Η επωνυμία και η διαφάνεια της δημοσιογραφικής εργασίας, όρος για την ελευθερία του Τύπου
 

Μυστικοί κονδυλοφόροι;

«Να παραιτηθεί το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ»
       
(«Η Χώρα», 3/2/05)

Με έντονες αντιδράσεις συνοδεύτηκε η απόφαση του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ να δημοσιοποιήσει τους καταλόγους των δημοσιογράφων του δημόσιου τομέα που διαβίβασε στην Ενωση ο υπουργός κ. Ρουσόπουλος. Οι κατάλογοι είναι βέβαια ελλιπέστατοι. Πρέπει να λείπουν άλλοι 1.000 και πλέον απασχολούμενοι σε υπουργεία και δεκάδες φορείς, ΔΕΚΟ, τράπεζες, περιφέρειες, νομαρχίες, δήμους, «2004», ΟΠΑΠ, αθλητικές ομοσπονδίες κ.λπ. Και βέβαια ούτε λόγος για τους τροφίμους των μυστικών κονδυλίων, οι οποίοι επισήμως είναι ανύπαρκτοι. Ωστόσο τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να επικριθεί η δημοσιοποίηση της λίστας είναι μάλλον προϊόν σύγχυσης και απέχουν από τα πραγματικά δεδομένα. Το θόλωμα των νερών στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή: Δηλαδή, οι εμφανιζόμενοι είτε ως προστάτες των αδίκως εκτεθέντων απασχολουμένων στο Δημόσιο, είτε ως οι προσωπικώς θιγόμενοι από τη δημοσίευση, ισχυρίζονται ότι «ποινικοποιείται η δημοσιογραφική δουλειά». Οτι εφόσον ορισμένοι ενδεχομένως να είναι αργόμισθοι, ή να ξεφτιλίζουν νόμους και κώδικες δεοντολογίας και τυχαίνει να βρίσκονται στις ίδιες λίστες με τους πολλούς άλλους, που κάνουν καλά τη δουλειά τους, τότε ο αναγνώστης των καταλόγων του υπουργείου Επικρατείας, που συντάχτηκαν (καλώς ή κακώς, βάσει του Π.Δ 60/1997) θα τους ταυτίσει με τους «κακούς». Ποιον όμως ευνοεί αυτή η τόσο αυθαίρετη «ταύτιση»; Μα προφανώς εκείνον που θέλει να καταργήσει ή να απαξιώσει την όποια διαφάνεια της εργασίας των νομίμως απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δημοσιογράφων και να κρυφτεί πίσω από ένα δήθεν κοινό αίτημα τσουβαλιάσματος «χλωρών» που πρέπει να «καίγονται μαζί με ξερά», προς όφελος των τελευταίων.

Τα προσωπικά δεδομένα

Από όλες τις πλευρές που στράφηκαν εναντίον της δημοσιοποίησης, κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα -που τέθηκε εκ του πονηρού από την κυβέρνηση- ότι η δημοσίευση θίγει τα «προσωπικά δεδομένα». Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η οποιαδήποτε θέση κάποιου και με οποιοδήποτε καθεστώς απασχόλησης, στις υπηρεσίες επικοινωνίας του δημόσιου τομέα, ή στα Ενημερωτικά Μέσα του Δημοσίου, αποτελεί «απόρρητο» στοιχείο! Σαν να λέμε ότι:


1. Οι δημοσιογράφοι του δημόσιου τομέα θεωρούν μυστική τη θέση τους και το προϊόν της εργασίας τους. Οτι δεν θέλουν να γνωρίζει ο πολίτης που τους διαβάζει ή τους ακούει και στα άλλα Μέσα Ενημέρωσης, στα οποία ενδεχομένως δημοσιογραφούν, ποιοι ακριβώς είναι.

2. Οτι το ισχύον Π.Δ. για τη διαφάνεια πρέπει να καταστρατηγείται, ή να εφαρμόζεται κατά το δοκούν, όπως καλή ώρα σήμερα (και από το 1998 συνεχώς), με δεκάδες οργανισμούς και υπουργεία που δεν δίνουν πλήρη ή και καθόλου τα σχετικά στοιχεία και τους αρμόδιους υπουργούς να μην τα καταθέτουν ούτε καν στην Επιτροπή Διαφάνειας της Βουλής.

3. Οτι η ΕΣΗΕΑ θα έπρεπε να βάλει κάτω απ' το χαλί τους καταλόγους -όπως έκανε το εναπομείναν Δ.Σ. πέρσι τέτοιες μέρες- εν ονόματι μιας «επεξεργασίας» που θα έθετε ως προϋπόθεση να έρθουν τα πλήρη και διασταυρωμένα στοιχεία, κάτι που πρακτικά δεν μπορούσε να γίνει, αφήνοντας έτσι το πεδίο ανοιχτό για να κακοχαρακτηριστεί για μια ακόμα φορά το ήδη προβληματικό σωματείο ότι τα «κουκουλώνει».

Αναφαίρετο δικαίωμα

Ενα από τα βασικά συντακτικά δικαιώματα των δημοσιογράφων είναι ασφαλώς η υπογραφή τους, δηλαδή η υπεράσπιση της δικής τους δουλειάς (και άποψης) στο ρεπορτάζ, το άρθρο, το σχόλιο κ.ο.κ. Στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) που συνομολογεί η ΕΣΗΕΑ με τους εργοδότες των επιχειρήσεων ΜΜΕ και βέβαια με τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση, υπάρχει σχετική εγγύηση του δικαιώματος της υπογραφής: άρθρο 5 στη ΣΣΕ του 1997 και το άρθρο 6 αυτής του 2002 -τα οποία φυσικά ισχύουν και σήμερα. Σύμφωνα μ' αυτά, όλοι οι δημοσιογράφοι οφείλουν να διεκδικούν την επωνυμία τους- και οι συντάκτες ύλης που επιμελούνται την οριστική εικόνα των σελίδων και οι παραγωγοί των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών ενημερωτικών προγραμμάτων που συντονίζουν την πρωτογενή δουλειά των ρεπόρτερ κ.ο.κ. Και ότι οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα να αρνούνται επεμβάσεις στο προϊόν τους, χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή τους. Αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα σημαίνουν ότι:

1. Η προσωπικότητα του δημοσιογράφου είναι η επώνυμη καθημερινή του αναμέτρηση με τους πολίτες που τον παρακολουθούν. Αν υποχρεωθεί να κρύψει το πρόσωπό του και γίνει μέλος ενός ανώνυμου «ιδιωτικού δημοσιογραφικού στρατού» στην υπηρεσία της «γραμμής» κάποιου επιχειρηματία ΜΜΕ ή μιας ελεγχόμενης κυβερνητικής προπαγανδιστικής μηχανής, έχει καταργηθεί.

2. Από την άλλη μεριά, το κοινό των ΜΜΕ, πρακτικά δηλαδή ολόκληρη η κοινωνία, δικαιούται να ξέρει ποιον έχει απέναντί της κάθε φορά που διαβάζει ή ακούει τις ειδήσεις. Ποια είναι η αληθινή του ταυτότητα. Πόσες και ποιες άλλες δουλειές έχει, σε ποιους εργοδότες και με ποιο περιεχόμενο.

Αυτές τις μέρες όλοι οι δημοσιογράφοι-μέλη της ΕΣΗΕΑ (εν ενεργεία και συνταξιούχοι) καλούνται να δηλώσουν -σύμφωνα με το καταστατικό της Ενωσης- κάθε θέση εργασίας τους στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, καθώς και τη συμμετοχή τους στην ιδιοκτησία κάθε είδους εταιρειών και επιχειρήσεων.

Η πεποίθησή μας είναι ότι, έστω και καθυστερημένα, αυτό το who is who των δημοσιογράφων πρέπει επίσης να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της ΕΣΗΕΑ, προς όφελος όλων μας και περισσότερο της ενημέρωσης των πολιτών.

Το παρελθόν της επωνυμίας

Με το πρόβλημα της ανωνυμίας στη δημοσιογραφική εργασία έχουν ασχοληθεί όλοι οι μελετητές της ιστορίας του Τύπου. Ο σημαντικότερος Ελληνας ιστορικός του Τύπου Γ.Δ. Ζιούτος (Γεώργιος Ζωιτόπουλος, δημοσιογράφος ο ίδιος) αναφέρει ότι η ανωνυμία του συντάκτη «είναι μία κατάκτηση του Τύπου, είναι η άλλη μορφή του "μυστικού της σύνταξης", είναι η κατοχύρωση του συντάκτη στις αυθαιρεσίες της εξουσίας» («Ο Τύπος στη Λαϊκή Δημοκρατία», Νέα Βιβλία, Αθήνα 1945). Αναφέρεται στον Μαρξ και στη θέση του ότι «η ανωνυμία κάνει αμερόληπτο και ελεύθερο κι αυτόν που γράφει και το κοινό, που έτσι προσέχει στα γραφόμενα, στα πράγματα, στις ιδέες και όχι στο πρόσωπο του γράφοντος». Ομως αυτή η ειδυλλιακή μορφή των σχέσεων εφημερίδας-αναγνωστών δεν άντεξε όσο ο Τύπος άρχισε να παίρνει τη γνωστή μορφή της τέταρτης (και καθόλου έσχατης) εξουσίας.

Είναι ο ίδιος ο Μαρξ που περιγράφει στο έργο του για τους «Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία 1848-1850» τη θέσπιση ενός καινούργιου νόμου για τον Τύπο, ο οποίος επέβαλε από τη μια μεριά υψηλές χρηματικές εγγυήσεις για τον εκδότη και από την άλλη την επωνυμία στους συντάκτες:

«Οσο ο καθημερινός Τύπος ήταν ανώνυμος, παρουσιαζόταν σαν το όργανο της αναρίθμητης, ανώνυμης κοινής γνώμης. Ηταν η τρίτη δύναμη στο κράτος. Η υπογραφή κάθε άρθρου έκανε την εφημερίδα μια απλή συλλογή φιλολογικών διατριβών από περισσότερο ή λιγότερο γνωστά άτομα. Κάθε άρθρο ξέπεσε στο επίπεδο αγγελίας. Ισαμε τότε οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν σαν χαρτονόμισμα της κοινής γνώμης. Τώρα μετατρέπονταν σε συναλλαγματικές που η αξία και η κυκλοφορία εξαρτιόταν από την πίστη όχι μόνο του εκδότη, αλλά και του οπισθογράφου» (MEW, τ. 7, σελ. 100).

Ομως η πραγματική υπονόμευση του παλιού είδους της ανώνυμης εφημερίδας ήταν έμμεση. Οπως εξηγεί ο Ζιούτος:

«Ο καπιταλισμός υπονόμευσε την ανωνυμία με δύο τρόπους:

α) Χρησιμοποιώντας την για λόγους κερδοσκοπικούς (ανώνυμες πληρωμένες διατριβές κ.λπ.).

β) Δημιουργώντας «δημοσιογραφικές βεντέτες" (όπως στον κινηματογράφο), δηλ. "ηχηρά ονόματα" δημοσιογράφων, συγγραφέων κ.λπ., χωρίς αρχές, που τα χρησιμοποιεί για ν' αυξάνει την κυκλοφορία και να συγκεντρώνει αγγελίες (σ.σ. διαφημίσεις)».

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά του σύγχρονου Τύπου που περιγράφει ο Ζιούτος πριν από 60 χρόνια ισχύουν σήμερα στο πολλαπλάσιο. Οι εφημερίδες με τα ανυπόγραφα κείμενα έχουν πλήρως εξαφανιστεί ή βρίσκονται στο εκδοτικό περιθώριο.

Οι πληρωμένες καταχωρίσεις έχουν αναχθεί σε επιστήμη. Και βέβαια η ηλεκτρονική δημοσιογραφία και η γιγάντωση των επιχειρήσεων ΜΜΕ ενίσχυσε τους δημοσιογράφους-βεντέτες και τους μετέτρεψε σε εργοδότες άλλων δημοσιογράφων. Απ' αυτή την άποψη η διεκδίκηση της ανωνυμίας στο δημοσιογραφικό επάγγελμα ισοδυναμεί με την αποδοχή της υπάρχουσας διάκρισης πατρικίων και πληβείων και οδηγεί στο συμβιβασμό με την ιδέα ότι «επώνυμοι» (δηλαδή ικανοί να έχουν προσωπική άποψη) είναι μόνο οι «σταρ», ενώ οι υπόλοιποι πρέπει να αρκεστούν στην τυφλή υπηρεσία του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εργοδότη τους.

 

(Ελευθεροτυπία, 5/2/2005)

 

www.iospress.gr