Δεκαπέντε χρόνια διήρκεσε η διαμάχη για το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο
 

Η μάχη της μνήμης


Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στις 9 και 10 Μαΐου, εγκαινιάζεται στο Βερολίνο το Μνημείο Για τους Δολοφονημένους Εβραίους της Ευρώπης. Δίπλα στην Πύλη του Βραδεμβούργου, σε μικρή απόσταση από το κτίριο του Ράιχσταγκ και κοντά στο σημείο όπου βρισκόταν το μπούνκερ του Χίτλερ, το πολυσυζητημένο μνημείο καταλαμβάνει μια έκταση μεγέθους δύο ποδοσφαιρικών γηπέδων, όση περίπου και το στρατόπεδο του Νταχάου, και είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητο: 1.751 στήλες από μπετόν, βάρους αρκετών τόνων η κάθε μία και ύψους έως πέντε μέτρων, έχουν πια βάλει τη σφραγίδα τους στο βερολινέζικο κέντρο, αλλάζοντας σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του.

Το μνημείο διαθέτει ήδη μια προϊστορία δεκαπέντε ετών. Η συζήτηση για την ανέγερσή του χρονολογείται από το 1989, όταν μερικοί Βερολινέζοι, οι περισσότεροι μη εβραϊκής καταγωγής, πρότειναν τη δημιουργία ενός μνημείου αφιερωμένου στη μνήμη των νεκρών του Ολοκαυτώματος. Το ζήτημα προκάλεσε έντονη αντιδικία, παρά το γεγονός ότι η γερμανική Βουλή αποφάσισε ήδη το 1992 την ανέγερση του μνημείου (314 ψήφοι υπέρ, 209 κατά, 14 αποχές). Την αντίρρησή τους εξέφρασαν τότε τόσο ο δήμαρχος του Βερολίνου όσο και αρκετοί πολιτικοί, προβάλλοντας κυρίως το επιχείρημα πως με ένα μνημείο αυτού του μεγέθους στο κέντρο του Βερολίνου οι Γερμανοί θα μείνουν στην ιστορία ως έθνος εγκληματιών.

Αντιδράσεις

Τη συζήτηση για την αναγκαιότητα του έργου ακολούθησε η διαμάχη για τη μορφή του. Προτάθηκαν εκατοντάδες σχέδια, ενώ τα δύο επικρατέστερα απορρίφθηκαν από τον τότε καγκελάριο Κολ: το ένα προέβλεπε την κατασκευή ενός τεράστιου τοίχου όπου θα αναγράφονταν εκατομμύρια ονόματα θυμάτων του Ολοκαυτώματος, ενώ το δεύτερο πρότεινε τη δημιουργία ενός τερματικού σταθμού από όπου θα ξεκινούσαν λεωφορεία με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εντός και εκτός Γερμανίας.

Η πρόταση που εγκρίθηκε τελικά το 1999 ήταν εκείνη του εβραϊκής καταγωγής Αμερικανού αρχιτέκτονα Πίτερ Αϊζενμαν: 2.751 ανισοϋψείς στήλες, που ο δημιουργός του έργου θέλησε να θυμίζουν ένα χωράφι σπαρμένο με κυματιστά στάχυα, αλλά που πολλούς παραπέμπουν στην εικόνα ενός γιγάντιου νεκροταφείου. Χωρίς είσοδο και έξοδο, το μνημείο στοχεύει κατά τον Αϊζενμαν να προκαλεί ένα αδιόρατο αίσθημα ανασφάλειας στους επισκέπτες του.

Η διαδικασία ολοκλήρωσης του έργου δεν υπήρξε εύκολη. Διαδηλώσεις νεοναζιστών στο κέντρο του Βερολίνου και βανδαλισμοί σε βάρος εβραϊκών μνημείων της πόλης οδήγησαν στην ψήφιση συμπληρωματικής νομοθεσίας που απαγορεύει τις ακροδεξιές διαμαρτυρίες μπροστά σε μνημεία που αναφέρονται στα ναζιστικά εγκλήματα.

Ωστόσο υπήρξαν και «εσωτερικά» προβλήματα. Αντιδράσεις προκάλεσε για παράδειγμα η καμπάνια για την οικονομική ενίσχυση του μνημείου, η οποία βασίστηκε σε μια γιγαντοαφίσα με την τεράστια επιγραφή «Το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε ποτέ» και, από κάτω, με μικρά γράμματα, την «επεξήγηση» ότι «Υπάρχουν ακόμη κάποιοι που το υποστηρίζουν. Σε είκοσι χρόνια μπορεί να είναι περισσότεροι. Γι' αυτό πρέπει να στηρίξεις οικονομικά το Μνημείο».

Η αμφιλεγόμενη αφίσα αποσύρθηκε, αλλά οι εργασίες σταμάτησαν προσωρινά το 2003, όταν αποκαλύφθηκε ότι το προϊόν με το οποίο επρόκειτο να καλυφθούν οι στήλες του ώστε να προστατευτούν από τα γκράφιτι ήταν της εταιρείας χημικών Ντεγκούσα, θυγατρική της οποίας προμήθευε τα ναζιστικά στρατόπεδα με το αέριο Τσικλόν Β για τη θανάτωση των κρατουμένων. Η απόφαση να χρησιμοποιηθεί τελικά το προϊόν, την οποία υποστήριξε και ο Αϊζενμαν, προκάλεσε την οργή μελών της εβραϊκής κοινότητας του Βερολίνου.

Ντοκουμέντα

Οπως και να 'χει, το μνημείο έχει πλέον ολοκληρωθεί. Ετοιμο είναι και το υπόγειο Κέντρο Πληροφόρησης και Τεκμηρίωσης (800 τ.μ.) που έχει τοποθετηθεί στη νοτιοανατολική του γωνία. Ο χώρος αυτός θα λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το κυρίως μνημείο, το οποίο σχεδιάστηκε έτσι ώστε να ανακινεί περισσότερο αφηρημένες και συμβολικές μνημονικές διαδικασίες. Γιατί αν το ίδιο το μνημείο είναι ένας τόπος όπου ο επισκέπτης υποχρεώνεται να σταθεί αντιμέτωπος με το παρελθόν για να ανακαλύψει περίπου ακαθοδήγητος τα κρυμμένα του νοήματα, οι υπόγειες αίθουσες καλούνται να απαντήσουν σε απτά ιστορικά ερωτήματα. Εκεί, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αντλήσουν πληροφορίες για την προέλευση των θυμάτων και τη γεωγραφική έκταση των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά και να συνδέσουν το διωγμό των Εβραίων με την τύχη που επιφυλάχθηκε στις λοιπές κατηγορίες θυμάτων του Τρίτου Ράιχ.

Συγκεκριμένα: η πρώτη αίθουσα αφιερώνεται σε μαρτυρίες επιζώντων, καθώς και σε δεδομένα για τον αριθμό των θυμάτων του εθνικοσοσιαλισμού σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Στη δεύτερη αίθουσα παρουσιάζονται πτυχές του πολιτισμού των ισραηλιτικών κοινοτήτων μέσα από την ιστορία δεκαπέντε οικογενειών από διαφορετικά σημεία της Ευρώπης. Στην τρίτη συγκεντρώνονται ονόματα και σύντομες βιογραφίες θυμάτων του διωγμού, ενώ στην τέταρτη οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να συμβουλευτούν κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό σχετικό με τους περίπου διακόσιους τόπους του μαρτυρίου των Εβραίων της Ευρώπης - και όχι μόνον αυτών. Στην τελευταία αίθουσα, με μεθόδους που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία της εικονικής πραγματικότητας, το Κέντρο συνδέεται με μουσεία και μνημεία αφιερωμένα στο Ολοκαύτωμα, προτείνοντας μια μη ιεραρχική συσχέτιση των διαφόρων εθνοτικών, πολιτικών και θρησκευτικών ομάδων που υπήρξαν στόχος της ναζιστικής πολιτικής.

Ας μείνουμε για λίγο στη δεύτερη κατά σειρά αίθουσα που επιχειρεί να ανασυνθέσει την ιστορία των ισραηλιτικών κοινοτήτων της Ευρώπης μέσα από την παρακολούθηση της ιστορικής διαδρομής δεκαπέντε εβραϊκών οικογενειών από ισάριθμα μέρη. Για πρώτη από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε φορά σε παρουσίαση αυτού του τύπου, μία από τις οικογένειες που έχουν επιλεγεί ώστε να λειτουργήσουν ως ιστορικά παραδείγματα προέρχεται από την Ελλάδα, και μάλιστα όχι από τη σεφαραδίτικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, αλλά από την επίσης σημαντική αλλά μάλλον αγνοημένη ρωμανιώτικη κοινότητα των Ιωαννίνων.

Η γιαννιώτικη κοινότητα

Ούτως ή άλλως, οι υπεύθυνοι για τη συγκρότηση του υλικού που παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη αίθουσα σκόπευαν εξαρχής να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην Ανατολική Ευρώπη και να περιλάβουν και την Ελλάδα, θεωρώντας ότι αδίκως αγνοείται σε διάφορες αντίστοιχες εκθέσεις η ιστορία μιας από τις πλέον ανθηρές προπολεμικές ισραηλιτικές κοινότητες της Ευρώπης. Εκείνο που δεν τους ήταν εξαρχής σαφές ήταν ποια από τις εβραϊκές κοινότητες θα επέλεγαν να εκπροσωπήσει την Ελλάδα. Από το δίλημμα τους έβγαλε το βιβλίο της Ευτυχίας Νάχμαν «Γιάννενα. Ταξίδι στο παρελθόν», (Talos Press, Αθήνα 1996), το οποίο τον Μάρτιο του 2004 κυκλοφόρησε και στα αγγλικά.

Στο βιβλίο της Ευτυχίας Νάχμαν έχουμε αναφερθεί και παλαιότερα: πρόκειται για μια σημαντική απόπειρα καταγραφής, οπότε και διάσωσης, της ιστορίας της ρωμανιώτικης κοινότητας των Ιωαννίνων. Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην αφήγηση των οικογενειακών αναμνήσεων της συγγραφέως πριν και κατά τη διάρκεια του διωγμού, αλλά περιλαμβάνει και μαρτυρίες συμπατριωτών της, επιζώντων του Ολοκαυτώματος, εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τις παραδόσεις και τον τρόπο ζωής της συγκεκριμένης κοινότητας, καθώς και ένα πολύτιμο γλωσσάρι με λέξεις και εκφράσεις τρέχουσες στην καθημερινή ομιλία των μελών της. Με την έννοια αυτή, η οικογενειακή τραγωδία λειτουργεί προσχηματικά, δίνοντας στη συγγραφέα τη δυνατότητα, βασισμένη στα «αποθέματα της μνήμης» της, όπως γράφει κάπου, να ανασυνθέσει έναν από τους πολλούς κόσμους που κατέστρεψε το Ολοκαύτωμα. Και ταυτόχρονα να αποτίσει με τον καλύτερο τρόπο φόρο τιμής στους νεκρούς της.

Την ιστορία της γιαννιώτικης αυτής οικογένειας επέλεξαν οι υπεύθυνοι του βερολινέζικου μνημείου για να εκπροσωπήσει τις τύχες των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας τον καιρό του μεγάλου διωγμού. Επικοινωνήσαμε με την Ευτυχία Νάχμαν και της ζητήσαμε να μας μιλήσει για τη συμμετοχή της στην προετοιμασία της «αίθουσας των οικογενειών». Μας εξήγησε ότι στην αίθουσα θα εκτεθούν προπολεμικές και σύγχρονες με τα γεγονότα φωτογραφίες (του παππού και της γιαγιάς της, των αδελφών τους, των γονιών της, των αδελφών της και της ίδιας), καθώς και ντοκουμέντα που φωτίζουν την ιστορία της οικογένειάς της: ανάμεσά τους η στρατιωτική ταυτότητα του πατέρα της (1941), η πλαστή ταυτότητα της μητέρας της όταν κρυβόταν με ψεύτικο όνομα στην Αθήνα, καθώς και επιστολή των αδελφών του πατέρα της που παρέμειναν στα Γιάννενα μη θέλοντας να πιστέψουν ότι κινδυνεύουν. Θα υπάρχει ακόμη άποψη της παλιάς πόλης των Ιωαννίνων και μια φωτογραφία τραβηγμένη από το λόχο προπαγάνδας 690 της Βέρμαχτ στις 25 Μαρτίου 1944, την ημέρα που οι Γερμανοί συνέλαβαν τους Γιαννιώτες Εβραίους. Στη φωτογραφία διακρίνονται μέλη της κοινότητας συγκεντρωμένα κάπου κοντά στη λίμνη Παμβώτιδα.

Με συγκίνηση περιμένει η Ευτυχία Νάχμαν τα εγκαίνια του μνημείου, στα οποία έχει κληθεί να παρευρεθεί με μέλη της οικογένειάς της. «Θα ήθελα να βρω το κουράγιο να μιλήσω», μας εκμυστηρεύτηκε, «για να πω σε όλους εκεί ότι η καλύτερη μνήμη γι' αυτούς που χάθηκαν είναι να καταφέρουμε κάποτε να απαλείψουμε το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό από την Ευρώπη».
 

(Ελευθεροτυπία, 7/5/2005)

 

www.iospress.gr