Η καταδίκη είναι θηλυκού γένους για την Ειρήνη Αθανασάκη
 

Μία ζωή χωρίς άλλοθι

«Θέλω να ζήσω ελεύθερη, αλλά Κυριακίδου ούτε θέλω ούτε μπορώ να γίνω»
       
(Ειρήνη Αθανασάκη, Κορυδαλλός 3/12/04)

«Εγώ κατηγορήθηκα για πράξεις που αφορούν όλη τη ζωή μου. Πώς θα μπορούσα να αποδείξω την αθωότητά μου για την κάθε μία; Ακόμα και το στοιχείο που αποδείχτηκε από τα διαβατήριά μου (δηλαδή ότι από το '74 μέχρι το '76 ζούσα συνέχεια στο εξωτερικό) δεν το έλαβαν υπόψη στην απόφασή τους». Με επιστολή της από τις φυλακές Κορυδαλλού, η Ειρήνη Αθανασάκη εκφράζει ακόμα την απορία της για τη σκληρή καταδίκη της που βασίστηκε στην απαράδεκτη αρχή της «συλλογικής ευθύνης», ακόμα και για πράξεις που έγιναν όταν βεβαιωμένα εκείνη έλειπε στο εξωτερικό. Ψιλά γράμματα!

Σε δέκα μέρες θα ξανακαθίσει στο εδώλιο του Κορυδαλλού δίπλα στους ίδιους συγκατηγορουμένους με βάση ένα νέο κατηγορητήριο, ακόμα πιο «ευρηματικό» από το προηγούμενο, στο οποίο όμως οι συντάκτες του χώρεσαν και τον εκ γενετής ένοχο Γιάννη Σερίφη.

Οι γυναίκες

Η κυρία Αθανασάκη είναι η μόνη γυναίκα που καταδικάστηκε με τον νέο τρομονόμο. Η καταδίκη της στηρίχτηκε στην αντιφατική κατάθεση μιας άλλης γυναίκας. Είναι φανερό για όσους παρακολουθήσαμε αυτή τη δίκη ότι τρεις γυναικείες φιγούρες κυριάρχησαν στην παράλογη ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη επί μήνες στο ειδικό δικαστήριο του Κορυδαλλού. Η γυναίκα-πρόεδρος που σχεδόν ποτέ δεν θυμόταν τα γυναικεία ονόματα (συνηγόρων, μαρτύρων αλλά και της μοναδικής κατηγορούμενης) και χρησιμοποιούσε γενικώς το «κυρία», η γυναίκα-μάρτυρας («προδομένη και εγκαταλελειμμένη», «φτωχή, φαντασιόπληκτη και φωνακλού») και η γυναίκα-κατηγορούμενη (σιωπηλή και συγκρατημένη). Τρία διαφορετικά πρότυπα που όμως συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον όλων των παραγόντων της δίκης με πολλά υπονοούμενα, επιθέσεις, κατηγορίες. Ολα αυτά θα ήταν είχαν απλό σημειολογικό ενδιαφέρον αν αφορούσαν μία θεατρική παράσταση. Στη δίκη όμως μεταφράστηκαν σε 1300 χρόνια φυλακής. Ενας μόνο εφέτης έκρινε αθώα την Αθανασάκη.

Στη διάρκεια της δίκης επιστρατεύτηκαν τα γνωστά στερεότυπα για να στηριχτεί η χαώδης κατηγορία. Το 'κάρφωμα' είναι πάντα η αλήθεια, το 'άλλο' είναι κάλυψη, είναι ψέμα. Με αυτή την απαράβατη αρχή δίκασε το δικαστήριο και με ένα βούλευμα, το οποίο χαρακτήρισε ακόμα και ο συνήγορος πολιτικής αγωγής Αλέξανδρος Κατσαντώνης ως «το ποιοτικά χειρότερο -από της απελευθερώσεως της Ελλάδας από τους Τούρκους- με το θαυμαστό βέβαια προτέρημα να πληροί τις τυπικές δικονομικές προϋποθέσεις του νόμου, ώστε να είναι αμετάκλητο» («Ελεύθερος Τύπος» 1/8/04). Και εμάς κατά συνέπεια μας περισσεύει!

Είχαμε λοιπόν από τη μια την «πρώην» να κατηγορεί με μανία τον «τέως». Ούτε τον Κατσαντώνη δεν έπειθε: «Η δυστυχής και άξεστη Κυριακίδου που κουβάλησε στο δικαστήριο ακόμα και... κάλτσες, προδήλως δεν φτάνει για να διαφωτίσει το ερώτημα ποια ήταν η ηγεσία του ΕΛΑ…» (στην ίδια εφημερίδα, 30/5/04). Είχαμε όμως από την άλλη μια γυναίκα να πληρώνει μια προσωπική σχέση. Και η αξιοπρεπής της στάση να προσμετράται σαν ενοχή. Είναι ενδεικτικός ο σχολιασμός πάλι από τον «Ελεύθερο Τύπο», και ενώ σχεδόν όλες οι εφημερίδες εξέφραζαν ερωτηματικά για την καταδίκη της: «Το θηλυκό γένος… του εδωλίου παρουσίασε πολλά πρόσωπα. Πότε ήταν απότομη, πότε σκυθρωπή, άλλοτε πάλι πολύ εκνευρισμένη ή με… ύφος απορημένου ατόμου, ενώ εκεί προς το καλοκαίρι έδειξε ολίγον άνετη και φειδωλά χαμογελαστή». (10/10/04). Μετά από δεκαοκτώ μήνες προφυλάκισης ένας άνθρωπος που κλήθηκε αρχικά σαν απλός μάρτυρας και στο τέλος καταδικάστηκε σαν αυθεντία στις βόμβες δεν μπορούμε να φανταστούμε τι ύφος θα έπρεπε να έχει.

Τα στοιχεία

Από «στοιχεία» βέβαια για την Αθανασάκη δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε καν τα διάτρητα χαρτιά της ΣΤΑΖΙ. Ο Χρήστος Τσιγαρίδας στην απολογία του ανέφερε ότι «καμιά γυναίκα δεν έφτασε στο σημείο να θέλει ή να μπορεί να συμμετέχει σε μια ενέργεια». Οι μάρτυρες πλην Κυριακίδου δεν αναγνώρισαν καμιά γυναίκα. Μόνον μια παλιά διαχειρίστρια κάποιου διαμερίσματος περιέγραψε μια γυναίκα με τσιγάρο, ξενυχτισμένη, σαν ηθοποιό με ξανθωπά μαλλιά και παχουλή, στο σπίτι της οδού Πολέμωνος. Το παράξενο είναι ότι η περιγραφή ταίριαζε απολύτως με τη μοναδική φωτογραφία γυναίκας που της επιδείχτηκε στην προδικασία και ήταν βέβαια της Αθανασάκη. Κατά τη διάρκεια της δίκης δεν την αναγνώρισε με βεβαιότητα. Εκείνη μάλιστα την ημέρα και ενώ η μάρτυρας μιλούσε σε τρίτο πρόσωπο για τη γυναίκα που είχε δει, η πρόεδρος με επιμονή συγκεκριμενοποιούσε τους σχολιασμούς της στο πρόσωπο της κατηγορουμένης («Η κυρία είπε ότι ΗΣΑΣΤΑΝ κανονική τότε») με αποτέλεσμα να υποβληθεί το αίτημα εξαίρεσής της.

Οσο για την Κυριακίδου, στις καταθέσεις της αλλά και στη δίκη δήλωσε ότι γνώρισε την Αθανασάκη στην Πάτμου. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε η γνωριμία στην Πολέμωνος. Σε μια «ενοχοποιητική» σκηνή που περιέγραψε (γύρω από ένα τραπέζι οι τρεις κατηγορούμενοι με καλώδια και ρολόγια) την έβλεπε για πρώτη φορά. Μετά όμως θυμήθηκε ότι την ήξερε και είχε μάλιστα μαζί της διακοσμήσει το διαμέρισμα αυτό. Αλλού λέει ότι την είχε δει μία φορά κι αλλού ότι κάνανε παρέα όταν έλειπε ο Κανάς.

Το χειρότερο όμως είναι ότι και ο εισαγγελέας Ε. Πατσής ακολούθησε την Κυριακίδου στους ίδιους αντιφατικούς συλλογισμούς: «Ομως της είχε αναθέσει της Κυριακίδου το διαμέρισμα της Πολέμωνος, της είχε επιβάλει να πηγαίνει κάπου κάπου για να φαίνεται ότι κατοικείται. Πώς; Ανοίγοντας τη βρύση ή λίγο το φως. Σε μια τέτοια λοιπόν επίσκεψη…βλέπει γύρω από το τραπέζι τον σύζυγό της, τον κ. Αγαπίου και την κυρία Αθανασάκη. Ταράσσονται. Σηκώνεται ο σύζυγος και αρχίζει τις συστάσεις. Η κυρία Μυρτώ (Αθανασάκη), η κυρία Στέλλα (Κυριακίδου)». Το διαμέρισμα αυτό υποτίθεται κατά την Κυριακίδου ότι ήταν ακατοίκητο και ο κ. Πατσής δέχτηκε ότι εκείνη πήγαινε πού και πού για να φαίνεται ότι κατοικείται, αλλά συγχρόνως δέχεται και τη μαρτυρία περί ξανθιάς αγουροξυπνημένης που έβλεπε στο διαμέρισμα. Το πιο "παράξενο" όμως είναι ότι ο ίδιος ο κ. Πατσής λίγο παρακάτω στην αγόρευσή του λέει επί λέξει: «Λέγει λοιπόν (η Κυριακίδου) για κείνο της Πολέμωνος το σπίτι. Οτι αφού το μίσθωσαν προέβημεν και στον καλλωπισμό του. Και βοήθησε τα πρώτιστα εκείνη η Μυρτώ». Εδώ κατά τον κ. Πατσή η Μυρτώ γνωρίζεται ήδη με την Κυριακίδου και, εφόσον ο «χωροχρόνος» σ’ αυτή τη δίκη καταργήθηκε, εύκολα γίνονται αποδεκτά και τα πρωθύστερα σχήματα αρκεί να οδηγούν σε καταδίκες. Φυσικά τις ίδιες παραδοχές έκανε όλο σχεδόν το δικαστήριο.

Η "ύποπτη" ζωή

Στην ουσία όλα μέτρησαν εναντίον της Αθανασάκη. Οπως ότι το περιστατικό με τον πράκτορα που την είχε πλησιάσει δεν το κατήγγειλε παρά μόνο στον παλιό της φίλο Κώστα Αγαπίου, τον οποίο και αφορούσε η προσπάθεια να τη δωροδοκήσουν. Εναντίον της και τα 6000 ένσημα που έβγαλε δουλεύοντας και που της έδωσαν τη δυνατότητα να επιλέξει μια λιγότερο κοπιαστική εργασία στη Μύκονο. Εις βάρος της και η μόρφωσή της, το παρατσούκλι της, η πολιτικοποίησή της. Ολα! «Γιατί η Αθανασάκη να αφήσει το κλεινόν άστυ όπου είχε μόνιμο εργασία και να οδεύει μόνο για περιοδική απασχόληση ολίγων μηνών εις την Μύκονον;» αναρωτιέται ο εισαγγελέας. Η ακόμα, «τι κοινό είχαν για να συζητούν αυτές οι δύο γυναίκες, η μία μορφωμένη;».

Το χειρότερο όμως ίσως είναι ότι μέτρησαν και τα "άλλα", τα κάτω από τις γραμμές. Το ότι η Ειρήνη είναι μόνη, χωρίς σύζυγο, ζει στη Μύκονο, είναι έντονη προσωπικότητα, από την απελευθερωμένη γενιά, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, είναι δυνατή, ζει τη ζωή της και -το κυριότερο- δεν μισεί τους πρώην, ως όφειλε. Το απόλυτο αντίθετο δηλαδή πρότυπο από την Κυριακίδου. Ολα ύποπτα λοιπόν.

Κι όμως είναι απολύτως βέβαιο ότι, δύο χρόνια πριν τις συλλήψεις των κατηγορουμένων ως μελών του ΕΛΑ, πράκτορες πλησίασαν πολλές "πρώην" διαφόρων συνήθων υπόπτων με προτάσεις εξαιρετικά δελεαστικές προκειμένου να εξασφαλίσουν "συνεργασία" (βλ. «Χαφιεδισμός, το νέο ολυμπιακό αγώνισμα», Ιός, 7/4/01). Εξάλλου μάρτυρες της εισαγγελίας στη δίκη επιβεβαίωσαν αυτά τα "πλησιάσματα" στις καταθέσεις τους.

Οπως γράφει η ίδια η Ειρήνη μέσα από τη φυλακή, «οι λόγοι που βρίσκομαι στη φυλακή είναι ο καθένας από τους παρακάτω αλλά και όλοι μαζί: Απαξίωσα τις αξίες τους (χρήμα, συνεργασία, κοινωνική και επαγγελματική άνοδο), πληροφόρησα ζωντανά τους γνωστούς μου για τα 'πλησιάσματα' που κάνουν και το έκανα χωρίς να κοινοποιήσω την περίπτωσή μου, έδειξα ότι δεν φοβάμαι ή μάλλον δεν τους αντιμετωπίζω σαν ένα πανικοβλημένο ανθρωπάκι που υπολογίζει μόνο τον εαυτό του. Κι έτσι από μάρτυρα υπεράσπισης του Αγαπίου με κάνανε κατηγορούμενη…».

Ηταν πολύ χαρακτηριστική η αποστροφή της απολογίας της: «Οταν είδα αυτό το παραμύθι των 1000 σελίδων, είπα στον ανακριτή κ. Πετρόπουλο, 'πού να βρω άλλοθι για όλη μου τη ζωή...'. Μου είπε τότε ο ανακριτής: 'η αθωότητά σας είναι δεδομένη, εμείς πρέπει να αποδείξουμε αν είστε ένοχη'».

Τελικά δεν το απέδειξαν. Αλλά ποιος νοιάζεται; Ολοι είμαστε ήσυχοι που εξαρθρώθηκε μια ακόμα τρομοκρατική οργάνωση.

 

(Ελευθεροτυπία, 29/1/2005)

 

www.iospress.gr