Η αυτοτέλεια, η αποτελεσματικότητα και το κύρος της αρχαιολογικής υπηρεσίας στο στόχαστρο της κυβέρνησης
 

Η επανίδρυση του πολιτισμού
 


Καθώς φαίνεται η αναγγελθείσα «επανίδρυση» του κράτους θα ξεκινήσει από το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ). Και όχημα γι' αυτή την επιχείρηση είναι ο νέος Οργανισμός που σχεδιάζεται για να αντικαταστήσει τον πρόσφατο Οργανισμό που ισχύει από το 2003. Θορυβημένοι από κάποιες πρώτες πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο («Εθνος», 22/11) οι εκπρόσωποι των αρχαιολόγων ζήτησαν να ενημερωθούν από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ, και μέχρι αυτή τη στιγμή το αυτονόητο αίτημά τους δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως. Σε ανακοίνωσή του προς όλο τον κλάδο, το Δ.Σ. του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (ΣΕΑ) προειδοποιεί ότι «οι εξελίξεις είναι ανησυχητικές, στο βαθμό που δεν θα παραμείνουν απλοί σχεδιασμοί, αλλά θα οδηγήσουν στη συγκρότηση νέου Οργανισμού».

Η ανησυχία των αρχαιολόγων είναι δικαιολογημένη. Ο νέος Οργανισμός δεν έχει ακόμα δοθεί στη δημοσιότητα, αλλά σύμφωνα με το προσχέδιο που βρίσκεται στη διάθεση του «Ιού», το περιεχόμενό του ανατρέπει τη βασική συγκρότηση της αρχαιολογικής υπηρεσίας και θέτει σε αμφισβήτηση τον τρόπο προστασίας των αρχαίων που ισχύει μέχρι σήμερα. Ο λόγος, άλλωστε, που ο νέος Οργανισμός θα έχει τη μορφή νόμου και όχι προεδρικού διατάγματος όπως συμβαίνει συνήθως για τους Οργανισμούς (και για τον ισχύοντα ΠΔ 191/2003), είναι ότι δι' αυτού επιχειρείται να παρακαμφθεί ένας άλλος πολύ σημαντικός νόμος, ο αρχαιολογικός (ν. 3028/2002), τον οποίο δύσκολα θα τολμούσε να αναθεωρήσει ευθέως η νέα διοίκηση.

Επιτελικό ρόλο στη σύνταξη του σχεδίου νόμου έχει ο καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης στη Νομική Αθηνών Αντώνης Μακρυδημήτρης, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής και προσωπικός συνεργάτης του πρωθυπουργού (και, ας μη ξεχνάμε, υπουργού Πολιτισμού). Λέγεται ότι αυτός είναι ο εισηγητής του όρου «επανίδρυση του κράτους» και φαίνεται ότι η πρώτη δοκιμή «επανίδρυσης» βρίσκεται στα σκαριά. Στην επιτροπή που συντάσσει το νέο Οργανισμό συμμετέχουν νομικοί και ορισμένα στελέχη του υπουργείου, με επικεφαλής τον κ. Λάζαρο Κολώνα, γενικό διευθυντή Αρχαιοτήτων, ο οποίος πρωταγωνίστησε και στη σύνταξη του υπό κατάργηση Οργανισμού το 2003.

Η δημιουργία των περιφερειών

Ρόλο κλειδί στο νέο Οργανισμό καλούνται να παίξουν οι δέκα «Περιφερειακές Διευθύνσεις Πολιτισμού», στις οποίες θα υπάγονται πλέον όλες οι υπηρεσίες: 1. Πολιτιστική Περιφέρεια Θράκης (με έδρα την Ξάνθη ή την Κομοτηνή), 2. Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη), 3. Θεσσαλίας (Λάρισα), 4. Ηπείρου (Ιωάννινα), 5. Ιονίων Νήσων (Κέρκυρα), 6. Στερεάς Ελλάδας (Θήβα ή Λαμία), 7. Αττικής (Αθήνα), 8. Πελοποννήσου (Τρίπολη), 9. Κρήτης (Ηράκλειο), 10. Αιγαίου (Μυτιλήνη). Το σημείο αυτό επισημαίνει το ΔΣ του ΣΕΑ: «Η ίδρυση της ενδιάμεσης βαθμίδας διοικήσεως με την ενιαία αντιμετώπιση σε μία οργανική μονάδα δύο εντελώς διαφορετικών τομέων, αυτού του αρχαίου και εκείνου του σύγχρονου πολιτισμού, μας βάζει σε σοβαρό προβληματισμό».

Η επίσημη αιτιολογία των εμπνευστών του σχεδίου προς τους αρχαιολόγους είναι ότι αυτές οι περιφέρειες υπαγορεύονται από τις διοικητικές δομές της Ε.Ε., όμως ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται από το απλό γεγονός ότι δεν υπάρχει σύμπτωση με τις 13 διοικητικές περιφέρειες της χώρας. Θα είχε κανείς πολλά να πει για την νέα αυτή διάρθρωση που εμπνεύστηκαν οι συντάκτες του σχεδίου νόμου, αν δεν ήταν διάφανες ορισμένες σκοπιμότητες. Η κατάργηση, π.χ, της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και η θέσπιση μεγάλης περιφέρειας Πελοποννήσου ασφαλώς δεν πρέπει να είναι άσχετη με την επιθυμία του υφυπουργού Πολιτισμού να αναδείξει την ιδιαίτερη πατρίδα του. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το σημαντικότερο που προκύπτει από την ανάλυση των αρμοδιοτήτων των περιφερειών είναι ότι μέσω αυτών επιχειρείται η διάσπαση της αρχαιολογικής υπηρεσίας και η υπαγωγή των τοπικών εφορειών σε διοικητικά όργανα, όπου οι αρχαιολόγοι θα είναι απόντες ή ελάχιστη μειοψηφία.

Σύμφωνα με την πρόταση της επιτροπής, «σε κάθε περιφέρεια πολιτισμού προΐσταται Περιφερειακός Διευθυντής», ο οποίος θα είναι βέβαια μάνατζερ και όχι υποχρεωτικά αρχαιολόγος. Οσο για τα κρίσιμα θέματα, αυτά θα τα αποφασίζει «Περιφερειακό Συμβούλιο Πολιτισμού», το οποίο αποτελείται από τον «Περιφερειακό Διευθυντή, εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, των ΑΕΙ, της Εκκλησίας, της κοινωνίας των πολιτών (sic) και των επιμελητηρίων». Ετσι παρακάμπτονται τα Τοπικά Συμβούλια Μνημείων που προβλέπει ο αρχαιολογικός νόμος (αρ. 49, ν. 3028/2002) και υποκαθίστανται οι αρχαιολόγοι από μάνατζερ, τοπικούς παράγοντες, μητροπολίτες, κλπ.

Ο ισχύων τρόπος αποκέντρωσης (εφορείες, τοπικά συμβούλια, ΚΑΣ, κεντρική υπηρεσία) εξασφάλιζε κάποιο σημαντικό βαθμό αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία κατόρθωνε μέχρι σήμερα να αντιστέκεται στις πιέσεις τοπικών παραγόντων και είχε διασώσει από την κατεδάφιση σημαντικά μνημεία.

Το ίδιο συνέβαινε και με τα έργα που εκτελούσαν δι' αυτεπιστασίας οι εφορείες σε όλη την Ελλάδα. Η μέθοδος αυτή, η οποία έχει αποδειχτεί τόσα χρόνια οικονομική και αποτελεσματική, ήταν από καιρό στο στόχαστρο των εργολάβων που έχαναν ένα μέρος από την κατασκευαστική αγορά. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η πίεσή τους αποφέρει σήμερα αποτελέσματα. Και μάλιστα στην κυβέρνηση που κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των διαπλεκομένων, και στον υπουργό-πρωθυπουργό που τρώει στην καθισιά του πέντε κατασκευαστές-νταβατζήδες!

Υπονόμευση του ΚΑΣ

Το δεύτερο στοιχείο της νέας δομής του υπουργείου είναι η ουσιαστική κατάργηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), ενός οργάνου που εξέφραζε επί δεκαετίες όχι απλώς την αρχαιολογική υπηρεσία, αλλά την αρχαιολογική κοινότητα. Στο ΚΑΣ (και στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων, ΚΣΝΜ) καταλήγουν όλα τα σημαντικά ζητήματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς μας. Γι' αυτό το λόγο είχαν γίνει κατά καιρούς πολλές προσπάθειες να καταργηθεί ή να μειωθεί το κύρος του. Φυσικά ποτέ δεν έμενε ανεπηρέαστο από τις πιέσεις της πολιτικής ηγεσίας. Αλλωστε πρόεδρος του Συμβουλίου είναι ο εκάστοτε γενικός γραμματέας του ΥΠΠΟ.

Η πρώτη μορφή Αρχαιολογικού Συμβουλίου απαντάται ως «Αρχαιολογική Επιτροπή» σε νόμο της Αντιβασιλείας το 1834 (10/5/1834). Το 1910 με το ν. 3730 θεσπίζεται «Αρχαιολογικόν Συμβούλιον», του οποίου οι αποφάσεις είναι για πρώτη φορά υποχρεωτικές για τον υπουργό. Οπως παρατηρεί στη σημαντική μελέτη του ο Βασίλειος Χ. Πετράκος, αυτόν το δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων του Αρχαιολογικού Συμβουλίου τον "ξαναβρίσκουμε στις διατάξεις του β.δ. 634/1960, ενώ απουσιάζει στα νομοθετήματα της μεταξικής περιόδου, της κατοχής και στα έως του 1960. Δεν επαναλαμβάνεται στα νομοθετήματα της επταετίας» («Δοκίμιο για την αρχαιολογική νομοθεσία», ΥΠΠΟ, Αθήναι 1982, σ. 41). Μετά τη χούντα το π.δ. 505/1975 πρόβλεπε και πάλι σύμφωνη γνώμη του ΚΑΣ για ορισμένα ζητήματα, κάτι που καταργήθηκε μόνο με το ν. 654/1977, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή προσέκρουσε στην άρνηση του ΚΑΣ να συναινέσει στη μαζική εξαγωγή αρχαιοτήτων.

Δείγμα, λοιπόν, δημοκρατικότητας της πολιτείας ο βαθμός ανεξαρτησίας του ΚΑΣ. Η μετατόπιση των αρμοδιοτήτων του ΚΑΣ και του ΚΣΝΜ σε κάποιο υπό σύσταση «Εθνικό Συμβούλιο Πολιτισμού», ασφαλώς υπονομεύει τον ρόλο των αρχαιολόγων στον ανώτερο αυτό θεσμό προστασίας αρχαιοτήτων και ανοίγει το δρόμο στην ανεξέλεγκτη διαχείριση των μνημείων και την ασύδοτη πραγματοποίηση δημοσίων και ιδιωτικών έργων χωρίς το «βραχνά» των σωστικών ανασκαφών και με παράκαμψη των ζωνών προστασίας.

Το αστείο είναι ότι σε άλλο σημείο του σχεδίου, οι συντάκτες ισχυρίζονται ότι η «τόνωση των Περιφερειακών Δ/νσεων έχει στόχο τη μείωση των πελατειακών πιέσεων προς το ΥΠΠΟ και των πελατειακών πειρασμών». Αλλά, βέβαια, αν δεν είναι ικανό να αντέξει τους πειρασμούς αυτούς το ΚΑΣ και η κεντρική υπηρεσία του ΥΠΠΟ, τι πρέπει να περιμένουμε από τις «Περιφερειακές Διευθύνσεις Πολιτισμού»; Το έργο το έχουμε δει στις κατά τόπους Πολεοδομίες και στις υπηρεσίες «αδειών» της τοπικής αυτοδιοίκησης όλης τις χώρας.

Πνεύμα «φιλελευθερισμού»

Ενα εύλογο ερώτημα που γεννάται από τις παραπάνω διαπιστώσεις, είναι μήπως τουλάχιστον ο νέος Οργανισμός, αφού υποβαθμίζει την αρχαιολογική υπηρεσία, τουλάχιστον δημιουργεί προϋποθέσεις ανάδειξης του σύγχρονου πολιτισμού, έστω και σε βάρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Δυστυχώς συμβαίνει το αντίθετο. Τις πραγματικές προθέσεις των συντακτών του σχεδίου, προδίδει μια μικρή υποσημείωση, η οποία αφορά όλους τους εποπτευόμενους οργανισμούς του υπουργείου. Διατυπώνεται με αμήχανο και ερωτηματικό τρόπο, αλλά είναι αποκαλυπτική:

«Ποια είναι η σχέση του ΥΠΠΟ με τα εποπτευόμενα όργανα; Πρέπει να ξεκαθαρισθεί. Το ΥΠΠΟ να μην καλύπτει τα ελλείμματα, π.χ. Εθνικό Θέατρο τι κάνει; Πρόταση: το ΥΠΠΟ να αξιολογεί τους προϋπολογισμούς τους. Ολα αυτά τα όργανα να φύγουν εκτός ΥΠΠΟ: να έχουν δικό τους κανονισμό λειτουργίας, δικό τους οργανισμό, το ΥΠΠΟ να προκηρύξει θέση για το Δ/ντη του ή Δ.Σ και Εκτελεστικό Δ/ντη από την αγορά. Να καταθέτουν σχέδιο πενταετίας, το οποίο θα αξιολογεί το ΥΠΠΟ και μετά να μην το απασχολούν».

Εδώ διακρίνεται το νέο πνεύμα της «φιλελεύθερης παράταξης». Προτείνεται «να φύγουν» από το ΥΠΠΟ όλα αυτά τα ενοχλητικά και δραχμοβόρα πολιτιστικά βαρίδια, όπως το Εθνικό Θέατρο, η Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, κ.λπ. Και απλώς να διαλέγει το υπουργείο κάποιο μάνατζερ «από την αγορά». Μια γεύση αυτής της απέχθειας του αρμόδιου υφυπουργού προς τους «εποπτευόμενους» πήραμε την περασμένη βδομάδα στη Θεσσαλονίκη, με την έκδηλη απαρέσκειά του προς έναν από τους πιο επιτυχημένους διευθυντές οργανισμού, τον Μισέλ Δημόπουλο του κινηματογραφικού φεστιβάλ.

Και δεν είναι λίγοι αυτοί οι εποπτευόμενοι οργανισμοί. Σύμφωνα με την ίδια την επίσημη ιστοσελίδα του υπουργείου, υπάρχουν δεκάδες και εκτείνονται σε όλο το φάσμα του πολιτισμού: Αρχαία και Βυζαντινή Πολιτιστική Κληρονομιά, Νεότερη Ιστορία και Λαϊκή Παράδοση, Λογοτεχνία και Βιβλίο, Μουσική, Θέατρο, Χορός, Κινηματογράφος, Εικαστικές τέχνες, Φωτογραφία κλπ.

Ολοι αυτοί οι φορείς κινδυνεύουν να βρεθούν στον αέρα. Αλλά αν όλα αυτά «φύγουν» (για να πάνε πού;) και αν η αρχαιολογική υπηρεσία μείνει ανήμπορη και διακοσμητική, τότε ποιο ρόλο θα έχει το ΥΠΠΟ;
 

(Ελευθεροτυπία, 4/12/2004)

 

www.iospress.gr