Η αναβάθμιση της δημοσιογραφίας απαιτεί διαφάνεια, ρήξεις και μέτρα με διάρκεια
 

Ολα στο φως!

«Μόλις το 7% των δημοσιογράφων πιστεύει ότι δεν υπάρχει διαφθορά στον κλάδο»
       
("ΤΟ ΒΗΜΑ", 18/2/2005)

Πέρασαν δύο και πλέον δεκαετίες κατά τις οποίες τα μέσα ενημέρωσης αυξήθηκαν και διεύρυναν την επιρροή τους στην κοινωνία και το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, διαμορφώνοντας όλο και πιο στενές σχέσεις με τα πάσης φύσεως κέντρα εξουσίας. Αναλόγως διογκώθηκε και ο κλάδος της διαφήμισης, γραφείων τύπου, επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων, αλλά και οι υπεργολάβοι στον τομέα της προβολής και σε ένα είδος εμπορικής παραδημοσιογραφίας άγνωστης έκτασης και "εγκυρότητας" ως προς το ενημερωτικό της περιεχόμενο.

Στις εξελίξεις αυτές ήταν επόμενο να πρωταγωνιστήσει και ένα μέρος του δημοσιογραφικού κόσμου, που από τη θέση του και τις επαφές του στα περιβάλλοντα των κέντρων εξουσίας, ήταν (και είναι) ιδιαίτερα χρήσιμο για να διεκπεραιώνει αυτές τις υποθέσεις, με το αζημίωτο προφανώς. Ενα μέρος της υπερβολικής πολυθεσίας στο δημοσιογραφικό χώρο (κάθε δημοσιογράφος κατά μέσο όρο καταλαμβάνει 1,55 θέσεις εργασίας στην Αθήνα -υπερδιπλάσια αναλογία από οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό κλάδο), ασφαλώς συναρτάται με όσα εν συντομία παραθέσαμε πιο πάνω και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις απαράδεκτα χαμηλές Συλλογικές Συμβάσεις που έτσι κι αλλιώς -μαζί με την εργασιακή ανασφάλεια- σπρώχνουν (και) τους δημοσιογράφους στην παράλληλη απασχόληση. Φαινόμενο που δημιουργεί φαύλο κύκλο, αλλά και υπονομεύει -σε σημαντικό βαθμό- τη διεκδίκηση υψηλότερων συμβάσεων, καθώς και τις εγγυήσεις αξιοπρεπούς άσκησης της δημοσιογραφίας.

Πολλά μπορεί να γνωρίζουμε ή να υποθέτουμε για τις επιπτώσεις που προέκυψαν όλα αυτά τα χρόνια στο λεγόμενο ενημερωτικό προϊόν. Ας μείνουμε μόνο σ' αυτό που κατέγραψε η πρόσφατη (Οκτώβριος 2004-Φεβρουάριος 2005) έρευνα της VPRC για το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι των Αθηνών, των εφημερίδων και των ηλεκτρονικών μέσων, δηλώνουν σε ποσοστό 77% "λίγο" ή "καθόλου" ικανοποιημένοι από την ποιότητα της ενημέρωσης που παρέχεται σήμερα στη χώρα, ενώ το 41% πιστεύει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα διαφθοράς στον κλάδο τους και το 50% θεωρεί ότι υπάρχει βέβαια διαφθορά αλλά "όχι και τόσο σημαντική".

Είναι επομένως επιτακτική η ανάγκη για ριζικές τομές, ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας που όσο κι αν περιβάλλονται με το μανδύα της "κάθαρσης", δεν μπορούν να κρυφτούν. Η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, επιδιώκει να χτυπήσει ή να υποτάξει (με συμβιβασμούς) το παλιό σύστημα "διαπλοκής" προς όφελος των δικών της "επικοινωνιακών" συμφερόντων, και ακριβώς γι' αυτό, τις απαραίτητες τομές στο δημοσιογραφικό επάγγελμα οφείλουν να τις σχεδιάσουν και να τις πραγματοποιήσουν οι ίδιες οι Ενώσεις τους.

Απαραίτητα βήματα

Σ' αυτό το τοπίο και με δεδομένη την ευθύνη των επιχειρήσεων ενημέρωσης του κράτους, αλλά και των δημοσιογραφικών Ενώσεων -που τόσα χρόνια δεν "φρόντισαν τα του οίκου τους", ιδίως σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των αρχών δεοντολογίας και την τακτική ενημέρωση του Μητρώου των μελών τους, τις τελευταίες βδομάδες πραγματοποιούνται ορισμένα βήματα:

1. Εστω και καθυστερημένα η διοίκηση της ΕΣΗΕΑ αποφάσισε φέτος να δημοσιοποιήσει τον ελλιπή κατάλογο, όπως ακριβώς της τον διαβίβασε ο υπουργός Επικρατείας, με τα 1044 ονόματα των δημοσιογράφων ή και ορισμένων άλλων προσώπων που εργάζονταν το 2003 (με οποιαδήποτε σχέση εργασίας) στα δημόσια μέσα ενημέρωσης (ΕΡΤ, ΑΠΕ, ΜΠΕ), καθώς και σε ορισμένα γραφεία Τύπου μέρους των υπουργείων, των ΔΕΚΟ, Τραπεζών κ.λπ. Αυτή η διαδικασία, έπρεπε σύμφωνα με το σχετικό περί διαφάνειας Π.Δ. 60/1997 να πραγματοποιείται με ευθύνη του υπουργείου Τύπου κάθε χρόνο -δηλαδή από το 1997-98-, ώστε ο κάθε πολίτης να γνωρίζει (όπως έχει δικαίωμα), και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των δημοσιογράφων να κρίνουν αν και σε ποιες περιπτώσεις παραβιάζονται τα ασυμβίβαστα του επαγγέλματος, πού εντοπίζεται πολυθεσία κ.λπ., με σκοπό όχι να κοπούν κεφάλια, αλλά να ζητήσουν να συμμορφωθούν οι υπεύθυνοι: Να συμμορφωθούν με τους κανόνες του επαγγέλματος τόσο το δημόσιο (που οφείλει λ.χ. να σταματήσει τη βιομηχανία με τις εκατοντάδες αδιαφανείς προσλήψεις στα δημόσια ΜΜΕ και τις απίθανες "ευέλικτες" μορφές εργασίας με μισθούς πείνας), όσο και τα πρόσωπα που κατέχουν την οποιαδήποτε δημοσιογραφική (ή περίπου δημοσιογραφική) δουλειά.

Στο πρόσφατο παρελθόν κατά παράβαση του νόμου και εν ονόματι "των προσωπικών δεδομένων" που επικαλούνταν, προσχηματικά, κάποιες συντεχνιακές μερίδες, αυτή η όψη της διαφάνειας είχε αποσιωπηθεί. Αλλά τα περί "προσωπικών δεδομένων" φρόντισε και σήμερα ο κ. Ρουσόπουλος, από την πλευρά του, να τα αξιοποιήσει -και μάλιστα απειλητικά- προς την ΕΣΗΕΑ, στην οποία πέταξε την "καυτή πατάτα" της απόφασης για τη δημοσιοποίηση των καταλόγων, κρατώντας προφανώς τους δικούς του διαύλους συναλλαγής με τις παλαιότερες και τις νυν "κλαδικές των γραφείων του Τύπου".

2. Επίσης το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ αποφάσισε να ζητήσει από τα μέλη της να συμπληρώσουν -βάσει του καταστατικού- ένα απογραφικό δελτίο με όλες τις θέσεις που κατέχουν, τις εργασιακές τους σχέσεις, τις αμοιβές τους και τις όποιες συμμετοχές τους στην ιδιοκτησία ή τη διοίκηση κάθε είδους επιχειρήσεων. Ο στόχος της απογραφής είναι προφανώς στατιστικός (εισοδηματικές κατηγορίες, μελέτη της ακριβούς απόκλισης από τα κλιμάκια των συμβάσεων κ.λπ.). Σε συνεννόηση με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων πρέπει να τηρηθούν με αυστηρότητα τα στοιχεία αυτά και να υποστούν την απαραίτητη στατιστική επεξεργασία. Η δημοσιοποίηση του who is who των μελών κάθε Ενωσης, δηλαδή το πού ακριβώς εργάζεται ο καθένας μας, είναι βέβαια δικαίωμα των συνδικαλιστικών Ενώσεων.

3. Βασικό επίσης ζήτημα για τις Ενώσεις των δημοσιογράφων είναι η ανανέωση του Κώδικα Δεοντολογίας και η αλλαγή των Καταστατικών με στόχο τον σαφέστερο καθορισμό των ασυμβιβάστων και της συνδικαλιστικής κάλυψης όλων των δημοσιογράφων (σήμερα, περίπου το 30% μένουν εκτός ΕΣΗΕΑ) σταδιακά προς την κατεύθυνση του επαγγελματικού διαχωρισμού. Διότι άλλο πράγμα η παροχή υπηρεσιών προβολής, διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα ή η συμμετοχή σε υπεργολαβίες με παρόμοιο αντικείμενο, και εντελώς διαφορετικό πράγμα η επώνυμη, δημοσιογραφική εργασία, που (πρέπει να) πραγματοποιείται με όλα τα συλλογικά και συντακτικά δικαιώματα στα μέσα ενημέρωσης του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, των Δήμων κ.λπ.

Αντιδράσεις

Ηταν αναμενόμενη η αντίδραση στο εσωτερικό του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Και οι τρεις πρωτοβουλίες του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα, που σε πολλές περιπτώσεις εξελίσσεται σε μέτωπο καχυποψίας και άρνησης, το οποίο στηρίζεται σε ως επί το πλείστον ανυπόστατα και θολά επιχειρήματα.

* Η δημοσιοποίηση των καταλόγων με όσους εργάζονται στον δημόσιο τομέα θεωρήθηκε "διασυρμός" των αναφερομένων, επειδή είχαν προηγηθεί "κίτρινα", προσβλητικά και ισοπεδωτικά σχετικά δημοσιεύματα εντύπων δεύτερης διαλογής, εναντίον των οποίων ωστόσο δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς από τους διαφωνούντες με την ίδια ένταση που στράφηκαν κατά της απόφασης της ΕΣΗΕΑ. Ενα μέρος των θιγομένων προσέφυγε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αγνοώντας ότι οι αρχές διαφάνειας πρέπει να ισχύουν και για μας τους ίδιους, και όχι μόνο για τις άλλες κατηγορίες του δημόσιου βίου που ελέγχουμε (ορθώς) ως δημοσιογράφοι. Από όσους υπέδειξαν ως ορθή λύση την «επεξεργασία» των καταλόγων από την ΕΣΗΕΑ, δεν ειπώθηκε ούτε λέξη για το κουκούλωμα που πραγματοποιήθηκε το 2003 με το πρόσχημα της ...εν καιρώ "επεξεργασίας".

* Μέτωπο άρνησης υψώθηκε και κατά της συμπλήρωσης των απογραφικών δελτίων. Τρία μέλη του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ αρνήθηκαν να δημοσιοποιήσουν τις εργασίες τους στην ιστοσελίδα του σωματείου, (όπως έπραξαν τα υπόλοιπα οκτώ μέλη του Δ.Σ., ώστε να λειτουργήσουν παραδειγματικά), με το επιχείρημα ότι "συντηρείται ένα κλίμα γενικής ενοχής των δημοσιογράφων". Μια άλλη μερίδα επαγγελματιών δημοσιογράφων επιλέγει να συμπληρώσει μόνο τις θέσεις, όχι όμως και τις αμοιβές, θεωρώντας ότι το σωματείο πρέπει να αρκεστεί στο αν αμείβονται τουλάχιστον με το ύψος που προβλέπουν οι ΣΣΕ, διότι διαφορετικά θα παραβιαστούν τα προσωπικά τους δεδομένα. Βέβαια κανείς τους δεν επέδειξε παρόμοια ευαισθησία όταν κατά την εγγραφή των νέων μελών, η ΕΣΗΕΑ ζητά αποδείξεις λογιστηρίου από τους εργοδότες τους και αντίγραφα Δελτίων Παροχής Υπηρεσιών στην περίπτωση που αμείβονται με "ευέλικτες" μορφές απασχόλησης. Φαίνεται ότι κάποιους δεν ενδιαφέρει ποια ακριβώς είναι, και τι σημαίνει η τεράστια ανισότητα των αμοιβών στο επάγγελμα.

* Η δυσφορία, εν ονόματι μάλιστα των αρχών της "ελεύθερης αγοράς", που προβάλλεται δημοσίως, κυρίως από "σοσιαλιστές" (κατά δήλωσή τους) ενόψει της συζήτησης που πρόκειται να καταλήξει στην περιγραφή και εφαρμογή των ασυμβιβάστων, έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα της σκληρής αντιπαράθεσης στο χώρο.

Σημείο των καιρών ήταν και οι διαμαρτυρίες που εκδηλώθηκαν για την πραγματοποίηση της έρευνας της VPRC για το επάγγελμα (με αφορμή μια άνευ αξίας παρανόηση, για την οποία δόθηκαν όλες οι δέουσες εξηγήσεις), ίσως διότι κατά βάθος δεν θεωρείται συμφέρον για ορισμένους συνδικαλιστές του κλάδου να μαθαίνουμε, όσο το επιτρέπει η στατιστική, το τι πραγματικά συμβαίνει και τι πραγματικά θέλουν οι πολλοί δημοσιογράφοι.

Πάντως η έρευνα της VPRC καταλήγει ότι το 31,5% των δημοσιογράφων εντάσσεται στη ζώνη της φτώχειας από άποψη εισοδήματος, ότι μόνο το 12% ανήκει στην "αριστοκρατία", και ότι εν πάση περιπτώσει το 70% επιθυμεί μια σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά, που μάλλον δεν θα θέλει να την κρύβει.

------------------------------------------------------------------
Περισσότερα: www.esiea.gr, www.activemedia.gr, www.vprc.gr

 


(Ελευθεροτυπία, 26/2/2005)

 

www.iospress.gr