Επανάληψη της Δίκης των Εξι ετοιμάζει ο Αρειος Πάγος


Η «αναψηλάφηση» της Iστορίας 

 

Μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Δικαιοσύνη να υποκαταστήσει το έργο των ιστορικών;

Στις 20 Δεκεμβρίου 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάσισε την επανάληψη της ιστορικής «Δίκης των Έξι» (1922). Της συνοπτικής, με άλλα λόγια, διαδικασίας με την οποία ένα έκτακτο στρατοδικείο, που συστήθηκε ειδικά για την περίσταση την επαύριο της μικρασιατικής καταστροφής από το «επαναστατικό» στρατιωτικό καθεστώς των Πλαστήρα-Γονατά, δίκασε εντός δεκαπενθημέρου και καταδίκασε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία τη μέχρι τότε ανώτατη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας: τρεις πρωθυπουργούς (Δημήτριο Γούναρη, Νικόλαο Στράτο, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη), έναν υπουργό Στρατιωτικών (Νικόλαο Θεοτόκη), έναν υπουργό Εξωτερικών (Γεώργιο Μπαλτατζή) και τον τελευταίο αρχιστράτηγο του μετώπου (Γεώργιο Χατζηανέστη). Οι καταδικασθέντες εκτελέστηκαν στο Γουδή, με αποτέλεσμα τον αποκεφαλισμό της αντιβενιζελικής παράταξης για μια δεκαετία.

Ήταν εμφανώς μια δίκη πολιτικής σκοπιμότητας. Όχι μόνο με τη στενή έννοια, της εξόντωσης δηλαδή της αντίπαλης πολιτικής ηγεσίας, αλλά και με την έννοια της συμβολικής θυσίας που κρίθηκε απαραίτητη για την εκτόνωση της συσσωρευμένης λαϊκής οργής.

«Ολόκληρος η χώρα είναι ανάστατος», περιγράφει χαρακτηριστικά το κλίμα των ημερών ένας αγωνιστής της τότε κομμουνιστικής Αριστεράς. «Οργή και αγανάκτηση παντού. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ένοπλους στρατιώτες που δεν πειθαρχούν σε κανέναν. Χιλιάδες και χιλιάδες πρόσφυγες γυμνοί και πεινασμένοι κατακλύζουν τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες. Οι αρχές έχουν παραλύσει και ουσιαστικά είναι ανύπαρκτες. Στη Ραιδεστό οι αρχές καταλύονται, διαδηλώσεις συγκροτούνται και κόκκινες σημαίες κάνουν την εμφάνισή τους. Η βασική αποστολή της στρατιωτικής ‘επανάστασης’ ήταν φυσικά να σώσει το καπιταλιστικό καθεστώς. Και για να δαμάσουν τα εξαγριωμένα πλήθη τους ρίχνουν τα πτώματα των πέντε υπουργών και του αρχιστρατήγου» (Άγις Στίνας, «Αναμνήσεις», 2η έκδοση, Αθήνα 1985, σ.62-3).

Από τεχνική άποψη, η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου ήταν άκρως προβληματική. Οι έξι βασικοί ηγέτες της χώρας κατά τη διετία 1920-22 κρίθηκαν ένοχοι ότι, στο διάστημα ακριβώς της διακυβέρνησής τους, «συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας» και συγκεκριμένα:

(α) «δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού […] ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού».

(β) οι πέντε πολιτικοί «εκ προθέσεως παρεκίνησαν» τον αρχιστράτηγο, «προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ’ απάτης, πειθούς και φορτικότητος» να προκαλέσει την κατάρρευση του μετώπου. Αυτός δε, υπακούοντας, «παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού», με αποτέλεσμα την καταστροφή.

Το κείμενο της απόφασης είναι φυσικά αναιτιολόγητο, η δε ανάγνωση των πρακτικών κάθε άλλο παρά πείθει για τη σοβαρότητα της διαδικασίας. Η «υπονόμευση» π.χ. του στρατού από έναν έβδομο κατηγορούμενο, τον Ξενοφώντα Στρατηγό (που καταδικάστηκε απλώς σε ισόβια με το ελαφρυντικό της «μετρίας συγχύσεως»), στηρίχθηκε σ’ ένα δημοσιογραφικό κείμενό του για τις μάχες του Σαγκάριου, με το φοβερό επιχείρημα ότι εκεί γινόταν αναφορά στις …καλές αμυντικές οχυρώσεις των Τούρκων (κι έτσι υπονομευόταν το ηθικό του ελληνικού λαού και στρατού)! Ανάλογης ποιότητας υπήρξαν και τα λοιπά τεκμήρια της «εσχάτης προδοσίας».

Αν η κατηγορία της συνειδητής προδοσίας έμπαζε, δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο με τους ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» εκατομμυρίων Ελλήνων ικανοποιήθηκε με τη θανατική καταδίκη κι εκτέλεση των έξι ηγετών. Οι τελευταίοι είχαν υπερψηφιστεί στις εκλογές του 1920 για βάλουν ένα τέλος στους διαδοχικούς πολέμους μιας οκταετίας. Αντί γι’ αυτό, προχώρησαν σε γενική επιστράτευση και κλιμάκωση του πολέμου, στέλνοντας εκατοντάδες χιλιάδες κληρωτούς στα βάθη της Ασίας – «σε έδαφος ξένο κι εχθρικό, που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε μα και [εξακολουθούσε να] είναι ελληνικό» (Σεραφείμ Μάξιμος). Στο εσωτερικό οικοδόμησαν προοδευτικά ένα πρωτοφασιστικό καθεστώς, ακριβώς για να καταστείλουν τις αυξανόμενες εκδηλώσεις της λαϊκής δυσαρέσκειας. Όσο για τους μικρασιάτες πρόσφυγες, ανεξαρτήτως της στάσης τους απέναντι στην εκστρατεία, ήξεραν καλά ότι τον Ιούλιο του 1922, στις παραμονές ακριβώς της (προβλεπόμενης από τους πάντες) κατάρρευσης του μετώπου, η κυβέρνηση των «έξι» απαγόρευσε δια νόμου την είσοδό τους -ως «αλλοδαπών»- στην ελληνική επικράτεια, παραδίδοντάς τους έτσι βορά στην εκδίκηση των κεμαλικών. Μόνο που καμιά κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να στήσει στον τοίχο τους προκατόχους της για το πραγματικό έγκλημά τους: η «πατριωτική» πλειοδοσία, ακόμη κι όταν οδηγεί σε εθνική καταστροφή, είναι αδιανόητη ως αδίκημα στις εθνικά συντεταγμένες πολιτείες. Η επινόηση της «εσχάτης προδοσίας» πρόκυψε ως εκ τούτου ως η μόνη δυνατή λύση.

Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της -αρκετά μακρινής- Ιστορίας. Το ερώτημα που αφορά το σήμερα είναι άλλο: ποια λογική μπορεί να εξυπηρετεί η «επανάληψη» μιας τέτοιας δίκης, ένα σχεδόν αιώνα μετά το ίδιο το γεγονός; Το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο απ’ τον εγγονό ενός από τους «έξι» και θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν προσπάθεια συμβολικής αποκάθαρσης του οικογενειακού μητρώου. Ταυτόχρονα, βέβαια, λειτουργεί ως απροσδόκητη αναγνώριση της νομιμότητας μιας αυταπόδεικτα διαβλητής «έκτακτης» διαδικασίας: φαντάζεται π.χ. κανείς την οικογένεια του Μπελογιάννη να ζητά την «επανάληψη» της δίκης του για κατασκοπία;

Η ουσία του ζητήματος δεν βρίσκεται όμως στην υποβολή του αιτήματος, αλλά στην αποδοχή του απ’ το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Και μάλιστα με αρκετά προβληματικό, από νομική άποψη, σκεπτικό: όπως διαπιστώνουμε από τα σχετικά δημοσιεύματα, τα «νέα στοιχεία» που επιστρατεύθηκαν για να δικαιολογήσουν την αναψηλάφηση δεν είναι παρά κάποιες δηλώσεις βενιζελικών πολιτικών, γνωστές ήδη από τη δεκαετία του 1930!

Η επισκόπηση των αντιδράσεων μας δίνει, ίσως, ένα πρώτο κλειδί για την ερμηνεία της υπόθεσης. Με λιγοστές εξαιρέσεις (όπως το «Παρόν» του Μάκη Κουρή, που αναρωτήθηκε ρητορικά μήπως πρέπει να «επαναληφθεί» και η δίκη του Ιησού), η πλειοψηφία του «εθνικού χώρου» υποδέχθηκε με πανηγυρισμούς την απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ισχυρό φιλοβασιλικό υπόστρωμα της παράταξης εξηγεί εν μέρει αυτό τον ενθουσιασμό. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Η στάση κάποιων άλλων παραγόντων, του λεγόμενου π.χ. «ποντιακού κινήματος», μας επιτρέπει μια δεύτερη, εναλλακτική ερμηνεία: όπως ακριβώς η κατασκευή της «εσχάτης προδοσίας» υπήρξε το περιτύλιγμα για να καταδικαστεί η αδιέξοδη και καταστροφική διεξαγωγή ενός πολέμου χαμένου από χέρι, σε πλήρη αντίθεση με την εκφρασμένη λαϊκή βούληση, έτσι και η αναίρεσή της αναμένεται να λειτουργήσει σαν μια συμβολική επανανομιμοποίηση αυτού ακριβώς του πολέμου. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το δίκαιο αίτημα των παλαιμάχων του κυπριακού «1974», να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του πολεμιστή, επιστρατεύεται ως όχημα για το εθνικόφρον ξαναγράψιμο της κυπριακής τραγωδίας και την ουσιαστική δικαίωση των εγκληματικών τυχοδιωκτισμών της «υπερπατριωτικής» χούντας Ιωαννίδη. Ενδεικτική είναι και η χρονική συγκυρία, κατά, την οποία υποβλήθηκε η αίτηση για επανάληψη της «δίκης των έξι»: Ιανουάριος του 2008, στον απόηχο της δημόσιας αντιπαράθεσης για το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού.

Η σπουδή του Ανώτατου Δικαστηρίου να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα έρχεται, ωστόσο, σε χτυπητή αντίθεση με την κατηγορηματική άρνησή του να επανεξεταστεί μια άλλη, πιο πρόσφατη σκοτεινή σελίδα της ελληνικής δικαιοσύνης. Αναφερόμαστε στη δίκη του 1949 για τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ και την (πανθομολογούμενα άδικη) καταδίκη σε ισόβια του σαλονικιού συναδέλφου του Γρηγόρη Στακτόπουλου, ως συνεργού των υποτιθέμενων εκτελεστών. Μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, μεταξύ 1979 και 2007, ο Άρειος Πάγος έχει απορρίψει τέσσερις διαδοχικές αιτήσεις -αρχικά του ίδιου του Στακτόπουλου κι εν συνεχεία της χήρας του- για επανάληψη της διαδικασίας. Κι ας έχουν στο μεσοδιάστημα προκύψει πλήθος νέα στοιχεία, που ανατρέπουν εκ βάθρων το συγκεκριμένο κατηγορητήριο. Ένας απλός δημοσιογράφος, που «έσπασε» στην πολυήμερη βασανιστική ανάκριση κι «ομολόγησε» ανύπαρκτες ενέργειες, δεν έχει άλλωστε το κοινωνικό βάρος τριών πρωθυπουργών κι ενός αντιστρατήγου…

 

(Ελευθεροτυπία, 13/2/2010)

 

www.iospress.gr