Τι ακριβώς συμβαίνει με τα βακούφια της μειονότητας στη Θράκη 

 

Τα «γνωστά-άγνωστα» ιδρύματα

 


"Εκεί που μας χρωστούσαν, τους δώσαμε και τα βακούφια!"
    
(«Πρώτο Θέμα», 9/12/2007)

Τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Μια χρονιά που σημαδεύτηκε (και) από την κινητοποίηση των «ανησυχούντων» για το περιεχόμενο της σχολικής μας Ιστορίας, δεν θα μπορούσε να κλείσει παρά με μια ακόμη παρέμβαση του υπό διαμόρφωση «εθνικού χώρου» - στο πεδίο, πια, των μειονοτικών δικαιωμάτων.

Οταν στις 7 Δεκεμβρίου κατατέθηκε το νομοσχέδιο για τα βακούφια της Θράκης (και, παρεμπιπτόντως, τις προσλήψεις μελών της μειονότητας στο Δημόσιο σε ποσοστό 0,5%), σήμαναν ξανά οι καμπάνες του ξεσηκωμού από τα ίδια ακριβώς έντυπα και συλλογικότητες που πρωταγωνίστησαν στον εξοβελισμό του βιβλίου της Στ' Δημοτικού: «Πρώτο Θέμα», «Ρήξη», «Α1», «Στόχος» και «Ελεύθερος Κόσμος».

Οι συνοδοιπόροι του εγχειρήματος καλούνται να υπογράψουν ξανά ένα κείμενο που διακινεί ο δικτυακός τόπος «Αντίβαρο», με διακηρυγμένο σκοπό «να δυναμώσει σήμερα η φωνή της Θράκης» (στην πραγματικότητα: η φωνή των τοπικών εθνικιστικών κύκλων, που εδώ και μια δεκαπενταετία επιχειρούν να μπλοκάρουν την ομαλή ένταξη της μειονότητας στην ελληνική κοινωνία) και αίτημα την απόσυρση των καινοτομιών τού υπό ψήφιση νομοσχεδίου. Από την όλη διαμαρτυρία δεν λείπει και μια νότα φονταμενταλισμού: μεταξύ άλλων, οι υπογράφοντες ζητούν την «αναβάθμιση του ρόλου των νόμιμων μουφτήδων», που «ως ανώτερη ιερή αρχή στο ισλάμ θα πρέπει να έχουν λόγο και στη διαδικασία αποδοχής υποψηφιοτήτων» για τη διαχείριση των ιδρυμάτων της μειονότητας.

Τα μήλα της έριδος

Τι συμβαίνει ωστόσο στην πραγματικότητα με τα βακούφια και τι ακριβώς προβλέπει το επίμαχο νομοσχέδιο; Μας το εξηγεί ένας νομικός που έχει ασχοληθεί ειδικά με το αντικείμενο: ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μέλος της γραμματείας του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ).

«Τα βακούφια», υπενθυμίζει, «είναι κοινωφελή ιδρύματα τα οποία, ως θεσμός, κατάγονται από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου αποτελούσαν γρανάζια των αυτοοργανωτικών κοινοτικών δομών των μουσουλμάνων, χριστιανών και Εβραίων. Το βακούφι ως ίδρυμα υπάρχει χάρη στη βούληση του αρχικού ιδρυτή και των τυχόν μεταγενέστερων δωρητών. Για παράδειγμα, ένα τζαμί ή ένα σχολείο αποτελεί το κύριο βακούφι το οποίο μπορεί να αποκτήσει ακίνητη περιουσία από δωρεές μελών της κοινότητας. Ο δωρητής ορίζει τον σκοπό της δωρεάς ενός διαμερίσματος ή ενός οικοπέδου και των συναφών εσόδων της, υπέρ κοινωφελούς, θρησκευτικού, εκπαιδευτικού ή φιλανθρωπικού σκοπού για παράδειγμα».

Στο ελληνικό κράτος, «τα βακούφια διατηρήθηκαν ειδικά για τους μουσουλμάνους, σε τρεις φάσεις (1881, 1913 και 1923). Σήμερα, τα μουσουλμανικά βακούφια της Ελλάδας βρίσκονται συγκεντρωμένα στη Θράκη (και σε μικρότερη έκταση στη Ρόδο, την Κω ή αλλού) και διέπονται από ειδικό νομικό καθεστώς το οποίο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης μειονοτικής προστασίας που αφορά μόνο τη Θράκη.

Κύρια κοινωνική λειτουργία των βακουφίων σήμερα είναι η συντήρηση της κτιριακή υποδομής τους, αλλά και η κάλυψη λειτουργικών εξόδων τους (μισθοί, τηλέφωνα κ.λπ.). Νομικά είναι ασαφές ποιος είναι ο δικαιούχος των εσόδων - και, εάν είναι τα μέλη της μειονότητας, με ποιον τρόπο ορίζονται αυτά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σημερινή διαχείριση υπολείπεται από τον αρχικό σκοπό των βακουφίων και τις ανάγκες της μειονότητας σε ορφανοτροφεία, γηροκομεία/πτωχοκομεία ή σπουδαστικές υποτροφίες».

Αποκαλυπτική είναι η πλήρης άγνοια όλων των ενδιαφερομένων (εκτός από το στενό κύκλο των διορισμένων διαχειριστών και -φυσικά- το τοπικό κλιμάκιο του ΥΠΕΞ) ακόμη και για το μέγεθος της βακουφικής περιουσίας: «Η προβληματική ανάδειξη των Διαχειριστικών Επιτροπών, η κακή διαχείριση και η αδιαφάνεια είχαν αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό του ζητήματος σε διαδρόμους μυστικοπάθειας και πολιτικού αυτισμού», επισημαίνει ο συνομιλητής μας. «Αποτέλεσμα, να μην είναι γνωστή η περιουσία των βακουφίων, ούτε ο ακριβής αριθμός τους. Θα έλεγε κανείς ότι κύρια βακούφια είναι όλα τα τζαμιά, μετζίτια, τεκέδες, σχολεία και ιεροσπουδαστήρια της μειονότητας, ενώ άγνωστο είναι το μέγεθος της ακίνητης περιουσίας που τυχόν ανήκει στο καθένα. Πρόσφατα μόνον η Διαχειριστική Επιτροπή Μουσουλμανικής Περιουσίας Κομοτηνής δημοσίευσε τον προϋπολογισμό της, ύψους 740.000 ευρώ. Στην Ξάνθη θεωρείται σαφώς μικρότερη περιουσία, και ακόμα μικρότερη στον Εβρο, όπως και στα επί μέρους μειονοτικά χωριά και των τριών νομών».

Πέτρα του σκανδάλου αποτελεί ο διορισμός των διαχειριστών από τις κρατικές υπηρεσίες, χωρίς συμμετοχή της ίδιας της μειονότητας. «Τα βακούφια», εξηγεί ο κ. Τσιτσελίκης, «αποτελούν αυτοτελείς νομικές οντότητες οι οποίες διοικούνταν κατά το οθωμανικό δίκαιο το καθένα από ξεχωριστό διαχειριστή (μουτεβελή). Στην Ελλάδα διοικούνται ομαδικά σε κάθε αστικό κέντρο, ενώ στα χωριά από έναν ή περισσότερους διαχειριστές. Στη Θράκη σήμερα λειτουργούν τρεις Διαχειριστικές Επιτροπές Μουσουλμανικής Περιουσίας, σε Κομοτηνή, Ξάνθη και Διδυμότειχο. Οπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, οι επιτροπές αυτές, καθώς διαχειρίζονται την περιουσία των κοινοτήτων, αποκτούν σημαντική πολιτική εξουσία. Ετσι, από νωρίς αποτέλεσαν το μήλο της έριδος όσων εποφθαλμιούσαν τον έλεγχο της μειονότητας ή άμεσα των ίδιων των βακουφίων. Οι δεκαετίες μέχρι το 1960 σκιάστηκαν από τις ενδομειονοτικές έριδες Παλαιομουσουλμάνων-Νεωτεριστών, αλλά και γενικότερα από τις ελληνοτουρκικές αντιπαραθέσεις που εκπορεύονταν είτε από τα αντίστοιχα υπουργεία εξωτερικών είτε από άλλες τοπικές αρχές.

Κλειδί για τον έλεγχο των προσώπων αποτελούσε ο τρόπος ανάδειξης των μελών των διαχειριστικών επιτροπών. Ετσι, ο διορισμός από την ελληνική κυβέρνηση αποτελούσε τον ασφαλέστερο τρόπο ελέγχου από την ελληνική διοίκηση, ενώ οι εκλογές εδραίωναν τη δυνατότητα ελέγχου από την πλειοψηφούσα τάση εντός της μειονότητας, στην οποία μεταπολεμικά κυριάρχησαν οι Νεωτεριστές. Οι Διαχειριστικές Επιτροπές για πρώτη φορά εκλέχτηκαν μόλις το 1950. Η απόφαση για την εφαρμογή του δικαιώματος αυτοδιαχείρισης των βακουφίων λήφθηκε σε εναρμόνιση με την τουρκική πολιτική φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος των ελληνορθόδοξων βακουφίων και την ελληνοτουρκική προσέγγιση εν όψει της παράλληλης ένταξης στο ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, η περίοδος αυτή (όχι χωρίς προβλήματα) θα διαρκέσει μόλις 15 χρόνια. Η κρίση του Κυπριακού και η χούντα του 1967 θα οδηγήσουν και πάλι στο διορισμό των μελών των επιτροπών. Ο δε μεταπολιτευτικός εκδημοκρατισμός δεν θα φτάσει στα μειονοτικά πράγματα, και εκλογές για τις επιτροπές δεν θα διεξαχθούν ούτε μετά την υιοθέτηση του ν. 1091/1980, ο οποίος ρητά τις προβλέπει. Η συνέχιση της διοίκησης των μειονοτικών βακουφίων με επιτροπές διορισμένες από το κράτος ασφαλώς έπληξε πολλαπλά την αξιοπιστία των τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων».

Τα όρια της μεταρρύθμισης

Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του ΥΠΕΞ αποτελεί τομή σε σχέση με το παρελθόν; Ο συνομιλητής μας έχει διαφορετική γνώμη: «Το νομοσχέδιο δεν φέρνει σημαντικές καινοτομίες σε σχέση με τον προηγούμενο νόμο τον οποίο αντικαθιστά. Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι ότι αποτελεί στην ουσία την έκφραση βούλησης διεξαγωγής εκλογών για την αυτοδιαχείριση των βακουφίων. Στα θετικά του νόμου εγγράφεται η μη αναφορά της ρήτρας τής (εξάλλου διεθνώς παράνομης) αμοιβαιότητας, η κατοχύρωση του νομικού χαρακτήρα τους ως προσώπων ιδιωτικού δικαίου και ο εκσυγχρονισμός διαφόρων ζητημάτων εκλογής και διαχείρισης. Στα αρνητικά, η ασάφεια της σχέσης των επιτροπών με τον τοπικά αρμόδιο μουφτή ή ιμάμη και ο ρόλος του γενικού γραμματέα της Περιφέρειας, που διατηρεί σημαντικές αποφασιστικές αρμοδιότητες περιορίζοντας τα όρια της διαχειριστικής αυτονομίας των επιτροπών. Παράδειγμα, η αρμοδιότητά του να ορίζει αυτοβούλως ομάδα βακουφίων υπό ειδική διαχειριστική επιτροπή. Παρόμοια, το σχέδιο νόμου αποσπά από την κεντρική διοίκηση των βακουφίων τα σχολικά βακούφια, χωρίς να προσδιορίζει τις αρμοδιότητες των σχολικών εφοριών και των βακουφικών επιτροπών ανάλογα με την αποστολή του κάθε οργάνου. Τέλος, προβληματική είναι η περιοριστική απαρίθμηση των σκοπών για τους οποίους μπορούν να διατίθενται τα έσοδα των βακουφίων, ενώ σκοπός διάθεσης των εσόδων μπορεί να είναι και η μισθοδοσία και αμοιβή υπαλλήλων, ερευνητικού προσωπικού, χορηγία υποτροφιών κ.λπ., δηλαδή κάθε δραστηριότητα που εξυπηρετεί το σκοπό του βακουφίου».

Πού οφείλονται, τότε, οι αντιδράσεις; Ο κ. Τσιτσελίκης επισημαίνει ότι αυτές οι τελευταίες προέρχονται από πολλές πλευρές:

«Πρώτον, από την πολιτική ελίτ της μειονότητας, που απέρριψε αρχικά το νομοσχέδιο και στη συνέχεια πρότεινε συγκεκριμένες τροποποιήσεις, όπως και τη συμμετοχή της στην ευρύτερη διαβούλευση. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά τη Συνθήκη της Λωζάννης (άρθρο 40) η "σύσταση, διεύθυνση και εποπτεία" των κοινωφελών ιδρυμάτων γίνεται από την ίδια τη μειονότητα. Ωστόσο, η απόλυτη απόρριψη του σχεδίου φαίνεται ότι εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες ξένες προς τη συζήτηση του ίδιου του βακουφικού.

Δεύτερον, από ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους που αντέδρασαν μυωπικά στην παραχώρηση του δικαιώματος των εκλογών στη μειονότητα και την κατάργηση της ρήτρας της αμοιβαιότητας, ξεχνώντας ότι μέσω αυτής επλήγησαν επί σειρά δεκαετιών τα βακούφια σε Θράκη και Κωνσταντινούπολη. Επίσης αντέδρασαν και στην πρόβλεψη ειδικής ποσόστωσης στις προλήψεις μέσω ΑΣΕΠ υπέρ μουσουλμάνων υποψηφίων, ένα μέτρο θετικής διάκρισης που αποσκοπεί στη στάθμιση των ευκαιριών για κοινωνική και οικονομική πρόοδο της μειονότητας, και θα έπρεπε να θεωρείται κατ' αρχήν θεμιτό.

Τρίτον, από πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους, οι οποίοι διαβλέπουν ότι σε άρνηση της μειονότητας να εφαρμόσει το νόμο, θα παρουσιαστούν νέες επιπλοκές στα διμερή θέματα με την Τουρκία και νέες αγκυλώσεις στα μειονοτικά της Θράκης, όπου η ελληνική κυβέρνηση θα είναι "αναγκασμένη" πλέον να διοικεί τα βακούφια με διορισμένες και πλήρως απαξιωμένες επιτροπές».

Οσο για το διά ταύτα: «Το σχέδιο νόμου θα έπρεπε να είναι πιο τολμηρό και να εντάξει τα ιδρύματα στο κοινό δίκαιο περί ιδρυμάτων (το οποίο προβλέπει μόνο για τα νέα βακούφια) ώστε να διασφαλίζει το δικαίωμα της μειονότητας στη βακουφική περιουσία με την άσκηση αποφασιστικών και διαχειριστικών αρμοδιοτήτων μέσω των θεμελιωδών αρχών της χρηστής διοίκησης, διαφάνειας και λογοδοσίας και την εγγυητική αρμοδιότητα του Δημοσίου το οποίο οφείλει να διασφαλίζει τις αρχές αυτές υπέρ της μειονότητας. Οσο τα βακούφια αποτελούν πολιτικό διακύβευμα ανομολόγητων στόχων, από οποιαδήποτε πλευρά, ακόμα και η πλέον άρτια νομική λύση είναι αδύνατον να θεραπεύσει τα προβλήματα».

 

(Ελευθεροτυπία, 4/1/2008)

 

www.iospress.gr