Ο μύθος της "παραπλάνησης" καταρρέει από τα πρακτικά της Βουλής

 

Οι «στημένες επιτροπές» του κ. Κοντού
 

 

Μιλώντας στη Βουλή για το νομοσχέδιο περί δασών, στις 3 Δεκεμβρίου 2003, ο σημερινός υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέξανδρος Κοντός είχε διατυπώσει μια εξαιρετικά σημαντική άποψη για την υπόθεση του Βατοπεδίου, την οποία επρόκειτο να χειριστεί και ο ίδιος λίγους μήνες αργότερα, μαζί με αρκετούς συναδέλφους του στην πρώτη κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή:

«Επειδή μιλούμε για παραχωρήσεις δημοσίων εκτάσεων, αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω μια μικρή παρένθεση, να ξεφύγω λίγο από τον κύριο κορμό του νομοσχεδίου και να καταγγείλω ότι με τις αποφάσεις δύο υπουργών της κυβέρνησης, του κ. Δρυ και του κ. Φωτιάδη, παραχωρούνται -προσέξτε το, κύριοι συνάδελφοι- είκοσι πέντε χιλιάδες στρέμματα θρακικής γης στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Ορους ελαφρά τη καρδία. Οι δύο αυτοί υπουργοί, βασισμένοι σε τεκμήρια ηλικίας που υπερβαίνουν τα χίλια χρόνια, σε εκθέσεις επιτροπών οι οποίες θεωρούνται ότι είναι στημένες, πήραν αποφάσεις οι οποίες είναι και άδικες και κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτες. Ολοι οι φορείς της περιοχής, ανεξάρτητα από το πού πρόσκεινται πολιτικά, με προεξάρχουσα την τοπική Εκκλησία, πρέπει να σας πω ότι αντιστέκονται δυναμικά. Πρέπει να πούμε στην κυβέρνηση ότι αν δεν αναθεωρήσει τις αποφάσεις της, τότε φοβούμαι πολύ ότι θα οδηγηθούμε σε ανεξέλεγκτες και εκρηκτικές καταστάσεις στην περιοχή».

Θυμίζουμε ότι την εποχή που διατυπώθηκε αυτή η άποψη είχε ήδη διεξαχθεί η δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κομοτηνής, μετά την υποβολή αγωγής της μονής εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου για την κυριότητα της Βιστονίδας, και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε ήδη εξαναγκαστεί από την πίεση των τοπικών παραγόντων να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στην υπόθεση.

Το σημαντικότερο σημείο της τοποθέτησης του κ. Κοντού ήταν η εκτίμηση ότι οι εκθέσεις των γνωμοδοτικών επιτροπών «είναι στημένες». Μ' αυτά τα λόγια ο τότε βουλευτής της αντιπολίτευσης εξέφραζε -με κάπως ωμό, είναι αλήθεια, τρόπο- την κοινή πεποίθηση ότι τα γνωμοδοτικά όργανα συνήθως προσδιορίζουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με τις προθέσεις των πολιτικών τους προϊσταμένων και δεν συμβαίνει το αντίθετο, όπως επιχειρούν να μας πείσουν σήμερα οι υπουργοί που εμπλέκονται στην υπόθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να ανακαλέσει την αρχική της απόφαση, ο τότε υφυπουργός Οικονομικών Απόστολος Φωτιάδης «ανέπεμψε» την υπόθεση για νέα γνωμοδότηση στα ίδια όργανα, με την πρόσκληση να μελετηθούν τα «νέα στοιχεία». Ηταν το σαφές μήνυμα της πολιτικής εξουσίας προς αυτά τα όργανα, ότι θα 'πρεπε να ανατρέψουν την αρχική τους γνωμοδότηση, εφόσον άλλη ήταν πλέον και η κυβερνητική βούληση.

Λίγες μέρες μετά τη συνεδρίαση της Βουλής, στις 7 Δεκεμβρίου 2003, ο κ. Κοντός επανέλαβε ακριβώς τα ίδια κατά τη διάρκεια συλλαλητηρίου των φορέων της περιοχής στη Βιστονίδα: «Τα τεκμήρια είναι διάτρητα, οι επιτροπές στημένες. Δεν υπάρχει τίποτε που να βεβαιώνει ότι η γη ανήκει στη Μονή Βατοπεδίου και είναι απαράδεκτο μοναχοί να λειτουργούν ως επενδυτές, να θέλουν να πάρουν τόσο μεγάλη έκταση και η γη αυτή να στερείται από αγρότες της Θράκης. Είμαστε όλοι αντίθετοι με προεξάρχουσα την τοπική Εκκλησία και η πορεία αυτή δείχνει την αντίθεσή μας στις ενέργειες αυτές και βέβαια, λέμε ότι εάν δεν γίνει κυβερνητική παρέμβαση και αν οι υπουργοί δεν πάρουν τις υπογραφές τους πίσω, τότε πιθανώς να οδηγηθούμε σε εκρηκτικές εξελίξεις» (εφ. «Χρόνος», 8/12/03).

Τα λόγια αυτά έχουν εξαιρετική σημασία για όσα ερευνά σήμερα η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Στη διαχείριση της υπόθεσης Βατοπεδίου η κυβέρνηση ακολουθεί τη συνταγή συγκάλυψης που αποδείχτηκε πετυχημένη στα υπόλοιπα πρόσφατα σκάνδαλα: υπερπληροφόρηση της κοινής γνώμης και παράλληλα κινήσεις συμψηφισμού. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι να βαρεθούν την υπόθεση οι πολίτες και να μείνει μια γενική σκιά σε βάρος του πολιτικού κόσμου, χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες για την κυβερνητική πλειοψηφία. Βαριεστημένοι τηλεοπτικοί αστέρες προαναγγέλλουν ήδη ότι η Εξεταστική Επιτροπή δεν θα καταλήξει πουθενά και ότι τελικά πρόκειται για μια ακόμα σύγκρουση των δύο μεγάλων κομμάτων με ιδιοτελή κίνητρα, κατά συνέπεια αδιάφορη.

Είναι χαρακτηριστική η επαναλαμβανόμενη πρόβλεψη του Γιάννη Πρετεντέρη ότι η υπόθεση δεν θα βγάλει πουθενά. «Κοίτα, Ολγα», έλεγε στην κυρία Τρέμη ο σχολιαστής του δελτίου του Mega στις 13/11/08, «εγώ ήμουν πολύ επιφυλακτικός από την αρχή, το θυμούνται οι τηλεθεατές, γι' αυτή την υπόθεση. Τώρα είμαι ανοιχτά απαισιόδοξος. Εγώ δεν πιστεύω ότι θα βγει καμία άκρη στην υπόθεση γιατί εδώ έχουν εμπλακεί δύο αντίθετες κομματικές σκοπιμότητες. Η κομματική σκοπιμότητα της κυβέρνησης να αποδείξουν ότι είναι αθώοι και η κομματική σκοπιμότητα της αντιπολίτευσης να δείξουν ότι είναι ένοχοι. [...] Εγώ αρνούμαι να βγάλω άκρη. Δεν ξέρω κι αν είναι υπέρ της Βουλής όπως εξελίσσεται αυτό το πράγμα. Εννοώ της Βουλής ως θεσμού, με το να διαψεύδει ο ένας τον άλλο και οι μεν τους δε. Οι μάρτυρες είναι κατ' επιλογήν. Οι μεν δικαιώνουν τους μεν, οι άλλοι τους δε και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα βγει κανένα συμπέρασμα από όλη αυτή την υπόθεση».

Βρισκόμαστε, δηλαδή, μόλις ένα βήμα από τη δημόσια αμφισβήτηση αν υπήρξε καν «πολιτικό σκάνδαλο Βατοπεδίου» ή απλώς φταίνε για όλα ο Εφραίμ και σύμπασες οι «γνωμοδοτικές επιτροπές».

Αλλά το ότι πρόκειται περί σκανδάλου αποδεικνύεται από την εσπευσμένη απόφαση της κυβέρνησης να ανακαλέσει όλες τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις (έστω και με την κουτοπονηριά να περιοριστεί κατ' αρχήν στις αποφάσεις της περιόδου του ΠΑΣΟΚ). Σε επίπεδο Δικαιοσύνης η παραδοχή του σκανδάλου καταδεικνύεται από την εξαιρετικά σκληρή και τεκμηριωμένη παραγγελία του κ. Σανιδά, αλλά και τη «μεταχρονολογημένη» έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης που απέτρεψε το καλοκαίρι του 2004 η κυβέρνηση Καραμανλή.

Το μοναδικό ερώτημα που -σύμφωνα με την υπόδειξη Σανιδά- έμενε ανοιχτό ήταν αν οι υπουργοί (και μάλιστα της Νέας Δημοκρατίας, για τους οποίους δεν ισχύει η παραγραφή) υπήρξαν θύματα παραπλάνησης από τα «γνωμοδοτικά όργανα». Με τη σειρά τους όλα τα εμπλεκόμενα κυβερνητικά στελέχη έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά και έχουν δείξει τα «γνωμοδοτικά όργανα».

Ομως πρέπει να είναι κανείς εντελώς υποκριτής για να αποδίδει κυβερνητικές ευθύνες σε «γνωμοδοτικά όργανα». Είναι πασίγνωστο ότι τη «γνώμη» αυτών των οργάνων τη ζητά η εκτελεστική εξουσία μόνο για να αποδώσει νομότυπο κάλυμμα σε προειλημμένες αποφάσεις, ενώ οι γνωμοδοτήσεις εξαρτώνται από τον τρόπο που τίθεται το σχετικό ερώτημα και την επιθυμία του εκάστοτε υπουργού που τους κοινοποιείται ατύπως αλλά σαφώς.

Με την ομιλία του κ. Κοντού που αποκαλύπτουμε σήμερα, αποδεικνύεται, και μάλιστα από τα πρακτικά της Βουλής, ότι οι σημερινοί υπουργοί γνώριζαν από το 2003 πως η παραχώρηση της Βιστονίδας ήταν «κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτη» και θεωρούσαν τα γνωμοδοτικά αυτά όργανα «στημένα»! Πώς είναι δυνατόν να κρύβονται τώρα ο ίδιος ο υπουργός και οι συνάδελφοί του πίσω από αποφάσεις επιτροπών τις οποίες οι ίδιοι θεωρούσαν «στημένες»; Και ποιος μπορεί να πιστέψει ότι ο κ. Κοντός, ο κ. Δούκας, ο κ. Μπασιάκος, ο κ. Κιλτίδης, ο κ. Βουλγαράκης, ο κ. Ρουσόπουλος και ο κ. Καραμανλής παραπλανήθηκαν από εκείνους που είχαν καταγγείλει από το 2003 ως «στημένους»; Τα λόγια του κ. Κοντού τεκμηριώνουν την ύπαρξη γνώσης και κατά συνέπεια προσωπικής ευθύνης του ίδιου και των συναδέλφων του υπουργών.

 

(Ελευθεροτυπία, 22/11/2008)

 

www.iospress.gr