η προδικασία της υπόθεσης υπήρξε κατηγορηματικός: «Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί θεμελιώδη αξία του νομικού μας πολιτισμού» (9/11/02). Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου «Παv πρόσωπov κατηγoρoύ΅εvov επί αδική΅ατι τεκ΅αίρεται ότι είvαι αθώov μέχρι της vo΅ί΅oυ απoδείξεως της εvoχής τoυ» (ΕΣΔΑ αρ. 6, παρ. 2).

Από τη στιγμή, όμως, που η «εργολαβία» αυτής της δίκης φάνηκε ότι καθυστερεί, άρχισαν από την πλευρά της πολιτικής αγωγής ψίθυροι ότι «κινδυνεύουμε» να αποφυλακιστούν οι τρεις κατηγορούμενοι στις αρχές Αυγούστου που λήγει το συνταγματικό όριο προφυλάκισης και «να εκτεθούμε» στον ξένο παράγοντα. Σημειώνουμε ότι το Σύνταγμα προβλέπει ανώτατο όριο προφυλάκισης 12 μήνες (που έχει ήδη εκπνεύσει από τον περασμένο Φεβρουάριο) και η παράτασή του για ένα ακόμα εξάμηνο μπορεί να γίνει σε «εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις» (αρ. 5, παρ. 4). Ακολούθησαν υπόγειες και ανοιχτές συζητήσεις για το πώς θα «αποφευχθεί το μοιραίο» (δηλαδή η εφαρμογή του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ).

Κάτω από τον τρομοκρατικό τίτλο «Αποφυλακίζονται οι του ΕΛΑ τον Αύγουστο» το Βήμα της Κυριακής (23/5/04) φιλοξενούσε άρθρο ειδικής συντάκτριας, στο οποίο εμφανιζόταν περίπου ως εθνική καταστροφή η προοπτική απελευθέρωσης των τριών κατηγορουμένων: «Στην κυβέρνηση αλλά και στα ανώτατα κλιμάκια της Δικαιοσύνης διατυπώνονται προβληματισμοί και επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας για την εξέλιξη της δίκης αυτής και κυρίως για το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν διεθνώς εντυπώσεις που θα προκαλέσουν νέο κύμα αρνητικών δημοσιευμάτων από τα διεθνή μέσα (…) έστω κι αν στην πραγματικότητα οι αποφυλακισθέντες δεν θα αποτελούν παρά φανταστικό κίνδυνο».

Η τοποθέτηση απλοϊκή και κυνική: αναγνωρίζουμε ότι οι κατηγορούμενοι είναι άσχετοι («φανταστικός κίνδυνος»), αλλά πρέπει να μείνουν στη φυλακή για να μη γίνουμε διεθνώς ρεζίλι. Η συντάκτρια, μάλιστα, αποκλείει κάθε νόμιμη λύση: «Νομικές ή άλλες ευχέρειες δεν υπάρχουν για να αποφευχθεί το γεγονός της αποφυλάκισης». Ανάλογα δημοσιεύματα υπήρξαν και σε άλλες εφημερίδες. Ακόμα και η ναζιστική Χρυσή Αυγή θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή για να παρέμβει, φιλοξενώντας άρθρο με τίτλο πανομοιότυπο («Αποφυλακίζονται στις αρχές Αυγούστου οι κρατούμενοι για την υπόθεση του ΕΛΑ», 27/5/04).

Δεν πέρασε ούτε μέρα από το δημοσίευμα του Βήματος, και στον Κορυδαλλό βρέθηκε σύσσωμη η διοίκηση του Εφετείου για διαβούλευση με τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η πρόεδρος επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις («η επίσκεψη είναι εθιμοτυπική», δήλωσε προς το ακροατήριο), αλλά από εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Εκεί που το δικαστήριο ήταν έτοιμο να διατάζει «βιαία προσαγωγή» όσων μαρτύρων δεν εμφανίζονταν αυθορμήτως, συμβιβάστηκε με την εξέταση ...όσων ήθελαν. Σύμφωνα με καταγγελία της υπεράσπισης, το δικαστήριο έπαυσε να ειδοποιεί τους μάρτυρες, με συνέπεια να μη γνωρίζουν πότε θα εξεταστούν και επομένως να μην προσέρχονται. Τελικά δεν εξετάστηκε παρά το ένα τρίτο των μαρτύρων κατηγορίας. Μ’ αυτό τον τρόπο, βέβαια, αποδείχτηκε ότι η πληθώρα των μαρτύρων ήταν μόνο για να προκληθεί η εντύπωση ενός σοβαρού κατηγορητηρίου.

Την άλλη Κυριακή, η ίδια εφημερίδα, σε ρεπορτάζ της ίδιας συντάκτριας, θριαμβολογούσε: «Ξεκόλλησε τελικά η δίκη του ΕΛΑ» (30/5/04). Αναφερόταν η παρέμβαση του προϊσταμένου του Εφετείου και με περηφάνια δηλωνόταν ότι όλα πρόκυψαν από το δικό της άρθρο: «Η δημοσιοποίηση από το Βήμα της Κυριακής του σοβαρού ενδεχομένου να αποφυλακιστούν οι δικαζόμενοι ως τρομοκράτες (...) λειτούργησε ως κινητήριος μοχλός».

Ολος αυτός ο τεχνητός πανικός μήπως εκπνεύσει το 18μηνο αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν ισχύει για τους 3 προφυλακισμένους της υπόθεσης.Πολύ περισσότερο δε όταν ο εισαγγελέας της έδρας κ.Πατσής μία μόλις ημέρα μετά,την 1/6/04 δηλώνει ότι:"οι διάδικοι είναι αυτοί που θα πρέπει να αποδείξουν ότι δεν έχουν καμία σχέση. Να αποδείξουν την ενοχή η την αθωότητά τους". Και, βέβαια, αποδεικνύει ότι δικάζονται κάτω από καθεστώς ειδικής πολιτική πίεσης. Γιατί αν το δικαστήριο συνεδριάζει με το μυαλό του στην Ολυμπιάδα, είναι υποχρεωμένο να καταδικάσει τους κατηγορούμενους, έστω και μ’ αυτό το σαθρό κατηγορητήριο. Οποιος φοβάται μήπως εκπνεύσει η νόμιμη προφυλάκιση των κατηγορουμένων, πολύ περισσότερο θα φοβάται να παραδεχτεί ότι έχουν δικαίωμα να απαλλαγούν.

Δημοσιεύουμε σε ένθετο πλαίσιο την απόφαση της ελβετικής δικαιοσύνης να θέσει το 2000 οριστικά στο αρχείο μια παράλληλη υπόθεση, που άρχισε να ερευνά το 1993 και αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου στην υπόθεση του ΕΛΑ. Ομως οι ελβετικές αρχές σεβάστηκαν το τεκμήριο αθωότητας των φερομένων ως «συνεργών του Κάρλος» και «επαφών του ΕΛΑ». Και όταν η ανάκριση βάλτωσε, τότε αποφάσισαν το αυτονόητο. Επαυσαν οριστικά τη δίωξη. Δεν τους οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση καμιά ιδιαίτερη συμπάθεια προς τη «διεθνή τρομοκρατία». Αλλωστε επικεφαλής των ερευνών υπήρξε η γνωστή κεφαλοκυνηγός Κάρλα ντελ Πόντε. Φαίνεται, όμως, ότι οι Ελβετοί δεν έχουν μπροστά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

 

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ:
Το τεκμήριο αθωότητας στην ...Ελβετία


Το κείμενο που ακολουθεί είναι η επίσημη ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας της Ελβετίας για την οριστική αναστολή της ανάκρισης εις βάρος των Ελβετών που αναφέρονταν στα «αρχεία Στάζι». Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δικές τους καταθέσεις χρησιμοποιούνται στη δικογραφία του Κορυδαλλού.

Η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία έπαυσε τις ανακριτικές έρευνες που διεξάγονταν εις βάρος αρκετών ελβετών πολιτών, καθώς και ενός αλλοδαπού ο οποίος κατοικεί στην Ελβετία, για την υποψία συμμετοχής σε δολοφονία και απόπειρα δολοφονίας, σε σχέση με εκρήξεις, υπό την πιθανή διεύθυνση του Κάρλος.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 70 ήταν γενικά γνωστό ότι ο Κάρλος (πραγματικό όνομα Ιλιτς Ραμίρες Σάντσες) φερόταν ως υπεύθυνος για τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον πολλών προσώπων και στόχων στη Δυτική Ευρώπη. Το όνομά του βρισκόταν στις λίστες των καταζητούμενων διεθνώς, για πολλές δολοφονίες και επιθέσεις με εκρηκτικά, έως ότου συνελήφθη το καλοκαίρι του 1994 στο Σουδάν και μεταφέρθηκε στη Γαλλία.

Κατά την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου 1981 και Απριλίου 1983 πραγματοποιήθηκαν διάφορες επιθέσεις, κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν εκρηκτικά με πυροδότηση από απόσταση. Στόχοι των επιθέσεων υπήρξαν ο ραδιοσταθμός Radio Free Europe στο Μόναχο, η γαλλική πρεσβεία στη Βηρυττό, η σύνταξη της εφημερίδας al Watan al Arabi στο Παρίσι και ο Σαουδάραβας πρέσβης στην Ελλάδα, σε ένα προάστιο της Αθήνας. Σε όλες αυτές τις επιθέσεις σκοτώθηκε ένας μεγάλος αριθμός ατόμων και άλλοι τραυματίστηκαν. Επιπλέον προκλήθηκαν ζημιές που ανέρχονται στο ύψος εκατομμυρίων.

Μέχρι σήμερα παραμένουν άγνωστοι οι δράστες αυτών των ενεργειών. Επίσης δεν γνωρίζουμε αν έχουν εμπλακεί σ' αυτές τις ενέργειες και άτομα που κατοικούσαν στην Ελβετία. Υπήρχαν υποψίες ότι αυτά τα άτομα είχαν παράσχει μια επιχειρησιακή βοήθεια στην οργάνωση του Κάρλος (προμήθεια πλαστών διαβατηρίων, επαφές με εκπροσώπους ριζοσπαστικών οργανώσεων του εξωτερικού, έρευνα και μετάδοση πληροφοριών, κλπ).

Μεταξύ 1993 και 1995 η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία διέταξε προανακριτική έρευνα εις βάρος επτά προσώπων. με την κατηγορια της δολοφονίας, σε σχέση με τις προαναφερόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις.

Κατά το φθινόπωρο του 1994 συνελήφθησαν τα άτομα αυτά και ανακρίθηκαν. Διατάχθηκαν και έρευνες στα σπίτια τους.

Διεξάχθηκαν εκτενείς έρευνες τόσο στην Ελβετία, όσο και στο εξωτερικό. Πολλές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ελλάδα, Λίβανος και άλλες) συνεργάστηκαν με τη διαδικασία της δικαστικής συνδρομής. Η διεθνής συνεργασία υπήρξε δυσχερής με ορισμένες χώρες και απαιτήθηκε πολύς χρόνος. Πολλά από τα έγγραφα που παρελήφθησαν χρειάστηκε να μεταφραστούν. Πολλοί μάρτυρες που εξετάστηκαν δεν θυμούνταν πλέον περιστατικά που είχαν συμβεί στο εξωτερικό πριν από πολύ καιρό (17-19 χρόνια). Επιπλέον παρείχαν αποσπασματικές μαρτυρίες ή αρνούνταν να καταθέσουν. Πολλά άτομα παραδέχονταν ότι είχαν επαφές με τον Κάρλος ή με τα μέλη της οργάνωσής του και περιέγραψαν ορισμένες δραστηριότητες. Παραδέχονταν ότι είχαν εν μέρει υποστηρίξει την «ομάδα Κάρλος», παρέχοντας μια τεχνική βοήθεια ή με άλλου είδους συνεργασία. Ολα αυτά τα στοιχεία έδωσαν το έναυσμα για εκτενείς και πολύ χρονοβόρες έρευνες.

Στο σύνολό τους οι ανακριτικές έρευνες παρείχαν ενδείξεις για τη συμμετοχή των κατηγορουμένων στην «ομάδα Κάρλος» κατά την περίοδο από το 1979 έως το 1983. Εντούτοις οι σοβαρές υπόνοιες δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν αρκετά. Δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που θα επέτρεπαν τη βεβαιότητα ότι οι κατηγορούμενοι είχαν συμμετάσχει ενσυνείδητα και εκουσίως στα εγκλήματα. Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν επιτρέπουν να απαγγελθεί κατηγορία. Η ανακριτική διαδικασία πρέπει να παύσει.

Βέρνη, 21 Ιουνίου 2000

(http://internet.bap.admin.ch/d/archiv/medien/2000/06212.htm)



 

(Ελευθεροτυπία, 12/6/2004)

 

www.iospress.gr