Η παραγωγή «αερίου μουστάρδας» στις ΗΠΑ και το κουκούλωμα ενός βιομηχανικού ατυχήματος
 

Τα χημικά του Γέιλ
 

 


"Εκατοντάδες Αμερικανοί δηλητηριάστηκαν από αέρια μουστάρδας στις ΗΠΑ το 1996"
      
 (Medcape General Medicine, 21/10/04)
 


Εκατοντάδες άνθρωποι μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία με τραύματα από «αέριο μουστάρδας», το Σεπτέμβριο του 1996. Δεν ήταν Κούρδοι του Ιράκ, βομβαρδισμένοι από τα περίφημα χημικά όπλα του Σαντάμ, αλλά εργαζόμενοι μιας χημικής βιομηχανίας στη Τζόρτζια των ΗΠΑ και υπάλληλοι μιας εξίσου αμερικανικής εταιρίας καθαρισμού. Χωρίς να επιβληθεί οποιασδήποτε προληπτική λογοκρισία, το γεγονός αντιμετωπίστηκε ευθύς εξαρχής σαν εθνικό απόρρητο. Ακόμη και οι αρμόδιες ιατρικές υπηρεσίες ενημερώθηκαν πολύ καθυστερημένα και πλημμελώς για την επίμαχη ουσία, ενώ τα ΜΜΕ και οι κρατικές υπηρεσίες απέφυγαν διακριτικά να ασχοληθούν με το θέμα. Το ίδιο και τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας των ΗΠΑ -της συνήθως άκρως ευαίσθητης, όταν τέτοια πράγματα συμβαίνουν σε κάποια μακρινή χώρα κι όχι δίπλα στο σπίτι της.

Η είδηση (ακριβέστερα: το κουκούλωμά της) αποτυπώνει με το σαφέστερο δυνατό τρόπο τα όρια της ελευθερίας του Τύπου στις σύγχρονες «κοινωνίες της πληροφορίας». Η πληροφορία για το περίεργο αυτό βιομηχανικό ατύχημα δημοσιεύθηκε σ' ένα ειδικευμένο ιατρικό περιοδικό των ΗΠΑ (Yuruk Iybroz, «Α recent exposure to Mustard gas in the United States», Medscape General Medicine 6(4), 2004). Την εντόπισε στο Ιντερνετ και την υπέδειξε στον «Ιό» ο παιδίατρος αναγνώστης μας Δημήτριος Παπαλάμπρου από την Πάτρα.

Χημικός πόλεμος στην Τζόρτζια

Ολα ξεκίνησαν στις 25 Σεπτεμβρίου 1996, κατά τη διάρκεια των εργασιών καθαρισμού στο χημικό εργοστάσιο της Georgia Gulf Corporation στο Πλάκεμιν της Τζόρτζια. Κάπου διακόσιοι εργάτες είχαν αναλάβει, μεταξύ άλλων, το ξέπλυμα ενός αντιδραστήρα με αντλίες υψηλής πίεσης. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκαν να τους τυλίγει ένας «ατμός ή αέριο», που απλώθηκε στη συνέχεια και σε άλλους χώρους του εργοστασίου. Δεν αισθάνθηκαν καμιά περίεργη οσμή, ούτε κανείς τους ενημέρωσε σχετικά με οποιονδήποτε κίνδυνο. Ο μόνος εξοπλισμός που τους είχε χορηγηθεί ήταν γάντια και συνηθισμένες αντιπυρικές φόρμες. Επισήμως, η βιομηχανία παράγει τη χημική ουσία VCM που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πλαστικών.

Μετά το τέλος των εργασιών, οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στα σπίτια τους -και, λίγο αργότερα, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα: φαγούρα στα μάτια και το δέρμα, αίσθηση καψίματος στα ρουθούνια, το λάρυγγα και το δέρμα, ναυτία και κοιλιακοί πόνοι. Ακολούθησε η μυστηριώδης εμφάνιση εγκαυμάτων σε μεγάλη έκταση, που συνεχώς απλώνονταν. «Αρχικά, τα εγκαύματα ήταν πρώτου ή δεύτερου βαθμού και αφορούσαν από 1% μέχρι 5% της συνολικής επιφάνειας του σώματος, κυρίως στο πρόσωπο, τα χέρια, το σβέρκο και τους ώμους», διαβάζουμε στο άρθρο του γιατρού Γιουρούκ Γιουμπιρόζ, που πήρε μέρος στην περίθαλψη των θυμάτων. «Και οι δυο τύποι εγκαύματος απλώθηκαν στο δέρμα γύρω από το αρχικό έγκαυμα μέσα σε ώρες, και νέες κακώσεις εμφανίζονταν καθημερινά, μέχρι και το τέλος της εβδομάδας. Τη δεύτερη μέρα μετά την έκθεση, τα εγκαύματα δεύτερου βαθμού 4 ασθενών επεκτάθηκαν στο 9-10% του σώματος». Στα περισσότερα εγκαύματα δεύτερου βαθμού, πάλι, «μικρές φυσαλίδες εξελίχθηκαν μέσα σε ώρες σε μεγάλες φουσκάλες. Οι φουσκάλες ήταν πολύ εύθραυστες κι όταν έσπαζαν προκαλούσαν εξαιρετικό πόνο».

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα από το ατύχημα, εξετάστηκαν συνολικά 77 περιπτώσεις ασθενών, από τους οποίους οι 15 είχαν εγκαύματα πρώτου και οι 49 δεύτερου βαθμού. Ομως, τραύματα από το ίδιο ατύχημα εξακολούθησαν να εμφανίζονται ακόμη και 24 μήνες αργότερα. Συνολικά, εξετάστηκαν 310 περιπτώσεις εγκαυμάτων πρώτου και δεύτερου βαθμού σε 247 συνολικά θύματα -σε 32 περιπτώσεις, τα εγκαύματα εμφανίστηκαν ανάμεσα στον 18ο και τον 24ο μήνα μετά το ατύχημα. Μέχρι το 2002, ένα 19% των θυμάτων είχε παρουσιάσει χρόνια βρογχίτιδα, ενώ το 25% συμπτώματα μετατραυματικού στρες.

Οι γιατροί που κλήθηκαν ν' αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του περίεργου αυτού ατυχήματος, υπέθεσαν ότι τα τραύματα προήλθαν από κάποια ουσία που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του VCM ή στις εργασίες καθαρισμού του εργοστασίου. «Αρχικά, δεν υπήρξε ακριβής πληροφόρηση για την ουσία από την οποία είχαν προσβληθεί», σημειώνει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας του άρθρου. «Ενημερωθήκαμε ότι η ουσία ήταν αέριο μουστάρδας, έξι εβδομάδες αργότερα». Ακόμη και σήμερα ωστόσο, σημειώνει, «δεν διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες για το χρόνο, τη διάρκεια, τις συνθήκες και την προέλευση της έκθεσης των εργαζόμενων στο αέριο μουστάρδας, ούτε για τη θέση κάθε εργαζόμενου απέναντι στην πηγή του αερίου».

Το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα, είναι ότι προσβλήθηκαν από την εκδοχή εκείνη του αερίου που είναι γνωστή σαν «νιτρογενής μουστάρδα». Ως όπλο, χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και το 1925 απαγορεύθηκε από τους Συνθήκη της Γενεύης. Η απαγόρευση εφαρμόστηκε μεν όσον αφορά τους πολέμους μεταξύ αναπτυγμένων κρατών, παραβιάστηκε όμως εκτεταμένα στις επιχειρήσεις εναντίον του «εσωτερικού εχθρού»: από τους Βρετανούς εναντίον των εξεγερμένων φυλών του Ιράκ, από τους Σοβιετικούς στην Κεντική Ασία, από τους Ιταλοούς στην Αιθιοπία κι από τους Ιάπωνεζες στην Κίνα. Το ίδιο όπλο χρησιμοποίησε και ο Σαντάμ, με την πλήρη υποστήριξη της Δύσης, εναντίον των στρατευμάτων του Χομεϊνί και των εξεγερμένων κουρδικών πληθυσμών (1980-88).

Η σιωπή ΜΜΕ και Πανεπιστημίων

Θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια είδηση, την εποχή που η συζήτηση για το χημικό οπλοστάσιο του Σαντάμ βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη, θα προσέλκυε το ενδιαφέρον των αμερικανικών ΜΜΕ. Αμ δε! Η ευαισθησία των τελευταίων για τα χημικά όπλα έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιλεκτική: θυμόμαστε όλοι την αντιμετώπιση που είχε η συγκλονιστική αποκάλυψη του CNN το 1998, για τη χρήση του ίδιου αερίου από τον αμερικανικό στρατό στο Βιετνάμ -αποκάλυψη που, παρά την εξαιρετική τεκμηρίωσή της, παρουσιάστηκε τελικά σαν μια ακόμα «γκάφα» του καναλιού (βλ. αναλυτικά τον «Ιό» της 8.11.98).

Το ίδιο το ατύχημα πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Το παλιότερο σχετικό άρθρο που εντοπίσαμε δημοσιεύθηκε τρία χρόνια αργότερα, σε μια τοπική εφημερίδα της Ατλάντα, και αφορούσε την προθυμία της εταιρίας να αποζημιώσει τα θύματα, με αντίτιμο τη σιωπή τους. Οπως κυνικότατα εξήγησε ο δικηγόρος τους Ρόμπερτ Σμόλκε, «κατά την προετοιμασία της δίκης έμαθε από πού προερχόταν το αέριο, αλλά δεν θα συζητήσει τα ευρήματά του λόγω των διαπραγματεύσεων για ένα διακανονισμό». Πρόσθεσε πάντως ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες του, «το εργοστάσιο εξακολουθούσε μέχρι τις αρχές της χρονιάς να παράγει μια ποσότητα νιτρογενούς μουστάρδας» (Zach Coleman «Georgia Gulf ready to settle chemical suits», Atlanta Business Chronicle 4.6.1999).

Οπως ήταν φυσικό, η υπόθεση έκλεισε με την καταβολή αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο, δόθηκαν συνολικά 140 εκατομμύρια δολάρια, το 42% των οποίων πήγε για δικαστικά έξοδα και τα υπόλοιπα μοιράστηκαν μεταξύ των θυμάτων. Η Υπηρεσία Εργασιακής Υγιεινής και Ασφάλειας, απ' την πλευρά της, περιορίστηκε να επιβάλει στην εταιρεία ένα πρόστιμο 103.000 δολαρίων, χωρίς ν' ασχοληθεί παραπέρα με την υπόθεση. Οπως διαβάζουμε στην επίσημη σχετική έκθεσή της, «η αιτία ή οι αιτίες του ατυχήματος μπορεί να μη γίνουν ποτέ γνωστές».

Είναι φανερό ότι οι υπεύθυνοι της Georgia Gulf δεν πιέστηκαν ιδιαίτερα να αποκαλύψουν τι ακριβώς συμβαίνει με το εργοστάσιό τους -το οποίο, επισήμως, σε κανένα στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας δεν παράγει ούτε «νιτρογενή μουστάρδα» ούτε τα συστατικά της στοιχεία. Οι εκπρόσωποι της αρχικά απέδωσαν τη δημιουργία του αερίου «στην απρόβλεπτη εισαγωγή ακαθαρσιών στα αποθέματα της εταιρείας» από κάποιο προμηθευτή της, ενώ αργότερα έκαναν λόγο για «αποτέλεσμα απρόβλεπτης χημικής αντίδρασης».

Σαφέστερη είναι ωστόσο η Georgia Gulf σε έγγραφό της προς το ομοσπονδιακό Γραφείο Διαχείρισης Εξαγωγών (19.8.1998), με το οποίο ζητά την εξαίρεσή της από τους ελέγχους που προβλέπει η διεθνής Συνθήκη για τα Χημικά Οπλα (βάσει της οποίας, οι ΗΠΑ όφειλαν να καταστρέψουν τα αποθέματά τους σε «αέριο μουστάρδας» ώς το 2004). Εκεί η εταιρεία παραδέχεται ότι παράγει σε τακτική βάση το επίμαχο αέριο, υποστηρίζει όμως ότι αυτό γίνεται σε συγκεντρώσεις κατώτερες από τις προβλεπόμενες για το χαρακτηρισμό μιας βιομηχανικής μονάδας σαν «εργοστάσιο παραγωγής χημικών όπλων».

Ανάλογη διακριτικότητα με αυτή των ΜΜΕ επέδειξε απέναντι στο ζήτημα και η πανεπιστημιακή κοινότητα των ΗΠΑ. Δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψουμε την αιτία: ο διευθυντής της Georgia Gulf όλα αυτά τα χρόνια (1984-1998), Χόλκόουμπ Γκριν, υπήρξε ταυτόχρονα ένας από τους βασικούς χρηματοδότες -και, σήμερα, μέλος της διοίκησης- του πανεπιστημίου του Γέιλ.

Η περίπτωσή του είναι εξαιρετικά διαφωτιστική για τη διαπλοκή των υπερατλαντικών ΑΕΙ με τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Βασικός μέτοχος και διευθυντής δυο ακόμη εταιρειών (Green Capital Investors και West-Point Stevens Inc), ο πρώην διευθυντής της Georgia Gulf διορίστηκε το 1999 μέλος της διοίκησης της Yale Corporation, της ιδιοκτήτριας δηλαδή εταιρίας του πανεπιστημίου, για την επόμενη δωδεκαετία. Νωρίτερα, υπήρξε μέλος και στη συνέχεια πρόεδρος της Αναπτυξιακής Υπηρεσίας του ιδρύματος, καθώς και περιφερειακός διευθυντής της καμπάνιας για τη συγκέντρωση εισφορών από άλλους «φιλόμουσους» επιχειρηματίες.

Σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν, βασικό κριτήριο για την επιλογή του Γκριν υπήρξε το ενδιαφέρον του για τις ανθρωπιστικές επιστήμες -κυρίως τις καλές τέχνες και την Ιστορία. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι ωστόσο η αποκάλυψη του Yale Insider, ότι το «πνευματικό» αυτό ίδρυμα είχε στο χαρτοφυλάκιό του μετοχές της Georgia Gulf, την ίδια ακριβώς εποχή που προσέλαβε τον διευθυντή της στη διοίκησή του.

Ετσι κι αλλιώς, όπως διαπιστώνουμε κι από την περίπτωση του μυστηριώδους ατυχήματος της Georgia Gulf, τα αποτελέσματα αυτής της διαπλοκής απλώνονται πολύ πέρα από τις πύλες του συγκεκριμένου ιδρύματος. Με δεδομένη την «ευελιξία» του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος, πόσοι ερευνητές θα ήταν τόσο απερίσκεπτοι, ώστε να υποθηκεύσουν τις επαγγελματικές προοπτικές τους ανοίγοντας βεντέτα με τη ναυαρχίδα του πανεπιστημιακού κατεστημένου των ΗΠΑ;
 

(Ελευθεροτυπία, 6/11/2004)

 

www.iospress.gr