Η ελεύθερη πτώση ενός «λειτουργήματος» και οι ευθύνες των δημοσιογραφικών ενώσεων ΕΣΗΕΑ και ΠΟΕΣΥ 

 

Η συντεχνία και η εργολαβία

 

Τις τελευταίες μέρες δύο δημοσκοπήσεις ήρθαν να επιβεβαιώσουν (πέρα από τη γενικευμένη πολιτική και κοινωνική κρίση) και την κρίση αξιοπιστίας των Μέσων Ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας στη χώρα μας.

Το Ευρωβαρόμετρο μετράει ότι επτά στους δέκα πολίτες στην Ελλάδα δεν εμπιστεύονται τον Τύπο και τα ΜΜΕ γενικότερα (ασχέτως αν παρακολουθούν καθημερινά μαζικά και επί πολλές ώρες τα δωρεάν τηλεπροϊόντα), και η GPO καταγράφει μια εφιαλτική εικόνα για τη δημοσιογραφία: το 65,2% των πολιτών θεωρούν ότι με τη «Ζαχοπουλειάδα» πλήττεται το σύνολο των δημοσιογράφων, ενώ το 30,2% εντοπίζει την αρνητική του γνώμη προς συγκεκριμένους δημοσιογράφους.

Ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για την επιστημονική αξία των γκάλοπ, είναι προφανές ότι πολλά πράγματα δεν πάνε καλά στα ελληνικά ΜΜΕ κι ελάχιστοι πλέον πιστεύουν ότι στην «επικοινωνιακή μας δημοκρατία» μπορούν πάντοτε να φταίνε οι τρεις άλλες εξουσίες εκτός της λεγόμενης τέταρτης. Οι μοναδικοί ίσως που έχουν απομείνει να υπερασπίζονται μέσα στον ορυμαγδό των ημερών την αθωότητα του «κλάδου τους» είναι αναμφίβολα οι συνεργαζόμενοι (αν και φαινομενικά διαφορετικής πολιτικής προέλευσης) ηγέτες των δημοσιογραφικών οργανώσεων ΕΣΗΕΑ και ΠΟΕΣΥ, κύριοι Σόμπολος (προσκείμενος στον φιλοκυβερνητικό χώρο) και Τσαλαπάτης (προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ). Πρόκειται για τους εκφραστές της πιο παρωχημένης συντεχνιακής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία όταν στον «κλάδο μας» «βγάζουμε λεφτά» και «βολεύουμε ανθρώπους μας» όλα επιτρέπονται. Ακόμα και η συγκατοίκηση στην ίδια συνδικαλιστική οργάνωση μισθωτών δημοσιογράφων, εργοδοτών, κατόχων εταιρειών «ενημέρωσης» ή δημοσίων σχέσεων, ετεροαπασχολούμενων, εργολάβων πάσης φύσεως, πολυαπασχολουμένων σε Μέσα Ενημέρωσης και παράλληλα σε γραφεία και υπηρεσίες Τύπου του κράτους, των δημόσιων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, συστηματικών παραβατών κάθε κανόνα δημοσιογραφικής δεοντολογίας και κοινωνικής ευθύνης, τρωκτικών «μυστικών κονδυλίων» κ.λπ.

Με την υπόθεση Ζαχόπουλου αποδείχθηκε (πιο έντονα αυτή τη φορά) πόσο σαθρό και «διαπλεκόμενο» είναι το οικοδόμημα των ΜΜΕ και πόσο ακατάλληλη και ιδιοτελής είναι η συνδικαλιστική ηγεσία των δημοσιογράφων που το υποστηρίζει.

Ρητά και απόρρητα

Οταν το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου επινόησε στις 21 Δεκεμβρίου «δημοσιογραφικό απόρρητο» του Γιάννη Ανδριανού ώστε να κρύψει από τη Δικαιοσύνη, έστω και προσωρινά, τη δημοσιογραφική «πηγή» του υποκλαπέντος επίμαχου DVD (το οποίο αποτελεί και βασικό στοιχείο για την όλη υπόθεση της εκβίασης), ο κ. Σόμπολος και η οριακή του πλειοψηφία με τον κ. Τσαλαπάτη στο Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, ταυτίστηκαν με την κυβέρνηση. Εκαναν τις στρουθοκαμήλους αποφεύγοντας ενσυνείδητα την πραγματικότητα ότι -το μέλος της ΕΣΗΕΑ- ο κ. Ανδριανός είναι μετακλητός κυβερνητικός αξιωματούχος από το 2004 και ουδεμία σχέση έχει από τότε με τη δημοσιογραφία. (ΦΕΚ 241/15 Σεπτεμβρίου 2004: «Με την υπ' αριθμ. Υ 126/6.9.2004 απόφαση του Πρωθυπουργού που εκδόθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποσπάται από 15.7.2004 ο Ιωάννης Ανδριανός του Σωτηρίου, από την Δημοτική Επιχείρηση "Δήμος Αθηναίων - Επιχείρηση Ραδιοφωνίας Αθήνα" [Δ.Ε.Ρ.Α.] σε θέση Ειδικού Συμβούλου στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού. Οι μηνιαίες αποδοχές του ορίζονται σε ποσοστό 95% του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών που αντιστοιχούν κάθε φορά στον αa βαθμό της κατηγορίας ειδικών θέσεων με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις. Αριθμ. βεβ. ΥΔΕ 11815/13.9.2004)»).

Εξίσου σκόπιμη ήταν και η επίκληση του «δημοσιογραφικού απορρήτου» που επινοήθηκε και για τον άλλο άγνωστο «δημοσιογράφο» βιντεοκομιστή. Και εκεί η ηγεσία της ΕΣΗΕΑ ήταν πρόθυμη να καλύψει το «μέλος της».

Αλλά και όταν ο κ. Τριανταφυλλόπουλος εντόπισε τον βιντεοκομιστή στο πρόσωπο του συνεταίρου του κ. Αναστασιάδη, μαζί με τα «άγνωστα» 5,5 εκατομμύρια ευρώ του, η ηγεσία της ΕΣΗΕΑ πάλι δεν είχε την τόλμη να πράξει (έστω και με καθυστέρηση ετών) το αυτονόητο: να διαγράψει από την ΕΣΗΕΑ και τους τρεις συνεταίρους της επιχείρησης «Πρώτο Θέμα» -αρκούσε ότι είναι εργοδότες- και να καταγγείλει δημόσια το άθλιο παιχνίδι λαϊκιστικών εντυπώσεων που παίχτηκε με τη δήθεν «παραχώρηση» των μετοχών τους στους εργαζόμενους της εφημερίδας τους ή στο σωματείο των δημοσιογράφων - των ίδιων μετοχών που το περασμένο καλοκαίρι είχαν σφαχτεί να πουλήσουν σε ...«επιχειρηματίες της Δεξιάς».

Με μια γενικόλογη ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ «καταδικάστηκε» ο κανιβαλισμός με τη δημοσίευση των ροζ φωτογραφιών από το περίφημο DVD, χωρίς να κατονομαστούν καν οι υπεύθυνοι του «Πρώτου Θέματος».

Οταν ο κ. Μάκης επικαλέστηκε κι αυτός το «δημοσιογραφικό του απόρρητο» έναντι της Δικαιοσύνης, για να μην κατονομάσει τον πρωταγωνιστή του ιδιότυπου διακανονισμού «φίλο του βουλευτή», πάλι εμφανίστηκε ο από μηχανής Σόμπολος για να του το εγγυηθεί στις 23/1.

Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος όμως «ήρε» -χωρίς να ρωτήσει τον κ. Σόμπολο- το «δημοσιογραφικό απόρρητο» του υφισταμένου του αρχισυντάκτη της τηλεοπτικής του εταιρείας, Σ. Γκιόλια, στον ανακριτή, ώστε να κατονομαστεί ο «φίλος» του μεσολαβητής της κυβέρνησης, βουλευτής Κ. Κουκοδήμος.

Παράλληλα, ο κ. Μάκης συνομιλώντας τηλεφωνικά (εξ ορισμού ιδιωτική επικοινωνία) με το «φίλο» του βουλευτή... αλλά σε ανοιχτή ακρόαση, δημιούργησε δύο νέους μάρτυρες ενόψει της ανακρικής διαδικασίας - επίσης δημοσιογράφους (Ν. Χατζηνικολάου, Τ. Κουίκ).

Υστερα έφτασε η ώρα και του άλλου μέλους της ΕΣΗΕΑ κ. Χίου (της ESPRESSO) να δημοσιοποιήσει (και σε πρόθυμα ανταγωνιστικά τού MEGA κανάλια) ηχογραφημένη ιδιωτική τηλεφωνική του συνομιλία με τον «φίλο» του στο MEGA κ. Καμπουράκη, με την πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ να προτιμά για ακόμα μια φορά τη σιωπή.


Τύφλα να έχει ο Κώδικας Δεοντολογίας!

Το νέο υβρίδιο

Από όσα έχουν ήδη αποκαλυφθεί τις τελευταίες μέρες, και ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», διαπιστώνουμε ότι έχει συντελεστεί ήδη μια συνολική μετάλλαξη των επιχειρήσεων ενημέρωσης.

Τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, και κυρίως μετά τη γιγάντωση της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, μας απασχολούσε η θεσμική θωράκιση του δημοκρατικού πολιτεύματος από τη λεγόμενη διαπλοκή, δηλαδή την αλληλεξάρτηση μέσων ενημέρωσης και οικονομικών συμφερόντων. Παρά τις μεγαλοστομίες και τους λεονταρισμούς των «αδιάφθορων» κυβερνώντων, τα πράγματα είναι χειρότερα σήμερα από όσο ήταν πριν από λίγα χρόνια.

Σημαντικό ρόλο σ' αυτή την εξέλιξη έχει παίξει το υβρίδιο του δημοσιογράφου-επιχειρηματία, δηλαδή του επαγγελματία των μέσων ενημέρωσης που συμβάλλεται με ΜΜΕ (αλλά και με τις δημόσιες σχέσεις επιχειρήσεων) μέσω κάποιας εταιρείας στην οποία είναι ο ίδιος ιδιοκτήτης και μέσω της οποίας μισθώνει την εργασία άλλων δημοσιογράφων. Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της εταιρείας εμφανίζεται και λειτουργεί συνήθως ως «δημοσιογράφος-τηλεπαρουσιαστής», προκαλώντας εύλογη σύγχυση στους πολίτες που δεν αντιλαμβάνονται το εύρος και το ακριβές περιεχόμενο αυτής της εργολαβίας. Η άρνηση της συνδικαλιστικής ηγεσίας του κλάδου να δώσει ένα τέλος σ' αυτή τη σύγχυση, αφαιρώντας την τυπική ιδιότητα του μέλους της δημοσιογραφικής ενωσης απ' αυτούς τους επιχειρηματίες-εργολάβους πληροφοριών, επιτείνει το αδιέξοδο και κυρίως υπονομεύει την ανεξαρτησία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Με τη δημιουργία του «Πρώτου Θέματος» η εξέλιξη αυτή έφτασε στα άκρα της, εφόσον παρουσιάστηκε ως συνεργασία δύο επιφανών δημοσιογράφων, κάτι που στην πραγματικότητα ήταν συνεταιρισμός δύο ιδιοκτητών εταιρειών παραγωγής τηλεοπτικών εκπομπών, δηλαδή επιχειρηματιών και εργοδοτών του χώρου των ΜΜΕ. Να γιατί συνέβησαν με τόσο άγριο τρόπο όσα συνέβησαν στην εβδομαδιαία αυτή εφημερίδα.

Οι δύο συνεταίροι, παρά το γεγονός ότι είναι εδώ και χρόνια επιχειρηματίες, επιμένουν να αυτοπαρουσιάζονται ως μαχόμενοι δημοσιογράφοι, με αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους πραγματικούς μισθωτούς δημοσιογράφους των επιχειρήσεών τους να χειραφετηθούν και να διεκδικήσουν τη δική τους επαγγελματική αυτοτέλεια.

Ακραίο παράδειγμα αυτής της εξέλιξης είναι η επιμονή του κ. Τριανταφυλλόπουλου, όπως είπαμε, να επικαλείται το «δημοσιογραφικό απόρρητο» για να μην αποκαλύψει το όνομα του κυβερνητικού βουλευτή, τον οποίο ο ίδιος εξέθεσε από την εκπομπή του ως μεσολαβητή σε πρόταση ανοιχτής συναλλαγής. Αλλά σ' αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε κανένα «ρεπορτάζ» ή «δημοσιογραφική έρευνα».

Το μόνο που υπήρχε ήταν η σύγκρουση δύο συνεταίρων και η έρευνα του ενός για τις παρανομίες (ή απλώς αδυναμίες) του άλλου. Οπως δεν μπορεί να επικαλείται το «δημοσιογραφικό απόρρητο» ο κ. Κόκκαλης, ο κ. Βαρδινογιάννης, ο κ. Κοντομηνάς ή ο κ. Κυριακού για τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες (παρά το γεγονός ότι έχουν σχέση με επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης), έτσι και οι δύο επιχειρηματίες του «Πρώτου Θέματος» δεν μπορούν να εμφανίζονται ως «δημοσιογράφοι» και «ρεπόρτερ» στον εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει στην επιχείρησή τους.

Οσο δεν γίνεται σαφής η διάκριση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης, όσο οι δημοσιογραφικές ενώσεις δεν επιβάλλουν τον Κώδικα Δεοντολογίας στα αφεντικά των ΜΜΕ (και στα μέλη τους) τόσο θα βαθαίνει η κρίση τους και τόσο θα επαναλαμβάνονται παρόμοια φαινόμενα.

Η διαφορά των πρόσφατων αυτών εξελίξεων από την «παλιά καλή διαπλοκή» είναι ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι εργοδότες διεκπεραίωναν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους στα μέσα που κατείχαν μέσω λίγων «έμπιστων» και «δικών τους» δημοσιογράφων, δηλαδή πρόθυμων κονδυλοφόρων. Γι' αυτό το λόγο ήταν συνήθως αρκετά ορατή από το υποψιασμένο, αν όχι καχύποπτο, κοινό.

Με τη συσκότιση της διάκρισης εργοδότη-εργαζομένου και την εμφάνιση ως δημοσιογράφων αυτών των εργολάβων της είδησης θολώνει και η εικόνα του «διατεταγμένου» ρεπορτάζ.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 9/2/2008)

 

www.iospress.gr