"Η ψευδεπίγραφη δίκη"

 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΓΑΠΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΣΤΟΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟ

 

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟ

Στις 7 Μαΐου 2008 εκδικάζονται, στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, οι εφέσεις για την, ακόμη και τώρα, ψευδεπίγραφα παρουσιαζόμενη ως «δίκη του ΕΛΑ», ΚΑΤΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ (5,5 χρόνια τώρα) ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ του τεκμηρίου αθωότητας, εναντίον τριών συγκεκριμένων ανθρώπων. Ενώ, είναι αποδεδειγμένο και πασίγνωστο ότι πρόκειται για δήθεν δίκη του ΕΛΑ, όπως και δικαστικά προέκυψε, με την απόφαση του δεύτερου δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2005.
Στην ουσία, πρόκειται για την εκδίκαση των εξής δύο εφέσεων :
α) της έφεσης του εισαγγελέα της πρώτης δίκης (9.2.2004 – 11.10.2004), κατά του σκέλους της απόφασης που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη του αδικήματος της «συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση», λόγω παραγραφής.
Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι : Και στην απόφαση του δευτέρου δικαστηρίου, καταχωρούνται πολλαπλές ουσιαστικές παραδοχές για το ίδιο ζήτημα της παραγραφής (ως ανωτέρω), αν και, βεβαίως, το δεύτερο δικαστήριο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί για το αυτό αντικείμενο, σε σχέση με τους τρεις συγκεκριμένους ανθρώπους, δεδομένου ότι έκρινε πως δεν αποδείχθηκε καν η συμμετοχή τους στον ΕΛΑ.
β) της έφεσης του εισαγγελέα της δεύτερης δίκης, κατά αυτής καθ’ εαυτής της απαλλακτικής απόφασης του δευτέρου δικαστηρίου, η οποία, απέρριψε την πρότασή του, για καταδίκες για απλή – ψυχική συνέργεια σε εκρήξεις από άγνωστους δράστες, διαμέσου της δήθεν συμμετοχής στην οργάνωση ΕΛΑ. Ειδικότερα, το δεύτερο δικαστήριο κήρυξε αθώους τους Ειρ. Αθανασάκη, Αγγ. Κανά και Κ. Αγαπίου, αφού, ευθέως δέχθηκε και για τους τρείς ότι : «δεν αποδείχθηκε καν η συμμετοχή τους στην ως άνω οργάνωση και συνακόλουθα στην πρόκληση των εκρήξεων» (οράτε και κατωτέρω στο παρόν κείμενο).
Η ΤΡΙΤΗ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΕΦΕΣΗ, αυτή που έγινε στις 11 Οκτωβρίου 2004, από τους καταδικασθέντες σε 1174 χρόνια φυλάκισης, για απλή – ψυχική συνέργεια σε όλες συλλήβδην τις ενέργειες του ΕΛΑ, χωρίς να υπάρχει καμία απολύτως πραγματική και αληθινή απόδειξη, στην βάση και μόνο της απολύτως αυθαίρετης και αναπόδεικτης παραδοχής περί της δήθεν «συμμετοχής στον ΕΛΑ», των τριών συγκεκριμένων ανθρώπων, ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΝΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΕΞΕΤΑΣΤΕΙ, δεδομένου ότι : Κατ’ ουσίαν και κατά περιεχόμενο, η χρονικά μεταγενέστερη απόφαση του δευτέρου δικαστηρίου, της 1ης Ιουλίου 2005, ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ, καθ’ ολοκληρίαν και κατ’ απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο, όλα όσα διακήρυσσαν και υποστήριζαν από την πρώτη στιγμή και μέχρι τώρα αυτοί οι τρεις άνθρωποι : Ότι δηλαδή, πρόκειται για μια εναντίον τους, εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένη πλεκτάνη, καθόσον δεν υπάρχει καμιά πραγματική και αληθινή απόδειξη για συμμετοχή τους στον ΕΛΑ και βεβαίως, για την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή τους σε κάθε μια και στο σύνολο των ενεργειών αυτής της οργάνωσης.
Ήδη, στις δύο δίκες που έχουν γίνει για την υπόθεση αυτή, έγινε απολύτως καταφανές, ότι: Στην ουσία επρόκειτο για μια σχεδιασμένη και μεθοδευμένη πλεκτάνη και σκευωρία με σκοπό την «εκπλήρωση – επίτευξη» των, εξ΄ αρχής, πασίγνωστων σκοπιμοτήτων, που προϋπέθεταν και συνεπάγονταν και την επιδίωξη – στόχο της, κάθε είδους, εξόντωσης των τριών συγκεκριμένων ανθρώπων, με την συνεχή κατάχρηση εξουσίας και με την διαρκή τέλεση πολλαπλών και εξακολουθητικών παρανομιών και κατασκευών σε βάρος τους, κατάσταση η οποία, επιτέλους, πιστεύουμε ότι πρέπει να σταματήσει.
Οι παραπάνω στόχοι – επιδιώξεις, επετεύχθησαν, παροδικά μεν (αν και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, 5,5 χρόνια τώρα), οδυνηρά δε, και «σφραγίστηκαν» με το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης (11.10.2004), όπου, χωρίς κανένα στοιχείο και χωρίς, βεβαίως, καμμία απόδειξη, καταδικάστηκαν σε 1174 χρόνια φυλάκισης, ως δήθεν απλοί συνεργοί σε όλες, συλλήβδην, τις ενέργειες του ΕΛΑ (απλή – ψυχική συνδρομή σε άγνωστους δράστες, όπως το ίδιο το πρώτο δικαστήριο την χαρακτήρισε).
Όμως, στη δεύτερη δίκη (από 7 Φεβρουαρίου 2005 έως την 1η Ιουλίου 2005) η συνολική αυτή πλεκτάνη και οι συνεχείς σκευωρίες, μεθοδεύσεις και παρανομίες αποκαλύφθηκαν και κατέρρευσαν ολοκληρωτικά και έτσι :
α) Το δεύτερο και χρονικά μεταγενέστερο δικαστήριο, εξέδωσε απαλλακτική απόφαση, διατυπώνοντας ρητά και ξεκάθαρα στο σκεπτικό του την δικανική του πεποίθηση ότι «η Ειρ. Αθανασάκη, ο Αγγ. Κανάς και ο Κ. Αγαπίου δεν αποδείχθηκε ότι ήταν μέλη του ΕΛΑ», καθόσον μάλιστα:
Η υποτιθέμενη και πολυδιαφημιζόμενη ως βασική μάρτυρας (Σοφία Κυριακίδου), όπως και όσοι ακόμη χρησιμοποιήθηκαν και καθοδηγήθηκαν για την στήριξη κατασκευασμένων και ψευδών στοιχείων και «κατηγοριών», αποδείχθηκαν περίτρανα ως κατασκευασμένοι προς τούτο μάρτυρες, δηλαδή ψευτο - μάρτυρες, γεγονός το οποίο, άλλωστε, ήταν ήδη εξ αντικειμένου προφανές και πασίγνωστό σε όλους, από την προδικασία, πριν καν να ξεκινήσει η διεξαγωγή της πρώτης δίκης. Παρά ταύτα, οι επαίσχυντες κατασκευές αυτού του είδους, αποτέλεσαν το βασικό στήριγμα της συνολικής πλεκτάνης και της αντίστοιχης σκευωρίας – μεθόδευσης. Επίσης, στο δεύτερο δικαστήριο, αποδείχθηκε επιπλέον και αποκαλύφθηκε, ότι : αυτό το γεγονός μπορούσε και όφειλε να είχε καταδειχθεί στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας του πρώτου δικαστηρίου (9.2.2004 – 11.10.2204), το οποίο όμως, εσκεμμένα απέτρεψε αυτήν την, κατά τα άλλα, απλή και εύκολη αποκάλυψη – κατάδειξη.
β) Κατά την ακροαματική διαδικασία της δεύτερης δίκης (7 Φεβρουαρίου 2005 – 1 Ιουλίου 2005), απορρίφθηκε από το δικαστήριο η χρησιμοποίηση, ως στοιχείων, των «έγγραφων» - σκουπιδιών των μυστικών υπηρεσιών, καθώς και των κάθε είδους υπό- προϊόντων και παρά- προϊόντων τους, δεδομένου ότι το ίδιο το δικαστήριο, αρνήθηκε να προχωρήσει στις επί τούτου εξόφθαλμες παραβάσεις που είχε διαπράξει (μαζί με τις πολλές άλλες) το πρώτο δικαστήριο.
γ) Επίσης, το δεύτερο δικαστήριο, απέρριψε την ναζιστικής εμπνεύσεως θεωρία της «συλλογικής ευθύνης», όπως βεβαίως και την επιλεκτική εφαρμογή της εναντίον συγκεκριμένων ανθρώπων, ως νομικό έκτρωμα, στο οποίο είχε βρει καταφύγιο το πρώτο δικαστήριο.
Η ξεκάθαρη και απαλλακτική απόφαση της 1ης Ιουλίου 2005, όμως : εμποδίστηκε –παράνομα και απροκάλυπτα και κατά πρωτοφανή τρόπο, επί τρία σχεδόν χρόνια τώρα - από το να παράγει ως όφειλε, τα άμεσα έννομα αποτελέσματα της για τους απαλλαγέντες. Και αυτό παρότι : επρόκειτο και πρόκειται για δικαστική απόφαση χρονικά μεταγενέστερη, απαλλακτική - αθωωτική, εκδοθείσα από ομοιόβαθμο Δικαστήριο και, πέραν πάσης αμφιβολίας, πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο και περιεχόμενο με την χρονικά προγενέστερη. Στο δε σκεπτικό της, ήταν και είναι απολύτως ξεκάθαρη και για τους τρεις παραπάνω αναφερθέντες συγκεκριμένους ανθρώπους : «Δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή τους στην οργάνωση ΕΛΑ και κατά αναγκαία (βεβαίως) συνέπεια δεν συμμετείχαν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε καμιά από τις ενέργειες αυτής της οργάνωσης».
Ενόψει της συνεκδίκασης, στις 7 Μαΐου 2008, στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, των εφέσεων, όπως παραπάνω αναφερθήκαμε, θεωρούμε απαραίτητο να δηλώσουμε και να υπογραμμίσουμε ότι : Δεν θα είναι ανεκτή η επανάληψη και η συνέχιση των παραβιάσεων και των παρανομιών που έχουν συμβεί εναντίον των τριών αυτών συγκεκριμένων ανθρώπων. Απαιτούμε από κάθε αρμόδιο όργανο να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου, με το νόημα και το περιεχόμενο της δικαιοσύνης, το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τους υπάρχοντες νόμους, όπως και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της στοιχειώδους ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ και ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑΣ, αλλά και της θεμελιώδους ΛΟΓΙΚΗΣ, στις οποίες απαιτήσεις, όλα τα παραπάνω οφείλουν και να βασίζονται και να τα ακολουθούν, ώστε να σταματήσει αυτή η κατάσταση σε βάρος τους και ώστε να αναζητηθούν οι ευθύνες και οι έχοντες αυτές για την μεθοδευμένη εφαρμογή και εξέλιξη αυτής της πλεκτάνης, εναντίον τους.
Επισημαίνουμε ακόμη ότι: η επίσημη προαναγγελία της συνεκδίκασης των ως άνω εφέσεων και πάλι, ως «δίκης του ΕΛΑ» (και μάλιστα στις φυλακές Κορυδαλλού) σε έγγραφα της διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, παραβιάζει και πάλι απροκάλυπτα το τεκμήριο αθωότητας και μάλιστα, ευθέως υποδεικνύει στους δικαστές να θεωρήσουν ως δήθεν «δεδομένη» την ιδιότητα του μέλους του ΕΛΑ, σε προφανή απαξίωση της απαλλακτικής απόφασης της 1ης Ιουλίου 2005, η οποία απόφαση επιχειρείται, παρανόμως και ετσιθελικά, να ακυρωθεί. Η προσπάθεια αυτή οφείλει να αποκρουσθεί και να μην επιτευχθεί, για μια ακόμη φορά, η εν τοις πράγμασι ακύρωση – εξαφάνιση της δεύτερης απόφασης.
 

 

 

(Ελευθεροτυπία, 27/6/2009)

 

www.iospress.gr