Η απόταξη ενός πυροσβέστη θέτει εκ νέου το ζήτημα του σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας
 

Οι δογματικές προϋποθέσεις της πυρόσβεσης


 

Μπορεί ένας πυροσβέστης να ανήκει σε μια γνωστή θρησκεία άλλη από την «κρατούσα»; Και στην περίπτωση αυτή έχει το δικαίωμα να εκφράζει τη θρησκευτική του πίστη δίχως ολέθριες για το επαγγελματικό του μέλλον συνέπειες; Ή, μήπως, το γεγονός ότι ένας Ελληνας πολίτης που ανήκει στο Πυροσβεστικό Σώμα δεν συμμερίζεται τα θρησκευτικά πιστεύω της πλειονότητας των συναδέλφων του τον καθιστά αυτομάτως ακατάλληλο για την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του;

Με άλλα λόγια: είναι δυνατόν να εκλαμβάνεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης ως παράβαση καθήκοντος, όταν στην πράξη η «χρήση» της συγκεκριμένης ελευθερίας δεν συνεπάγεται ούτε στο παραμικρό την πλημμελή εκτέλεση των επαγγελματικών υποχρεώσεων του εγκαλούμενου για τη θρησκευτική του πίστη υπαλλήλου;

Θα είχαμε την τάση να θεωρήσουμε αυτονόητη την απάντηση στα ερωτήματα αυτά που μοιάζουν με μια πρώτη ματιά ρητορικά. Οπως θα δούμε ωστόσο στη συνέχεια, η πραγματικότητα αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά διαφορετική. Ούτως ή άλλως, στο παρελθόν, η άρνηση του ελληνικού κράτους να σεβαστεί την ελευθερία συνείδησης συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών του έχει οδηγήσει σε διεθνείς καταδίκες της χώρας (βλ., ενδεικτικά, «Ιός» 19.10.97 και 13.3.99), ενώ πρόσφατα έγινε σαφές ότι η ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζει να παραβιάζει συστηματικά τους νόμους που διασφαλίζουν τη θρησκευτική ελευθερία («Ιός» 15.1.05).

Το τέλος της «ανοχής»

Ο Γιάννης Καφετζής είναι κάτοικος της Μύρινας στη Λέσβο. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Διορίστηκε στο Πυροσβεστικό Σώμα το 1991 και ύστερα από δύο χρόνια υπηρεσίας στο Β' Πυροσβεστικό Σταθμό Θεσσαλονίκης επέστρεψε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία της Μύρινας. Το 1993, ο κύριος Καφετζής προσχώρησε στη θρησκεία των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά. Για ένα διάστημα τριών ετών, το γεγονός αυτό δεν φάνηκε να επηρεάζει την επαγγελματική του ζωή. Κρίνοντας από όσα συνέβησαν αργότερα, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι τα χρόνια αυτά οι ανώτεροί του σεβάστηκαν την επιλογή του και απέφυγαν να τον φέρουν σε δύσκολη θέση.

Τα προβλήματα για τον πυροσβέστη Μάρτυρα του Ιεχωβά άρχισαν το Δεκέμβριο του 1996, όταν του ανατέθηκε η έπαρση της σημαίας. Η άρνησή του ήταν δεδομένη: η θρησκεία του το απαγορεύει, όπως γνώριζαν πολύ καλά εκείνοι που του έδωσαν τη συγκεκριμένη εντολή. Η κλήση του πυροσβέστη σε απολογία ήταν το επόμενο βήμα, το πρώτο από τα πολλά που έμελλε να ακολουθήσουν ως την τελική απόταξή του από το σώμα:

«Την Εθνική Σημαία τη σέβομαι σαν σύμβολο», ανέφερε στην έγγραφη απολογία του ο Γ. Καφετζής. «Δεν θα μπορούσα δηλαδή να τη σκίσω, να της βάλω φωτιά ή να την πετάξω, όμως δεν μπορώ να αποδώσω λατρεία σε αυτή με το να αναμειχθώ με οποιονδήποτε τρόπο στην έπαρση ή την υποστολή της. Αυτή η πεποίθησή μου είναι βασισμένη στην Αγία Γραφή, που είναι ο Λόγος του Θεού, και αφού είναι εντολή του Θεού να δίνουμε λατρεία αποκλειστικά σε Αυτόν, υπακούω τον Θεό παρά τους ανθρώπους». Και εξηγούσε ότι, αν δεν πειθάρχησε στη συγκεκριμένη διαταγή του αρχικελευστή που εκείνη την ημέρα εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας, αυτό δεν σήμαινε πως θα αρνιόταν στο μέλλον να υπακούσει σε οποιαδήποτε εντολή σχετική με το επάγγελμά του, δηλαδή την πυρόσβεση ή κάποια άλλη εργασία της υπηρεσίας. Ζητούσε ακόμη την κατανόηση της διοίκησης, ώστε να μην του ανατίθενται καθήκοντα που αδυνατούσε να εκτελέσει.

Η βαρύτερη ποινή

Λίγες ημέρες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1997, ο Γ. Καφετζής τιμωρήθηκε με μείωση του μισθού του για έλλειψη υπηρεσιακής αγωγής, σεβασμού προς τα εθνικά σύμβολα και αντιπειθαρχική συμπεριφορά. Από τη στιγμή εκείνη, ο πυροσβέστης θα αναγκαζόταν να επαναλάβει την άρνησή του σε διάφορες περιστάσεις, τόσο ως προς την υποστολή ή έπαρση της σημαίας όσο και ως προς τη συμμετοχή του στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου ή της 28ης Οκτωβρίου. Ετσι, τον Απρίλιο του 1997 τιμωρήθηκε και πάλι με στέρηση μισθού για αντιπειθαρχική συμπεριφορά και έλλειψη σεβασμού προς τους ανωτέρους, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, με απόφαση του αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, παραπέμφθηκε στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο «προκειμένου αυτό να αποφασίσει εάν πρέπει να τεθεί στην κατάσταση της αργίας δι' απολύσεως για ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του διαγωγή, για πράξεις αντιβαίνουσες στο καθήκον και την αξιοπρέπεια αυτού και για παράβαση καθήκοντος που υπερβαίνει τους όρους των μικροτέρων πειθαρχικών ποινών». Με ομόφωνη απόφασή του, το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο έθεσε τον πυροσβέστη «σε κατάσταση αργίας δι' απολύσεως έξι μηνών» και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο του σώματος με το ίδιο αποτέλεσμα, το οποίο επικυρώθηκε στη συνέχεια από τον αρχηγό του σώματος (Φεβρουάριος 1998).

Η διαδικασία επαναλήφθηκε μετά νέα άρνηση του πυροσβέστη να συμμετάσχει και να καταθέσει στεφάνι στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου 1998. Δεν έχει νόημα να σταθούμε σε όλες τις λεπτομέρειες του νέου κύκλου των πειθαρχικών διώξεων που ακολούθησαν. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι το Δεκέμβριο του 2000, ύστερα από ομόφωνες αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου και του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου, ο αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος αποφάσισε να αποτάξει από τις τάξεις του Πυροσβεστικού Σώματος τον πυροσβέστη Καφετζή Ιωάννη «λόγω επιβολής, εντός δεκαετίας, δις της ποινής της αργίας δι' απολύσεως και, συγκεκριμένα, γιατί τιμωρήθηκε τρεις φορές μέσα σε χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας με την ποινή της αργίας δι' απολύσεως, πράξεις και ενέργειες που στοιχειοθετούν σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα».

Διεθνείς καταδίκες

Πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την απόταξη του Γιάννη Καφετζή από το Πυροσβεστικό Σώμα, το Διοικητικό Εφετείο Αθήνας εκδίκασε φέτος το Μάρτιο την υπόθεσή του, σύμφωνα με αίτηση ακύρωσης την οποία ο πυροσβέστης είχε καταθέσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας τον Απρίλιο του 1998. Η απόφαση αναμένεται τους ερχόμενους μήνες.

Οποια και αν είναι η έκβαση της υπόθεσης, το ζήτημα που έχει προκύψει με την απόταξη του πυροσβέστη Καφετζή είναι εξαιρετικά σοβαρό: Γιατί να μην μπορεί ένας πιστός του δόγματος των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά να γίνει πυροσβέστης, να διοριστεί δηλαδή σε μια δημόσια υπηρεσία, όπως κάθε Ελληνας πολίτης; Δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να εξαιρεθεί από τις εκδηλώσεις που δεν είναι συμβατές με τη θρησκεία του (έπαρση/υποστολή σημαίας, εορτασμός εθνικών επετείων), τη στιγμή που η συμμετοχή του στις εκδηλώσεις αυτές δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της εργασίας του, δηλαδή την πρόληψη των πυρκαγιών και την πυρόσβεση;

Εφόσον τόσο το Σύνταγμα όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εγγυώνται το σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών, δεν θα έπρεπε η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος να κρίνει ότι η άρνηση του Γ. Καφετζή να συμμετάσχει σε εκδηλώσεις αντίθετες προς τη θρησκευτική του πίστη υπήρξε αποτέλεσμα μιας εσωτερικής σύγκρουσης καθηκόντων που δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να επηρεάσει την επαγγελματική του επίδοση; Θα ζημιωνόταν άραγε η πυρόσβεση στη Λήμνο, αν ένας πυροσβέστης δεν συμμετείχε στην έπαρση και υποστολή της σημαίας ή στις εθνικές γιορτές; Ή, μήπως, όπως ισχυρίστηκαν οι υπεύθυνοι του Πυροσβεστικού Σώματος, η αποχή του συγκεκριμένου πυροσβέστη από τις τελετουργικές αυτές εκδηλώσεις διασάλευε τη δημόσια τάξη, δεδομένης και της «εθνικής ευαισθησίας της νήσου Λήμνου»; Και, σε τελική ανάλυση, από τη στιγμή που έχει κατοχυρωθεί η κοινωνική εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης, Μάρτυρες του Ιεχωβά υπηρετούν τη θητεία τους σε δημόσιες υπηρεσίες και κοινωφελείς οργανισμούς. Η δασοπυρόσβεση απαγορεύεται;

Είναι γνωστές οι αποφάσεις υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αρκετές από τις οποίες υπήρξαν καταδικαστικές για την Ελλάδα. Καθώς έχουμε επανειλημμένα ασχοληθεί με τις υποθέσεις αυτές, αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά την απόφαση «Θλιμμένος κατά Ελλάδος» (6.4.2000), η οποία έκρινε ότι κακώς είχε αποκλειστεί από το επάγγελμα του ορκωτού λογιστή ένας πολίτης που είχε καταδικαστεί για κακουργηματική ανυπακοή ως αντιρρησίας συνείδησης. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η καταδίκη τού εν λόγω πολίτη δεν υπήρξε ικανοποιητική δικαιολογία για «τη μη μεταχείρισή του διαφορετικά από άλλα πρόσωπα καταδικασθέντα για κακούργημα».

Αλλά και η εγχώρια νομολογία έχει να παρουσιάσει αποφάσεις που σχετίζονται με την υπόθεση Γ. Καφετζή. Ανάμεσά τους και η απόφαση 354/11987 του Εφετείου Κρήτης, η οποία, ασχολούμενη με την αναγνώριση τοπικού σωματείου των Μαρτύρων του Ιεχωβά, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Η άρνηση αποδόσεως τιμών στη σημαία επιβάλλεται μεν από τις δοξασίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά και αποτελεί έτσι περιεχόμενο των δοξασιών αυτών, αλλά δεν είναι παράνομη ούτε εμπίπτει στο άρθρο 181 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, που θεωρεί αξιόποινη την περιύβριση των συμβόλων του κράτους και όχι την άρνηση αποδόσεως τιμών προς αυτά και μπορεί να υποστηριχθεί ότι λόγω της παθητικότητας της σχετικής συμπεριφοράς δεν προσβάλλει τη δημόσια τάξη».

 

(Ελευθεροτυπία, 18/6/2005)

 

www.iospress.gr