Η ΕΛ.ΑΣ. παραβιάζει συστηματικά τους νόμους που διασφαλίζουν τη θρησκευτική ελευθερία των πολιτών
 

Σωματική έρευνα πεποιθήσεων

Η αστυνομική αυθαιρεσία σε βάρος πολιτών που ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους να εκφράζουν αλλά και να διαδίδουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις συνεχίζεται απτόητη.

Oπως υποστηρίζει ο Συνήγορος του Πολίτη, η συμπεριφορά των αστυνομικών απέναντι σε πολίτες που ανήκουν στη θρησκευτική κοινότητα των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά παραβιάζει τόσο την κοινή όσο και τη συνταγματική νομοθεσία της χώρας. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, το πρώτο κράτος-μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης που καταδικάστηκε για ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, αθετεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε μετά την καταδικαστική σε βάρος της απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1993 (υπόθεση Κοκκινάκη).

Ελεγχοι, απειλές...

Σύμφωνα με αναφορές της θρησκευτικής κοινότητας Χριστιανοί Μάρτυρες του Ιεχωβά προς τον Συνήγορο του Πολίτη, αστυνομικοί στη Σπάρτη σταμάτησαν στις 31.10.03 για έλεγχο δύο μέλη της κοινότητας και τους υπέβαλαν επί είκοσι λεπτά σε σωματική έρευνα, όρθιους με τα χέρια στην ανάταση, μπροστά σε πλήθος διερχομένων. Στις 28.09.03, πάντοτε στη Σπάρτη, αστυνομικοί οδήγησαν στο Τμήμα για εξακρίβωση δύο άλλα μέλη της ίδιας κοινότητας, επειδή συζητούσαν για θρησκευτικά ζητήματα με οικονομικούς μετανάστες. Οι προσαχθέντες καταγγέλλουν ότι δέχτηκαν απειλές από τους αστυνομικούς, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι απαγορεύεται η διάδοση θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Σε κεντρικό δρόμο των Σερρών, αστυνομικοί που επέβαιναν σε αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες απαγόρευσαν στις 18.03.04 σε μέλος της ίδιας κοινότητας να συνομιλεί με περαστικούς και να τους προτείνει έντυπα θρησκευτικού περιεχομένου, χαρακτηρίζοντας παράνομη τη δραστηριότητα αυτή. Την επομένη, αστυνομικός με πολιτικά συνέλαβε στην ίδια πόλη δύο άλλους Μάρτυρες του Ιεχωβά και τους προσήγαγε στο Τμήμα, όπου τους ανακοινώθηκε ότι «είναι παράνομο να επισκέπτεται κανείς τους συμπολίτες του στο σπίτι τους για να συζητήσουν θρησκευτικά ζητήματα». Σε αστυνομικό έλεγχο υποβλήθηκαν και άλλα δύο μέλη της κοινότητας μετά δύο ημέρες σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

... και αυτοσχεδιασμοί

Το εξωφρενικό είναι ότι οι δύο εμπλεκόμενες Αστυνομικές Διευθύνσεις αντέδρασαν διαφορετικά όταν κλήθηκαν από τον Συνήγορο του Πολίτη να εκθέσουν την εκδοχή τους για τις καταγγελλόμενες παρανομίες των οργάνων τους: η Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας προσπάθησε να δικαιολογηθεί, ενώ εκείνη των Σερρών διεκδίκησε μέχρι τέλους το δικαίωμά της στην παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών της.

Ας δούμε πώς: η Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας υποστήριξε αρχικά ότι «ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της προληπτικής δραστηριότητος της Αστυνομίας», για να συμπληρώσει αργότερα ότι την εποχή εκείνη πραγματοποιούνταν εκτεταμένοι έλεγχοι, ιδίως σε αλλοδαπούς, λόγω κλοπών και διαρρήξεων που είχαν σημειωθεί πρόσφατα, επομένως «ο έλεγχος δεν είχε καμία σχέση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ατόμων, τις οποίες και δεν γνώριζαν οι αστυνομικοί». Οταν ο Συνήγορος του Πολίτη αμφισβήτησε τον ισχυρισμό, η Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας επανήλθε επιμένοντας ότι ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε κάποια στιγμή που οι εν λόγω πολίτες δεν διένειμαν έντυπα, οπότε δεν ήταν προφανείς οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, καθώς και ότι λόγος της έρευνας υπήρξαν «κλοπές-διαρρήξεις [...] με φερόμενους ως δράστες άτομα αλλοδαπής προέλευσης, οι οποίοι και συνελήφθησαν αργότερα, τα οποία σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες είχαν εξωτερικά σωματικά χαρακτηριστικά ταυτόσημα με των ελεγχθέντων».

Από την πλευρά της, η Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών αρκέστηκε να κοινοποιήσει στον Συνήγορο του Πολίτη το έγγραφο το οποίο είχε αποστείλει στους Χριστιανούς Μάρτυρες του Ιεχωβά. Σύμφωνα με αυτό, «οι κάτοικοι της πόλης των Σερρών και του νομού γενικότερα, εκ της γεωγραφικής θέσης του τόπου τους (ακριτική περιοχή) έχουν έντονα αναπτυγμένο το εθνικό και θρησκευτικό τους συναίσθημα και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διαταράσσει την εσωτερική και οικογενειακή τους γαλήνη και ισορροπία».

Στη συνέχεια το έγγραφο ανέφερε ότι εκείνο τον καιρό είχαν σημειωθεί κλοπές σε διαμερίσματα, γεγονός που έχει καταστήσει τους κατοίκους της πόλης «ιδιαίτερα επιφυλακτικούς» προς τους αγνώστους που τους επισκέπτονται. Ετσι, οι δύο πολίτες που χτυπούσαν κουδούνια αγνώστων και δεν είχαν μαζί τους την αστυνομική τους ταυτότητα οδηγήθηκαν στο τμήμα για εξακρίβωση, σε όλους δε τους ελεγχθέντες έγινε σύσταση «να μην ενοχλούν άλλους πολίτες, τόσο σταματώντας τους στον δρόμο όσο και όταν ξεκουράζονται στα σπίτια τους, καθόσον έχουν αναφαίρετο δικαίωμα, εφόσον διάγουν ησύχως και νομοταγώς, να μην παρενοχλούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο και μάλιστα να μη διεγείρονται τα θρησκευτικά τους συναισθήματα και να μη διαταράσσεται το αίσθημα ασφαλείας τους». «Είναι γνωστό ότι ο αστυνομικός έλεγχος δεν είναι παρενόχληση, ούτε παρεμπόδιση», κατέληγε το έγγραφο. «Εάν δε συστήσετε στα άτομα που είναι επιφορτισμένα με την πώληση περιοδικών και εντύπων να μην ενοχλούν με φορτικότητα φιλήσυχους και νομοταγείς πολίτες που βαδίζουν στους δρόμους ή οικουρούν, δεν θα προκαλούνται παράπονα».

Κρατικές παρανομίες

Είναι προφανές ότι χάος χωρίζει τις δύο απαντήσεις: όπως υπογραμμίζει ο Συνήγορος του Πολίτη, η Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας, αν και δεν πετυχαίνει να πείσει για την ύπαρξη «σοβαρής υπόνοιας» που θα καθιστούσε νόμιμη τη σωματική έρευνα πολιτών, ωστόσο αποκρούει με ιδιαίτερη προσοχή, τουλάχιστον στο επίπεδο των εγγράφων διαβεβαιώσεων, τη μομφή του ελέγχου των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Αντιθέτως, η ομόλογή της Διεύθυνση των Σερρών δικαιολογεί τη στάση της επικαλούμενη αρχές που δεν συμβιβάζονται με την ισχύουσα νομοθεσία.

Σύμφωνα με τον Συνήγορο του Πολίτη, «με την επίκληση της γεωπολιτικής κρισιμότητας και του εικαζόμενου συναισθήματος της πλειοψηφίας ("έχουν έντονα αναπτυγμένο το εθνικό και θρησκευτικό τους συναίσθημα και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να το προσβάλλει"), δηλαδή στοιχείων όλως αδιάφορων για την ισχύ των συνταγματικών ελευθεριών, η Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών επιβεβαιώνει και θεωρεί ως καθ' όλα θεμιτές ενέργειες των αστυνομικών υπαλλήλων οι οποίες παραβιάζουν τις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της θρησκευτικής συνείδησης». Ετσι, η αστυνομική ηγεσία των Σερρών εμφανίζεται να αδιαφορεί για συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών, απειλώντας ευθέως τους ενδιαφερόμενους ότι θα συνεχίσει τις παράνομες διωκτικές πρακτικές της.

Οπως έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ο Συνήγορος του Πολίτη, το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία των λατρευτικών εκδηλώσεων και της θρησκευτικής συνείδησης, αλλά και την ελευθερία διάδοσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων (άρθρα 13 παρ. 1 και 14 παρ. 1). Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και της εκδήλωσής της κατοχυρώνεται ακόμη ρητά από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την οποία έχει επικυρώσει και η Ελλάδα. Σύμφωνα μάλιστα με την απόφαση «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος» του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (25.05.93), η ενημέρωση σχετικά με τις αντιλήψεις συγκεκριμένου δόγματος συνιστά προσπάθεια θεμιτού επηρεασμού της θρησκευτικής συνείδησης και αυτονόητη εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης και διάδοσης των στοχασμών.

Εκτός αυτού, η εσωτερική ελληνική νομοθεσία, παρά το γεγονός ότι βασίζεται στον μεταξικό νόμο περί προσηλυτισμού, δεν ποινικοποιεί τη διάδοση θρησκευτικών πεποιθήσεων παρά μόνο όταν αυτή συνοδεύεται από «απατηλά μέσα». Εννοείται πως η προσφορά εντύπων και η πρόσκληση προς συζήτηση σε καμία περίπτωση δεν υπάγονται στην κατηγορία αυτή.

Είναι βέβαιο ότι η Ελληνική Αστυνομία δεν πρέπει να νιώθει μόνη, όταν αρνείται να αποδεχθεί το νομικό αυτό πλαίσιο και σε θέματα «προσηλυτισμού» εμφανίζεται πιο άτεγκτη και από τον ίδιο τον μεταξικό νομοθέτη. Από τη στιγμή που καθιερώθηκε η εναλλακτική κοινωνική υπηρεσία (Νόμος 2510/97), πολλές υπήρξαν οι καταγγελίες για τις απάνθρωπες (βλέπε εκδικητικές) συνθήκες εργασίας που περίμεναν τους αντιρρησίες συνείδησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους: περισσότερες από δεκαπέντε ώρες δουλειά την ημέρα, εργασία και το Σαββατοκύριακο, απαγόρευση εξόδου, άρνηση ολιγοήμερης άδειας κ.ο.κ. Πρόσφατα ακόμη, εξετάζοντας την αναφορά Μάρτυρα του Ιεχωβά που υπηρετούσε τη θητεία του στο Ταχυδρομικό Γραφείο Ανδρου, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε ότι τόσο ο άμεσος προϊστάμενος του καταγγέλλοντος όσο και οι διοικητικά ανώτεροί του, ερμηνεύοντας λανθασμένα την ισχύουσα νομοθεσία, υποστήριξαν ότι ο εν λόγω πολίτης δεν είχε δικαίωμα να συζητά με συμπολίτες του θρησκευτικά θέματα εκτός του ωραρίου εργασίας του.

«Ενδεχόμενη πλάνη δημοσίων λειτουργών ως προς το θεμιτό ή αθέμιτο της διάδοσης απόψεων με εσφαλμένη επίκληση νομοθετικών και συνταγματικών διατάξεων είναι, εκτός από εξαιρετικά άστοχη, επικίνδυνη για την ισχύουσα πολιτειακή τάξη και το καθεστώς προστασίας των δικαιωμάτων», σημειώνει σχετικά ο Συνήγορος του Πολίτη. Ούτως ή άλλως, η ανεξάρτητη αυτή αρχή έχει εισηγηθεί στα αρμόδια υπουργεία την κατάργηση της διάταξης του μεταξικού νόμου 1363 περί «αξιοποίνου προσηλυτισμού», η οποία τόσο συχνά παρερμηνεύεται από τις ίδιες τις κρατικές υπηρεσίες. (Για τις διεθνείς καταδίκες της χώρας για θέματα θρησκευτικής ελευθερίας, βλ. «Ιός» 19/10/97 και 13/03/99).

 

(Ελευθεροτυπία, 15/1/2005)

 

www.iospress.gr