Κουτσουρεμένη δημοσιεύτηκε η Εκθεση Ουάλας


Ολίγη από ντοκουμέντο 

 

Ενα ιστορικό ντοκουμέντο μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά, επτά χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του στο εξωτερικό. Οι επιμελητές χαιρετίζουν την έκδοσή του σαν ανακάλυψη ενός «ιστορικού τεκμηρίου αναμφισβήτητης σημασίας», που έρχεται να φωτίσει άγνωστες στιγμές του παρελθόντος αλλά και να συμβάλει στην ανατροπή «κατεστημένων» βεβαιοτήτων, με αποτέλεσμα «το ιστοριογραφικό μήνυμά του [να] παραμένει επίκαιρο και σήμερα». Οσοι επιστήμονες σχετικοποιούν τη σημασία του ευρήματος (ή των διαστάσεων που του αποδίδονται) καταγγέλλονται σαν υπέρμαχοι λογοκρισίας κι επίγονοι των διωκτών του ...Γαλιλαίου. Μόνο που το επίμαχο ντοκουμέντο έχει το ίδιο λογοκριθεί, και μάλιστα αγριότατα, από τους ίδιους που το αναγόρευσαν σε κλειδί της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας!

Αναφερόμαστε στο τελευταίο κεφάλαιο της ελληνικής «διαμάχης των ιστορικών». Του επιστημονικό-δημοσιογραφικού δηλαδή σίριαλ που ξεκίνησε το Μάρτιο του 2004 με την πομπώδη αυτοπαρουσίαση από τους καθηγητές Στάθη Καλύβα (του Γέιλ) και Νίκο Μαραντζίδη (του Πανεπιστημίου Μακεδονίας) ενός «νέου ιστοριογραφικού ρεύματος», το οποίο φιλοδοξούσε ν’ αποτελέσει την «επιστημονική απάντηση» στους κυρίαρχους «μύθους» της Αριστεράς για τη δεκαετία του ’40.

Τα βασικά χαρακτηριστικά, οι ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές λαθροχειρίες του εν λόγω «ρεύματος», που επικεντρώνεται στην πολιτική αποκατάσταση του ένοπλου δωσιλογισμού (σαν «αμυντικής» τάχα βίας απέναντι στην «ερυθρά τρομοκρατία» του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) και στην απαλλαγή της μεταπολεμικής κρατικής εξουσίας από τις ευθύνες για τη «λευκή τρομοκρατία» που πυροδότησε τον Εμφύλιο του 1946-49, έχουν αναλυθεί εκτενώς απ’ τον «Ιό» («Κ.Ε.» 5.12.04). Οπως πληροφορούμαστε άλλωστε από μεταγενέστερο αυτοβιογραφικό κείμενο του Καλύβα σε ισπανόφωνο περιοδικό, η ίδια η διακηρυκτική εμφάνιση του «ρεύματος» προκλήθηκε (ή επισπεύσθηκε) από ένα δικό μας δημοσίευμα, στο οποίο καταγράφονταν οι διάσπαρτες προσπάθειες αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών από την υπό διαμόρφωση «νέα δεξιά ιστοριογραφία» («Κ.Ε.» 26.10.03).

Η δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε τότε κατέληξε σε παταγώδη ήττα των εκφραστών του «νέου ρεύματος», καθώς αποκάλυψε τη φτώχεια τόσο των επιχειρημάτων όσο και του πραγματολογικού υλικού που αυτοί επικαλούνταν. Παρά την αρχική εκ μέρους τους καταγγελία της «φετιχοποίησης των γραπτών ντοκουμέντων» σαν σοβαρό «μεθοδολογικό πρόβλημα» της ελληνικής ιστοριογραφίας, αυτοί οι τελευταίοι στράφηκαν έτσι στη συνέχεια στην αναζήτηση πρωτογενών πηγών που να ενισχύουν κάπως τα ερμηνευτικά σχήματά τους περί «αντιλαϊκού χαρακτήρα» και «πρωτογενούς βίας» του εαμικού κινήματος.

Το πιο πρόσφατο πόνημα του είδους υπήρξε η κυκλοφορία, το Νοέμβριο του 2009, μιας πολυσέλιδης έκθεσης του βρετανού ταγματάρχη Ντέιβιντ Ουάλας (29.8.1943) με τίτλο «Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα» (εκδ. Ωκεανίδα). Μεταφραστής κι επιμελητής είναι ο δικηγόρος Πέτρος Μακρής-Στάικος, συγγραφέας ενός από τα προδρομικά βιβλία του «νέου ρεύματος» που κυκλοφόρησε το 2000 από τις ίδιες εκδόσεις. Το εισαγωγικό δε σημείωμα έχει γραφτεί από το Στάθη Καλύβα, που διαπιστώνει πως «το ιστοριογραφικό μήνυμα του Ντέιβιντ Ουάλας παραμένει επίκαιρο και σήμερα» (σ.42).

Αυτή καθ’ εαυτή, η έκθεση Ουάλας δεν μας διαφωτίζει βέβαια ιδιαίτερα για τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν στην κατοχική Ελλάδα. Ο συντάκτης της έμεινε άλλωστε στην περιοχή της Πίνδου 26 όλες κι όλες μέρες, εκ των οποίων τις 4 τις πέρασε με το Ζέρβα κι ηγετικά στελέχη του ΕΔΕΣ και τις υπόλοιπες 22 στο Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, παρακολουθώντας τα διπλωματικά παζάρια μεταξύ των ηγεσιών των αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) και της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Το πραγματικό ενδιαφέρον του ντοκουμέντου συνίσταται, αντίθετα, στο χαρακτήρα του ως ένας ενδοϋπηρεσιακός λίβελος κατά της πολιτικής της βρετανικής στρατιωτικής υπηρεσίας SOE, στην οποία υπαγόταν η εν Ελλάδι στρατιωτική αποστολή και η οποία πριμοδοτούσε το αντάρτικο σε βάρος των παραδοσιακών αντιδραστικών στηριγμάτων της βρετανικής πολιτικής (ιδίως της μοναρχίας, με την παλινόρθωση της οποίας ήταν αντίθετο το σύνολο των μάχιμων αντιστασιακών δυνάμεων κι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού). Από την υπάρχουσα βιβλιογραφία γνωρίζουμε πως η συγκεκριμένη έκθεση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη στροφή του Λονδίνου κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στην πυροδότηση των πρώτων εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στο τελευταίο και τις δεξιές αντιστασιακές οργανώσεις (Χάγκεν Φλάισερ, «Στέμμα και σβάστικα», τ.Α΄, Αθήνα 1990, σ.459-60).

Ο ενδοϋπηρεσιακός κυρίως χαρακτήρας της έκθεσης επιβεβαιώνεται εν θερμώ από το βρετανό πρεσβευτή (στην εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου) Ρέτζιναλντ Λίπερ: «Εάν είχε γράψει την αναφορά του αμέσως μετά την άφιξή του», σημειώνει για τον Ουάλας στην επιστολή που συνοδεύει την έκθεση, «η εκ μέρους του θεώρηση των πραγμάτων δεν θα ήταν τόσο ξεκάθαρη όσο είναι σήμερα. Ο ίδιος ομολογεί πως για εκείνον αποτέλεσε μεγάλο πλεονέκτημα το ότι παρέμεινε αυτό το διάστημα στο Κάιρο. Στη διάρκειά του, είχε τη δυνατότητα να σκεφτεί το όλο πρόβλημα υπό το φως αυτών που είχε μάθει πριν πάει στην Ελλάδα, αυτών που έμαθε εκεί και αυτών που έζησε στο Κάιρο τις τελευταίες εβδομάδες».

Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο της έκθεσης αντικατοπτρίζει όχι τόσο τις πραγματικές εμπειρίες του ταγματάρχη στην «Ελεύθερη Ελλάδα», όσο την «επανερμηνεία» αυτών των εμπειριών με βάση τη «διαφώτισή» του στο Κάιρο για τις προτεραιότητες και ανάγκες της αγγλικής διπλωματίας!

Το σημαντικότερο τμήμα της έκθεσης, αυτό που καθορίζει το «πραγματολογικό» περιεχόμενό της (και μέσα από το πρίσμα του οποίου θα πρέπει να εξεταστούν οι όποιες πληροφορίες της για την κατάσταση στην κατεχόμενη Ελλάδα) είναι ως εκ τούτου τα κεφάλαια όπου ο συντάκτης της επιτίθεται στη «φιλοεαμική» πολιτική της SOE. Μόνο που αυτά τα τελευταία (2 ½ από τα 12 συνολικά του ντοκουμέντου) έχουν αφαιρεθεί από την ελληνική έκδοση!

Η λογοκριτική αυτή παρέμβαση επισημάνθηκε για πρώτη φορά απ’ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χάγκεν Φλάισερ, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, σε πρόσφατο κείμενό του στο «Βήμα» (10.1.10). Καθώς το πρωτότυπο έγγραφο έχει δημοσιευθεί στα αγγλικά εδώ και μια επταετία από τον καθηγητή Ρίτσαρντ Κλογκ («Greece 1940-1949. A Documentary History», Λονδίνο 2002, σ.117-152), η αντιπαραβολή των δυο εκδοχών δεν ήταν δύσκολο πράγμα. Διαπιστώσαμε έτσι ότι η ελληνική έκδοση των Στάικου-Μακρή και Καλύβα έχει «ξεχάσει» να περιλάβει την τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου 10 («Μελλοντική πολιτική») κι ολόκληρα τα κεφάλαι 11 («SOE») και 12 («Δυο απολογίες»), πεντέμισι δηλαδή σελίδες της αγγλικής έκδοσης (147-152) ή κάτι περισσότερο από το ένα έβδομο του όλου ντοκουμέντου. Και μάλιστα, χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση του ανυποψίαστου αναγνώστη για τον ακρωτηριασμό του σημαντικού αυτού ιστορικού τεκμηρίου. Απεναντίας, ο επιμελητής μας διαβεβαιώνει ρητά πως «δημοσιεύει ολόκληρη την αναφορά» (σ.14).

Ο έλληνας αναγνώστης χάνει έτσι την ευκαιρία να διαπιστώσει πως ο 29χρόνος αριστοκράτης (και κολλητός του άγγλου ΥΠΕΞ Αντόνι Ιντεν) Ουάλας δεν διαφωνεί μόνο με την «κατευναστική» στάση της SOE απέναντι στο ΕΑΜ, αλλά και με τη γενικότερη πολιτική της ανάπτυξης μαζικών αντιστασιακών κινημάτων στην κατεχόμενη Ευρώπη, καθώς αυτή εισάγει στο παιχνίδι παράγοντες ανεξέλεγκτους απ’ τους παραδοσιακούς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς της γηραιάς Αλβιώνας:

«Μου φαίνεται», γράφει, «πως η SOE έχει αναπτυχθεί υπερβολικά σε σχέση με τον αρχικό σκοπό και προθέσεις της. Ενώ σχεδιάστηκε σαν μια διεύθυνση που αποσκοπούσε στην τοποθέτηση χειροβομβίδων στα παντελόνια των δωσίλογων αστυνομικών και στην ανάληψη περιορισμένων επιχειρήσεων υλικού σαμποτάζ, τώρα από τη μια διευθύνει στρατιές από δεκάδες χιλιάδες άντρες, κι από την άλλη διεξάγει το μοναδικό τμήμα της εξωτερικής μας πολιτικής που επί του παρόντος έχει άμεσο αντίκτυπο στο εσωτερικό της Ευρώπης» (σ.149-50 του αγγλικού κειμένου).

Κάποιοι έκριναν πως οι έλληνες αναγνώστες δεν χρειάζεται να πληροφορηθούν το πολιτικό πρίσμα, μέσα από το οποίο ένας κατεξοχήν εκφραστής της αυτοκρατορικής λογικής έβλεπε την «αναστάτωση» της ελληνικής υπαίθρου από τον ΕΛΑΣ, «αυτούς τους μασκαράδες που διοικούνται από δασκάλους» (σ.146). Αρκούν φαίνεται οι υψηλές αναλύσεις του για τους «πραγματικούς» στόχους του ΕΑΜ με βάση το απλουστευτικό αξίωμα ότι (αντίθετα προφανώς από τους διπλωμάτες του βρετανικού στέμματος) «οι κομμουνιστές ουδέποτε λένε αυτά που εννοούν, ούτε και εννοούν αυτά που λένε» (σ.66)...

 

(Ελευθεροτυπία, 16/1/2010)

 

www.iospress.gr