Πώς διέσωσαν οι μονές την περιουσία τους

 

Τα τριάκοντα αργύρια της Βιστονίδας
 

 

Σκανδάλισε -κατά την εκκλησιαστική ορολογία- η αποκάλυψη της στήλης ότι όπως είχαν κάνει με τον Μωάμεθ πριν από την Αλωση, έτσι και με τον Χίτλερ, οι μονές του Αγίου Ορους έσπευσαν να εκφράσουν την υποταγή τους και την αγάπη τους στον κατακτητή, με αντίτιμο την εύνοια της κυβέρνησης των δωσιλόγων και την εξασφάλιση με νόμο των διεκδικήσεών τους στη λίμνη Βιστονίδα («Τα "χρυσόβουλα" του Χίτλερ», 20/9/08).

Μάλιστα ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός επιχείρησε από την τηλεοπτική εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στο Alter (22/9/08) να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ισχυριζόμενος ότι με τις κινήσεις αυτές οι μοναχοί διέσωσαν κάτι πολυτιμότερο, δηλαδή τη «συνέχεια» του Ορους.

Αλλά βέβαια αυτή είναι η δικαιολογία όλων των δωσιλόγων. Οι κατοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα και σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη παρόμοιες «εθνικές αναγκαιότητες» επικαλούνταν. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και μέχρι σήμερα η υποταγή στον κατακτητή παρουσιάζεται ως «αναγκαίο κακό», με όλες τις ηθικές και πολιτικές συνέπειες που έχει αυτή η τοποθέτηση. 

Τα γνωστά πολυάριθμα συμβόλαια «ανταλλαγής» που συνέταξε η Αικατερίνη Πελέκη-Βουλγαράκη με συμβαλλόμενους την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου και τη Μονή Βατοπεδίου, αναφέρονται στο ιστορικό της εκούσιας υποταγής των μονών στο Σουλτάνο, αλλά περιλαμβάνουν και μια ενδιαφέρουσα αναφορά στη στάση του Αγίου Ορους κατά την Επανάσταση του 1821:

«Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και λόγω της ενεργού συμμετοχής σ' αυτή του Ελληνικού Ορθοδόξου Χριστιανικού κλήρου αλλά και των μοναχών του Αγίου Ορους οι Τούρκοι κατεπάτησαν προς καιρόν βιαίως την ιδιοκτησία της λίμνης "Μπουρού" (Βιστωνίδα), κυριότητος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, πάντοτε όμως η ιερά Μονή παρέμενε κυρία ταύτης, των νησίδων και των περί αυτήν εκτάσεων».

Το αντιφατικό αυτό παράθεμα κρύβει τη θλιβερή αλήθεια για τη στάση του Αγίου Ορους την κρίσιμη περίοδο της Επανάστασης, όταν οι παραδόπιστοι ηγούμενοι έφτασαν στο σημείο να προδώσουν τον αγώνα.

Πρόκειται για ιστορικό γεγονός, το οποίο καταγράφει με διακριτικότητα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος αναφέρει ότι ο πασάς της Θεσσαλονίκης «κατέπεισε τας μονάς να παραδοθώσιν» και παρατηρεί με σημασία ότι «αι μοναί αύται ούτε προθυμίαν (για τον αγώνα) ούτε καρτερίαν ικανήν έδειξαν» («Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», εκδ. Ελευθερουδάκη, τ. 6ος, σ. 61). 

Στην υπόθεση αναφέρεται αναλυτικά ο Διονύσιος Κόκκινος, ο οποίος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληψία εις βάρος των μονών. Στον δεύτερο τόμο του κλασικού του έργου «Η Ελληνική Επανάστασις» (εκδ. Μέλισσα, 1957), βραβευμένου από την Ακαδημία Αθηνών, αναφέρεται στην απροθυμία των Αγιορειτών να συνδράμουν τον αγώνα: «Αι μοναί, πλην των ακινήτων περιουσιών των, κατείχαν όχι μόνο χρήματα, αλλά και θησαυρούς ανεκτιμήτους από αφιερώματα χρυσά και αργυρά και κοσμήματα με πολυτίμους λίθους συσσωρευμένα εκεί από αιώνων. Επρόκειτο περί ανυπολογίστου πλούτου».

Μάταια ο Υψηλάντης τούς ζητούσε με αυστηρό ύφος να ενισχύσουν «με σώματα και με χρήματα» τον αγώνα που είχε ξεσπάσει στην περιοχή της Χαλκιδικής, με επικεφαλής τον Εμμανουήλ Παπά. Οπως αναφέρει ο Κόκκινος, «οι καλόγηροι δεν εννοούσαν να θίξουν ούτε τα χρήματα των μονών ούτε τα εκ χρυσού και αργύρου νεώτερα αφιερώματα που δεν είχαν την σημασίαν ιστορικών κειμηλίων και τα οποία αποτελούσαν ολόκληρον θησαυρόν, ικανόν ν' αποβή πηγή ενισχύσεως σοβαράς όχι μόνο του μακεδονικού, αλλά και του όλου αγώνος».

Είναι απολύτως ενδεικτική για την κατάσταση η επιστολή που απηύθυνε στις 19 Ιουνίου 1821 ο οπλαρχηγός Ρήγας Μάνθος προς τον Παπά: «Μα τι να κάμη κανείς την μικρολογίαν των Αγίων Πατέρων. Αυτή η στυγερά ανελευθεριότης και μικροπρέπεια αυτών μάς εμπόδισεν από πολλά ωφέλιμα και από πολλά αναγκαία. Αμποτε να μεταβάλη ο αναλλοίωτος Θεός την διάθεσίν των, να τους αποδείξη ευσπλάχνους, κριτικούς, γενναίους και ελευθερίους και με δόκιμον νουν. [...] Πλην κανένα γενναίον δεν εύρον εις αυτούς παρά μίαν επίπλαστον πολίτικαν. [...] Φροντίζουν μόνο διά την ασφάλειαν των ιδίων. [...] Φοβούμαι μήπως ο λαός από την πείναν και τας πολλάς θλίψεις του εφορμήση εναντίον των και δεν δυνηθώμεν ν' απαντήσωμεν εις την ορμήν των».

Στα τέλη Ιουνίου οι Αγιορείτες αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι ίδιοι και κάλεσαν με επιστολή τους τον Παπά να υπερασπιστεί το Αγιον Ορος. Ηταν όμως αργά. Οταν μάλιστα εκστράτευσε στη Χαλκιδική για να καταπνίξει την επανάσταση ο Αβδούλ Αμπούδ, οι Αγιορείτες ήταν έτοιμοι να του προσφέρουν γην και ύδωρ. «Οι καλόγηροι», γράφει ο Κόκκινος, «οι εξ αρχής δυσφορούντες διά το ζήτημα των δαπανών, συνηθισμένοι πάντοτε να δέχωνται προσφοράς και από τους πτωχοτέρους πιστούς, χωρίς αυτοί να προσφέρουν ποτέ τίποτα, δεν είχαν συγκινηθή ούτε από τας αυστηράς απαντήσεις του Υψηλάντη και της Υδρας και των Ψαρών προς τας πτωχοπροδρομικάς εκκλήσεις των, ούτε αντελήφθησαν την υποχρέωσίν των, όταν ήλθε η κρισιμωτάτη ώρα της εξαντλήσεως του Παπά και του εκ των Τούρκων κινδύνου. Ο πατριωτισμός των είχε σταματήσει προ της θυσίας των χρημάτων των μονών, τα οποία επί τέλους παρέμεναν νεκρά εις τα χρηματοκιβώτια και άχρηστα εις την κοινωνικήν οικονομίαν και ο πρώτος ενθουσιασμός των διά τον Παπάν μετεβλήθη εις εχθρότητα. Αντί να ενισχύσουν τον ηρωικόν αρχηγόν εις τας τελευταίας αγωνιώδεις προσπαθείας του, συνεσπειρώθησαν περί τας μονάς των και τον κατηρώντο ως υποκινητήν της επαναστάσεως και υπεύθυνον του κακού».

Μοναδική εξαίρεση ο ηγούμενος Ιωακείμ τής (πάντα ξεχωριστής) Μονής Εσφιγμένου, που είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε καταφύγιο στον Παπά και τους πολεμιστές του. Ομως στις 11 Νοεμβρίου 1921 μαζεύτηκαν οι ηγούμενοι των άλλων 19 μονών και ζήτησαν με επιστολή να παραδοθεί ο Παπάς στους Τούρκους και όσοι μοναχοί τον ακολουθούν «να επιστρέψουν στα κελιά τους».

«Η πράξις αυτή», καταλήγει ο Κόκκινος, «δεν είχε δικαιολογίαν και όλα τα καθηγιασμένα ύδατα του Αγίου Ορους δεν είναι δυνατόν ν' αποπλύνουν από αυτό το αίσχος τους δεκαεννέα ηγουμένους που υπέγραψαν την άνω επιστολήν, διά της οποίας έσπευδαν να παραδώσουν εις τον πασάν ένα θύμα τόσης περιωπής διά να μετριάσουν τους άλλους όρους της υποταγής και κυρίως τον αφορώντα την χρηματικήν αποζημίωσιν».

Το συμπέρασμα του ιστορικού είναι ότι «η αλήθεια διά την διαγωγήν των καλογήρων εκείνων είναι πολύ θλιβερά. Ανίκανοι να αισθανθούν κατ' αρχάς την ανάγκην γενναίας προσφοράς διά τον αγώνα, που τον ήθελαν, αλλά με θυσίας των άλλων, έφθασαν εις την ατολμίαν, εκύλισαν εις την ανανδρίαν και κατήντησαν ικανοί διά την χειροτέραν προδοσίαν. Εδέχθησαν να παραδώσουν εις τον εχθρόν ως πρωταίτιον της επαναστάσεως τον Εμμανουήλ Παπάν, τον οποίον προ ολίγων μηνών είχαν ανακηρύξει προστάτην και αρχηγόν της Μακεδονίας αυτοί οι ίδιοι, χωρίς να αγνοούν ότι η τοιαύτη παράδοσίς του ήτο ταυτόσημος με παράδοσιν προς θάνατον».

Τελικά ο Εμμανούλ Παπάς κατόρθωσε να διαφύγει «καταδιωκόμενος από Τούρκους και Ελληνες», όπως αναφέρει ο ιστορικός, αλλά εξαντλημένος από τις κακουχίες πέθανε στο καράβι που τον μετέφερε στην επαναστατημένη Υδρα. 

Σ' αυτή την ανοιχτή προδοσία στηρίζονται λοιπόν τα δικαιώματα της Μονής Βατοπεδίου και των άλλων αγιορείτικων μονών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πάει πολύ να επικαλούνται αυτή τη θλιβερή ιστορία ακόμα και σήμερα οι συντάκτες των διαβόητων συμβολαίων ως τίτλο κυριότητας για τη λίμνη Βιστονίδα.

 

(Ελευθεροτυπία, 11/10/2008)

 

www.iospress.gr