Οι ελληνικές αρχές παραπλανούν το Συμβούλιο της Ευρώπης


Ο ρατσισμός, η Ελλάδα και οι κουτόφραγκοι

 


Δόθηκε στις 8 Ιουνίου στη δημοσιότητα η τρίτη Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) για την Ελλάδα. Η είδηση πέρασε στα ψιλά -όπως συνήθως. Και βέβαια δεν είναι οι Ευρωεκλογές που μας εμπόδισαν να ασχοληθούμε μαζί της. Μάλλον αυτή η αδιαφορία πρέπει να αποδοθεί στην αμηχανία που προκαλεί στις ελληνικές αρχές αλλά και τα μέσα ενημέρωσης κάθε επίσημη και τεκμηριωμένη διαπίστωση του ελλείμματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απαντάται στη χώρα μας. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90 οι περισσότεροι σχολιαστές ανάλογων διεθνών εκθέσεων αρκούνταν στη θορυβώδη καταγγελία των «ανθελληνικών» κέντρων που τολμούν να ασχοληθούν με την εσωτερική μας κατάσταση. Κάποτε όλοι κατάλαβαν ότι η καραμέλα αυτή δεν είχε πέραση. Από τότε προτιμάται η λύση της αποσιώπησης.

Η νέα έκθεση

Η Εκθεση της ECRI έχει ολοκληρωθεί στα τέλη του περασμένου χρόνου (στις 5 Δεκεμβρίου 2003) και είχε δοθεί στην ελληνική κυβέρνηση για παρατηρήσεις. Σύμφωνα με την πάγια πρακτική αυτού του αναγνωρισμένου ευρωπαϊκού θεσμού (που λειτουργεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης) η επίσημη δημοσίευση της Εκθεσης για κάθε χώρα συνοδεύεται -εφόσον αυτό ζητηθεί- από τα σχόλια των εκπροσώπων της ενδιαφερόμενης κυβέρνησης. Εκτενή αποσπάσματα της αρχικής έκθεσης είχε δημοσιεύσει η «Ε» σε άρθρα του Χρήστου Ζέρβα (19/01/04) και του «Ιού» (29/02/04). Ομως η επίσημη δημοσίευση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι -όπως αναφέρει το εισαγωγικό- «αποτέλεσε το αντικείμενο ενός εμπιστευτικού διαλόγου με τις ελληνικές αρχές» και «ορισμένα σχόλια των ελληνικών αρχών ελήφθησαν υπόψη από την ECRI και ενσωματώθηκαν στην έκθεση». Μια αντιπαραβολή του αρχικού με το τελικό κείμενο καθιστά σαφές ότι οι συντάκτες της Εκθεσης δεν πολυπείστηκαν από τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς. Κατόπιν τούτου, «μετά τον εν λόγω διάλογο, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν να παρατεθούν οι απόψεις τους ως προσάρτημα της έκθεσης της ECRI».

Στην τελική έκθεση η ECRΙ διαπιστώνει πρόοδο της χώρας μας σε ορισμένους τομείς καταπολέμησης της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, αλλά προβαίνει και σε μια σειρά συστάσεων. Συγκεκριμένα συνιστά την κύρωση ενός αριθμού διεθνών νομικών κειμένων που αφορούν στον αγώνα κατά του ρατσισμού. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να ενισχύσουν την νομοθετικές διατάξεις και την εφαρμογή τους στο ποινικό, το αστικό και το διοικητικό δίκαιο για να καταπολεμηθούν ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις. Η ECRI συνιστά επίσης στις ελληνικές αρχές να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να βελτιωθεί η κατάσταση των Ρομά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη στέγαση, την απασχόληση και την εκπαίδευσή τους. «Ενθαρρύνει τις αρχές να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να βελτιωθεί η κατάσταση όσων ανήκουν σε άλλες μειονοτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της Μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, της Μακεδονικής κοινότητας, των μειονοτικών θρησκευτικών ομάδων, καθώς και των μεταναστών, προσφύγων και αιτούντων άσυλο. Η ECRI συνιστά να καταβληθούν συνεχείς προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση των δημοσίων λειτουργών, του κοινού εν γένει, αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου και το πρόβλημα του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Τέλος, η ECRI συνιστά να νομιμοποιηθούν οι μετανάστες στην Ελλάδα και να ενισχυθούν οι πολιτικές που στοχεύουν στην ένταξή τους».

Στην απάντησή της η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει «την πολύτιμη προσπάθεια της ECRI για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ευρώπη» και εκφράζει την «πλήρη υποστήριξή της», πλην όμως στη συνέχεια της ίδιας πρότασης διατυπώνει την απόλυτη άρνησή της να συμμορφωθεί στις υποδείξεις. Με διπλωματική γλώσσα ουσιαστικά στρέφεται εναντίον της ECRI και κάνει τις δικές της «υποδείξεις» προς την Επιτροπή: «Πιστεύουμε ότι η ECRI, θα πρέπει να αποφεύγει την ενασχόληση με θέματα πολιτικής φύσεως, που τελούν υπό συζήτηση σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο, και που μπορούν να επιφέρουν σύγχυση και παρερμηνείες».

Οπως θα περίμενε κανείς, η ελληνική κυβέρνηση διαμαρτύρεται για την αναφορά σε «μακεδονική μειονότητα» και σε «Τούρκους» στη Δυτική Θράκη. Αλλά διατυπώνει και μια πεποίθηση που μας γυρνάει πολλές δεκαετίες πίσω: «Δεν υφίσταται κανένας κανόνας του διεθνούς δικαίου που υποχρεώνει τα κράτη να αναγνωρίζουν επισήμως την ύπαρξη μειονοτήτων, με βάση και μόνο το κριτήριο ότι ένας μικρός αριθμός πολιτών ομιλεί ένα δεύτερο ιδίωμα. Τα κράτη είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμούν πότε μια ορισμένη ομάδα πληροί τα κριτήρια για την επίσημη αναγνώρισή της ως μειονότητα». Τι τις θέλουμε λοιπόν τις εκθέσεις, τους διεθνείς οργανισμούς και τις διεθνείς συμβάσεις; Τα κράτη γνωρίζουν! Μια διατύπωση που θα τη ζήλευε η Τουρκία του ’80.

Επίσημη παραπλάνηση

Δεν θα επεκταθούμε σε ζητήματα που έχουμε κατ' επανάληψη περιγράψει από τις στήλες αυτές. Θα περιοριστούμε σε ένα μικρό παράδειγμα για να καταστεί σαφής ο τρόπος που αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα η ελληνική πολιτική τάξη: το ζήτημα της καύσης των νεκρών.

Η Εκθεση διαπιστώνει κάτι πασίγνωστο: «Εις ό,τι αφορά την ελευθερία στην άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων, η καύση των νεκρών συνεχίζει να τελεί υπό απαγόρευση στην Ελλάδα». Μέσα στις υποδείξεις της ECRI περιλαμβάνεται φυσικά και η προτροπή να επιτραπεί η καύση. Στην απάντησή τους οι ελληνικές αρχές κάνουν την ακόλουθη εξωφρενική παρατήρηση: «Είναι ανακριβές ότι η καύση νεκρών απαγορεύεται στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει παρόμοια νομοθεσία».

Πρόκειται φυσικά περί αστειότητας. Κάτω από την «διπλωματική ακρίβεια», η απάντηση παραπλανά την ECRI. Διότι βέβαια δεν υπάρχει ρητή νομοθεσία απαγόρευσης της καύσης των νεκρών, αλλά η σχετική νομολογία είναι σαφής. Το γνωρίζουν ακόμα και οι φοιτητές της Νομικής Σχολής: «Από συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 1 του α. ν. 445/1968 "περί νεκροταφείων και ενταφιασμού των νεκρών" όπου γίνεται λόγος αποκλειστικά για ενταφιασμό νεκρών με την έννοια του ενταφιασμού ολόκληρου του πτώματος και όχι των απομειναριών αυτού όπως η τέφρα ή τα οστά, και του άρθρου 2 παρ. 3 α. ν. 582/1968 "περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων" που απαγορεύουν απολύτως την εκτός των κοιμητηρίων ταφή, χωρίς να αφήνουν περιθώρια στην ιδιωτική βούληση για διαφορετική ρύθμιση του αντικειμένου τούτου, συνάγεται ότι στην ελληνική έννομη τάξη δεν επιτρέπεται η καύση των νεκρών» (Ελένης Μαρτσούκου «Η καύση των νεκρών», http://www.lawnet.gr/lawnet/eofn/2/article7.asp).

Η ελληνική Βουλή δεν τόλμησε μέχρι σήμερα να προβεί σε νομιμοποίηση της καύσης ούτε καν για αλλόδοξους ή ετερόδοξους συμπολίτες μας. Οταν ήρθε στη βουλή μια διακομματική τροπολογία πριν από δύο χρόνια (14/11/02) σε ένα άσχετο νομοσχέδιο, ο τότε αρμόδιος υφυπουργός Εσωτερικών Σταύρος Μπένος την είχε απορρίψει και υποσχέθηκε ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει νέο αυτοτελή νόμο. Ακόμα περιμένουμε...

Ολα αυτά είναι δημόσια κείμενα, τα οποία ασφαλώς γνωρίζουν οι εκπρόσωποι του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ποιον κοροϊδεύει, λοιπόν, το υπουργείο Εξωτερικών;

Με παρόμοιους ακροβατισμούς οι συντάκτες της ελληνικής απάντησης εμφανίζονται αγχωμένοι να αποκρούσουν πάση θυσία τις αιτιάσεις της Εκθεσης, παρά να φροντίσουν να αντιμετωπίσουν την πραγματική κατάσταση. Ισως αυτές τις απαντήσεις δεν έπρεπε να τις συντάσσουν στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι εξ επαγγέλματος αισθάνονται την υποχρέωση να δικαιολογήσουν την ελληνική πολιτική, ακόμα και αν παραβιάζει εξόφθαλμα κανόνες υπεράσπισης δικαιωμάτων και διεθνείς συνθήκες. Θα έπρεπε ίσως να τις μελετά μια διακομματική επιτροπή της Βουλής, η οποία θα είχε χρέος να εισηγηθεί τρόπους και πολιτικές για την άρση των αρνητικών επισημάνσεων. Αλλιώς απλώς κρύβουμε το μισαλλόδοξο κεφάλι μας στο χώμα και μένουμε ικανοποιημένοι.

Και μια τελευταία παρατήρηση. Η επίσημη ελληνική εκτίμηση της Εκθεσης ολοκληρώθηκε πριν από τις εκλογές του περασμένου Μαρτίου. Η ευθύνη, δηλαδή, του κειμένου που σχολιάζουμε βαρύνει την απελθούσα κυβέρνηση. Αυτό το γεγονός, όμως, δεν μειώνει καθόλου την ανησυχία μας. Η νέα ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ήταν εκείνη που από τη θέση της αντιπολίτευσης είχε τορπιλίσει όλες τις προσπάθειες να ανταποκριθεί η Ελλάδα στις διεθνείς της υποχρεώσεις στα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να επιλύσει ακόμα και τα πιο απλά και ώριμα ζητήματα στοιχειώδους ανθρωπισμού.

Θυμόμαστε για παράδειγμα την ψυχροπολεμική παρέμβαση του κ. Μολυβιάτη πέρυσι τέτοιο καιρό, όταν επιχειρήθηκε από την τότε ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών (Παπανδρέου, Λοβέρδος) η αντιμετώπιση του προβλήματος των τελευταίων πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου πολέμου. Ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών σάλπισε τον ξεσηκωμό των υπερεθνικοφρόνων βουλευτών και ματαίωσε ακόμα και την απλή επίσκεψη των υπερήλικων αγωνιστών του εμφυλίου στους τόπους που γεννήθηκαν. Η άρνηση αυτή έγινε στο όνομα της διατήρησης της ελληνικής πολιτικής των τελευταίων 60 χρόνων. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η πολιτική της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού που πρέπει ν' αλλάξει. Αλλιώς θα περιμένουμε την τέταρτη Εκθεση της ECRI για να λέμε πάλι τα ίδια.


------------------------------------------
* Η πλήρης έκθεση και οι παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών (και στα ελληνικά) βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης:
http://www.coe.int/T/F/Droits_de_l'Homme/Ecri/

 

 

(Ελευθεροτυπία, 3/7/2004)

 

www.iospress.gr