Η Σάρβι Τσίτσαζ μιλά για τους μουτζαχεντίν και απαντά σε όσα τους καταμαρτυρούν
 

Να τελειώνουμε με τους μουλάδες
 


Καταδίκη σε θάνατο μιας διανοητικά καθυστερημένης κοπέλας, απαγχονισμός ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού, εκτέλεση ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού: αδιαφορώντας και για τις πιο στοιχειώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, το καθεστώς των μουλάδων δεν δείχνει πρόθυμο να υιοθετήσει ηπιότερες μεθόδους καταστολής της «ανηθικότητας». Την ίδια ώρα, η οργάνωση των μουτζαχεντίν, βασική συνιστώσα του εξόριστου Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης, προσπαθεί να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι η στρατηγική του «διαλόγου» με τους μουλάδες έχει αποδειχθεί αδιέξοδη και ότι η πολιτική ανατροπή του καθεστώτος αποτελεί τη μοναδική λύση του «ιρανικού ζητήματος». Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι απλά: οι μουτζαχεντίν περιλαμβάνονται στην αμερικανική και ευρωπαϊκή λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων και δέχονται σκληρή κριτική για κακοποίηση των δικών τους «διαφωνούντων».

Για τα ζητήματα αυτά συζητήσαμε με τη Σάρβι Τσίτσαζ, επικεφαλής της Επιτροπής Γυναικών του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης, η οποία βρέθηκε στην Αθήνα για μια συναυλία συμπαράστασης στην ιρανική αντίσταση, αφιερωμένη στις γυναίκες του Ιράν.

Ο εφιάλτης συνεχίζεται

Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι γυναίκες στο Ιράν;

«Στην πραγματικότητα, η κατάσταση παραμένει η ίδια», υποστηρίζει η συνομιλήτριά μας. «Για ένα διάστημα, με τον Χαταμί, στη Δύση επικράτησε η εντύπωση ότι τα πράγματα βελτιώνονται. Είναι αλήθεια ότι σημειώθηκε μια σχετική "φιλελευθεροποίηση" ως προς τη γυναικεία ενδυμασία, αλλά στην πραγματικότητα τίποτα δεν άλλαξε στο επίπεδο της νομοθεσίας. Το καθεστώς γίνεται όλο και πιο σκληρό απέναντι στις γυναίκες: απαγορεύει τις συγκεντρώσεις τους, διαλύει βάναυσα τις διαδηλώσεις τους κ.ο.κ.».

Ποια είναι κατά τη γνώμη της τα χαρακτηριστικά των σημερινών γυναικείων κινημάτων στο Ιράν; Πρόκειται για κινήσεις διακριτές, αφιερωμένες αποκλειστικά στα προβλήματα των γυναικών, ή αποτελούν κομμάτι ενός ευρύτερου συνόλου προσανατολισμένου στον γενικότερο εκδημοκρατισμό της ιρανικής κοινωνίας;

«Θα έλεγα ότι συμβαίνουν και τα δύο», απαντά η Σάρβι Τσίτσαζ. «Το γυναικείο κίνημα είναι μια ξεχωριστή κίνηση, αλλά ταυτόχρονα συνιστά μέρος άλλων κινημάτων διαμαρτυρίας. Οι γυναίκες είναι παρούσες σε κάθε κοινωνική διαμαρτυρία, στο φοιτητικό κίνημα, καθώς και στις συγκρούσεις με τις αρχές ασφαλείας του καθεστώτος που σημειώνονται σε πολλά σημεία της χώρας. Αλλά οι γυναίκες παλεύουν χωριστά για τα γυναικεία τους δικαιώματα, αντιστέκονται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας».

Ποιες οι σχέσεις της οργάνωσής της με το γυναικείο κίνημα στο εσωτερικό της χώρας; Η Σάρβι Τσίτσαζ υποστηρίζει ότι οι επαφές τους με τις γυναίκες που αγωνίζονται μέσα στο Ιράν είναι στενές, αλλά ότι στο θέμα αυτό η οργάνωσή της είναι ιδιαίτερα προσεκτική, ώστε να μην επιβαρύνει τη θέση εκείνων που πέφτουν στα χέρια του καθεστώτος.

Και πώς θα ερμήνευε το γεγονός ότι οι μουτζαχεντίν δίνουν τόση έμφαση στα ζητήματα των γυναικών; Στις ημέρες μας, η ενασχόληση αυτή χρησιμοποιείται συχνά ως κάλυμμα για την προώθηση πολιτικών που έχουν ελάχιστη σχέση με τις γυναίκες.

«Στο κίνημά μας, η ισότητα των γυναικών δεν έχει μείνει στο επίπεδο των διακηρύξεων. Αποτελεί καθημερινή πρακτική. Την εποχή της ανατροπής του Σάχη, στους δρόμους βρέθηκαν εκατομμύρια γυναίκες που ζητούσαν περισσότερες ελευθερίες. Αλλά εκείνο που συνέβη ήταν να χάσουν και τα δικαιώματα που είχαν. Ο,τι επακολούθησε ήταν πραγματικά ταπεινωτικό για τις γυναίκες: υποχρεώθηκαν να φορέσουν ολόσωμες καλύπτρες, πολλές έχασαν τη δουλειά τους, άλλες αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό. Οπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι οι γυναίκες ήταν οι πρώτες που αντιστάθηκαν και ότι συμμετείχαν εξαρχής ισότιμα με τους άνδρες στους αγώνες για ελευθερία. Συγκεντρώσαμε στοιχεία για 120.000 εκτελεσμένους από τους μουλάδες. Το ένα τρίτο είναι γυναίκες. Λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, το κίνημά μας αναγνώρισε την αξία αυτή των γυναικών και εξέλεξε τη Μάριαμ Ρατζαβί συν-αρχηγό του. Από τότε η κυρία Ρατζαβί επιχείρησε να εκπαιδεύσει τις γυναίκες σε ηγετικούς ρόλους, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τον μισογυνισμό των μουλάδων. Αντίθετα απ' αυτούς, εμείς πιστεύουμε στις θετικές διακρίσεις έτσι ώστε οι γυναίκες να έχουν πραγματικές ευκαιρίες εξέλιξης. Σήμερα, στην οργάνωσή μας, οι γυναίκες κατέχουν υψηλά αξιώματα, πολιτικά και στρατιωτικά».

Ο αδιέξοδος «διάλογος»

Πώς αποτιμούν οι μουτζαχεντίν τη σημερινή κατάσταση και ποιο ρόλο θέλουν να διαδραματίσουν στις εξελίξεις;

«Το κίνημά μας είναι βαθιά πατριωτικό. Πιστεύουμε σε μια πλουραλιστική, δημοκρατική, κοσμική διακυβέρνηση που να περιλαμβάνει ισότιμα όλες τις εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες της χώρας. Χρόνια τώρα, Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες ψάχνουν μάταια για κάποιον μετριοπαθή πολιτικό ανάμεσα στους μουλάδες και εδώ και δεκαέξι χρόνια επιχειρούν να αποκαταστήσουν έναν "εποικοδομητικό διάλογο" με το ιρανικό καθεστώς. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη περισσότερες εκτελέσεις, ακόμη μεγαλύτερη καταστολή. Στο Ιράν οι άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα στην προσωπική ζωή. Πρόσφατα, οι αρχές συνέλαβαν και στη συνέχεια απέλασαν δημοσιογράφο του BBC που ερευνούσε το θέμα της πορνείας. Ο ισχυρισμός τους ήταν το θέμα αυτό είναι ανύπαρκτο στη χώρα. Κι όμως υπάρχουν στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τη στιγμή αυτή ένα εκατομμύριο γυναίκες στην Τεχεράνη είναι πόρνες, πολλές από τις οποίες είναι μικρά κορίτσια έντεκα χρονών. Εξίσου τρομακτική είναι πλέον η διάδοση των ναρκωτικών στα σχολεία. Κι όλα αυτά τη στιγμή που συνεχίζονται οι μαστιγώσεις και οι εκτελέσεις στο όνομα της "ηθικής". Είναι βέβαιο ότι ο "διάλογος" της Δύσης με το καθεστώς δεν έφερε αποτελέσματα. Κανείς πια δεν πιέζει πραγματικά τους μουλάδες, ενώ ακόμη και οι διεθνείς οργανισμοί που κάποτε κατήγγελλαν τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν από καιρό σιωπήσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσβλέπει κανείς σε μια στρατιωτική επέμβαση. Το Ιράκ έδειξε ότι ο πόλεμος δεν είναι λύση. Αν η Δύση θέλει πράγματι να βοηθήσει, τότε πρέπει να βγάλει τη βασική αντιπολιτευτική δύναμη, τους μουτζαχεντίν, από τον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων, όπου τους τοποθέτησαν πρώτα οι ΗΠΑ και στη συνέχεια η Ευρώπη, ικανοποιώντας προφανώς αίτημα του ιρανικού καθεστώτος».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται πάντως σε εξέλιξη μια σχετική συζήτηση, ακόμη και στο εσωτερικό του Πενταγώνου. Πώς θα τη σχολίαζε;

«Πράγματι. Τα τελευταία δυόμισι χρόνια οι Αμερικανοί που έχουν υπό τον έλεγχό τους το στρατόπεδο Ασράφ στο Ιράκ ήρθαν σε στενή επαφή με τους τέσσερις χιλιάδες μουτζαχεντίν που βρίσκονται εκεί και διαπίστωσαν ότι δεν πρόκειται για τρομοκράτες».

Είναι όμως αυτός ο λόγος ή ένας γενικότερος αναπροσανατολισμός της αμερικανικής πολιτικής;

«Σε μεγάλο βαθμό ο λόγος είναι αυτός. Το γεγονός δηλαδή ότι εκπρόσωποι διάφορων αμερικανικών υπηρεσιών αντιλήφθηκαν από πρώτο χέρι ότι οι μουτζαχεντίν δεν είναι φονταμενταλιστές, ότι θέλουν απλώς να φέρουν τη δημοκρατία στο Ιράν. Υπάρχουν επίσης κάποια θινκ-τανκ στις ΗΠΑ που θεωρούν λανθασμένο χειρισμό την καταχώριση του κινήματός μας στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων».

Σοβαρές κατηγορίες

Δεν φοβούνται οι μουτζαχεντίν ότι το Πεντάγωνο μπορεί να τους χρησιμοποιήσει στους δικούς του στρατηγικούς σχεδιασμούς;

«Οχι. Το κίνημά μας υπάρχει εδώ και σαράντα χρόνια. Δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Εξάλλου έχουμε ρίζες μέσα στο Ιράν και στο πλευρό μας βρίσκονται πολιτικοί από πολλές χώρες, στελέχη του διεθνούς γυναικείου κινήματος κ.ο.κ. Αν η διεθνής κοινότητα είναι ειλικρινής ως προς το ποιος είναι σήμερα ο κίνδυνος, τότε είναι υποχρεωμένη να δει ότι το ιρανικό καθεστώς δεν έχει αναστείλει το πυρηνικό του πρόγραμμα, καθώς και ότι είναι υπεύθυνο για τη συνεχιζόμενη εξέγερση στο Ιράκ. Οπως εξήγησε η κυρία Ρατζαβί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η λύση μπορεί να προέλθει μόνο από την αντίσταση».

Και τι απαντά στη σκληρή κριτική που δέχονται οι μουτζαχεντίν για κομβικά σημεία της πολιτικής τους, όπως για παράδειγμα η προβολή στα όρια της προσωπολατρίας της Μάριαμ Ρατζαβί, η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών, η βάναυση αντιμετώπιση των «διαφωνούντων» ή οι προνομιακές σχέσεις με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν; Πρόσφατα ακόμη, έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων υποστήριξε ότι μέλη του κινήματος υπέστησαν βασανιστήρια όταν επιχείρησαν να απομακρυνθούν από την οργάνωση στο στρατόπεδο Ασράφ.

«Ας τα πάρουμε με τη σειρά», απαντά η Σάρβι Τσίτσαζ. «Καταρχάς οι μουτζαχεντίν έχουν μια δημοκρατική λειτουργία μοναδική ακόμη και για τα δυτικά δεδομένα: εκλογές κάθε δύο χρόνια, στις οποίες ψηφίζουν όλα τα μέλη. Η κυρία Ρατζαβί έγινε γενική γραμματέας το 1986. Το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης είναι στην πραγματικότητα μια εξόριστη, σκιώδης κυβέρνηση και η κυρία Ρατζαβί έχει εκλεγεί το 1992 προκειμένου να προεδρεύσει στη μεταβατική περίοδο των έξι μηνών μετά την ανατροπή του καθεστώτος, ώσπου να γίνουν ελεύθερες εκλογές στο Ιράν. Σε ό,τι τώρα αφορά την έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων: το κείμενο αυτό βασίστηκε στην τηλεφωνική συνομιλία με δώδεκα πρώην μέλη των μουτζαχεντίν που ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν βασανιστήρια από την οργάνωση. Αλλά το Παρατηρητήριο, παρά τη σχετική πρόσκληση, δεν πήγε ποτέ στο στρατόπεδο Ασράφ να ελέγξει επί τόπου τις καταγγελίες.

»Και το τελευταίο ερώτημα: το κίνημά μας μετακινήθηκε στο Ιράκ την εποχή του πολέμου Ιράν-Ιράκ, τότε που πολλές δυτικές κυβερνήσεις ενίσχυαν τον Σαντάμ Χουσεΐν. Η συμφωνία με τον Χουσεΐν ήταν ότι το στρατόπεδό μας εκεί θα ήταν απολύτως ανεξάρτητο. Ούτως ή άλλως, δεν υπήρχε δυνατότητα για εγκατάστασή μας σε άλλη γειτονική χώρα. Δεν είχαμε καμία μυστική σχέση με τον Χουσεΐν γι' αυτό και επιβιώσαμε μετά την ανατροπή του».
 

(Ελευθεροτυπία, 8/10/2005)

 

www.iospress.gr