Ποιος θα τολμήσει μια "Εξεταστική" για την Ολυμπιάδα;


Τότε που ήταν τα ευρώ φυστίκια 

 

Κορυφώθηκε τις τελευταίες μέρες στο δημόσιο διάλογο η ατελείωτη «κολοκυθιά» για τις ευθύνες των διαδοχικών κυβερνήσεων στη σημερινή δημοσιονομική κρίση της χώρας. Τελευταία αφορμή δόθηκε με την ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι θα προτείνει τη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής που θα διερευνήσει τον τρόπο που δημοσιεύονταν (ή μαγειρεύονταν) τα επίσημα στοιχεία για την ελληνική οικονομία.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται για πρώτη φορά και ο τρόπος που μεθοδεύτηκε η είσοδος της Ελλάδας στην ΟΝΕ, κάτι που μέχρι σήμερα απέφευγαν τα δυο μεγάλα κόμματα, θεωρώντας ότι όπως και να ‘γίνε, καλώς έγινε.

Σ’ αυτή την ανταλλαγή επιχειρημάτων ακούγονται περίπου τα πάντα. Και οι πάντες έχουν δίκιο. Γιατί βέβαια έχει δίκιο η κυβέρνηση όταν αποδίδει στις κυβερνήσεις Καραμανλή την παραποίηση των πραγματικών δημοσιοοικονομικών στοιχείων, αλλά από τη μεριά της έχει δίκιο και η Νέα Δημοκρατία όταν θυμίζει τη «δημιουργική λογιστική» των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ που προηγήθηκαν. Από την άλλη, η Νέα Δημοκρατία είναι λίγο δύσκολο να πείσει με το επιχείρημα ότι για «εθνικούς λόγους» δεν θα ‘πρεπε να αποκαλυφτεί διεθνώς το πρόσφατο μαγείρεμα, εφόσον το ίδιο είχε κάνει κι εκείνη το 2004 με τη γνωστή απογραφή Αλογοσκούφη. Αλλά και η πρόταση Σαμαρά να αρχίσει ο έλεγχος από το 1981 δεν πείθει για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το επιτελείο του αυτή την κρίσιμη κατάσταση.

Το μόνο που δεν τολμά να θίξει κανείς σ’ αυτή την ατέρμονη ανταλλαγή αλληλοκατηγοριών για τον τρόπο που διογκώθηκε το δημόσιο χρέος είναι το μεγάλο ταμπού της περασμένης δεκαετίας, η υλοποίηση του «εθνικού οράματος», δηλαδή η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Με εξαίρεση κάποιες νύξεις στον Τύπο και ειδικά την πρόσφατη αναφορά του Φίλιππου Συρίγου από την «Ε» («Συνωμοσία σιωπής», 5.2.2010) αυτή η σύνδεση αποφεύγεται από όλους τους κατά τα άλλα λαλίστατους εκπροσώπους και των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων.

Όμως το τεράστιο κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων (που επισήμως υπολογίστηκε σε 11,2 δις. ευρώ, όμως ανεπίσημες κυβερνητικές πηγές το ανέβαζαν στα 20 δις. ευρώ) ήταν αυτό που εκτόξευσε το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ ο τρόπος που μεθοδεύτηκε η διοργάνωσή τους είναι η πηγή όλων των άλλων σκανδάλων που μας απασχολούν, με πρώτο ανάμεσά τους το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Διαλέγουμε σήμερα να μιλήσουμε μέσα απ’ τα λόγια του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Όχι μόνο γιατί υπήρξε ένας από τους πρώτους και πιο συνεπείς πολέμιους αυτής της καταστροφικής σύγχρονης μεγάλης ιδέας, αλλά και επειδή κανείς δεν μπορεί να του αποδώσει «ακραίες», «απόλυτες» ή «αντιευρωπαϊκές» απόψεις.

Μιλώντας στην «Κυριακάτικη Αυγή», μια βδομάδα μετά την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Παπαγιαννάκης εξηγούσε τους λόγους που το σκάνδαλο αυτό πρέπει να θεωρηθεί πηγή όλων των άλλων σκανδάλων:

«Η αντίρρησή μου στους Αγώνες δεν ήταν αν η Ελλάδα μπορεί ή δεν μπορεί να τους κάνει. Ηταν εναντίον της ίδιας της αντίληψης των Αγώνων. Δηλαδή των χορηγών, της ντόπας, του πρωταθλητισμού. Πέραν αυτών, υπάρχει το γιγάντιο κόστος. Πρόκειται για ιλιγγιώδη ποσά, φαραωνικού τύπου, τα οποία ήδη έχουν σχέση με την εκτόξευση του δημοσίου χρέους και του ελλείμματος της χώρας. Μια κοινωνία πρέπει να κάνει επιλογές πού ξοδεύει τα λεφτά της. Σκεφτείτε μόνο ότι για την ασφάλεια ξοδέψαμε δυο γέφυρες του Ρίου-Αντιρρίου. Μιλάω για το οικονομικό μέγεθος που ήταν γιγάντιο και δεν άξιζε τον κόπο. Το δεύτερο είναι η τεράστια ανισορροπία που έφερε στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας, γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, που πιστεύω ότι θα γίνουν και αποδείξεις, για τη μετακίνηση γιγαντιαίων κονδυλίων από μεγάλα έργα και διάφορες παρεμβάσεις στην επαρχία που πέρασαν δια ολισθήσεως στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Επίσης η ζημιά στο περιβάλλον. Για παράδειγμα οι ελεύθεροι χώροι της Αθήνας. Σε ένα διάστημα 2-3 χρόνων πήραν όλους τους ελεύθερους χώρους και τους κάλυψαν. Επομένως, η οικονομική διάσταση, η περιφερειακή διάσταση, η οικολογική διάσταση μου αρκούν για να είμαι αντίθετος. Να προσθέσω και την ιδεολογική φόρτιση που είναι απαράδεκτη. Μεγάλη ιδέα, εθνικισμός, κρατισμός, λατρεία του πρωταθλητισμού, θεοποίηση του χρυσού μεταλλίου, και βεβαίως το ντόπινγκ που τώρα ανακαλύψαμε» (Συνέντευξη στον Ανδρέα Παπαδόπουλο, 5.9.2004).

Ο Παπαγιαννάκης εξηγούσε και τους λόγους που εκτινάχτηκε τόσο ψηλά το κόστος: «Οσα λέγαμε -και που έλεγε και η επίσημη απόφαση του κόμματος που να θυμίσω ήταν αντίθετη στους Αγώνες- επαληθεύτηκαν όλα. Τίποτα δεν ήταν υπερβολικό. Μάλιστα οι προβλέψεις που κάναμε για τα ελλείμματα αποδείχτηκαν αρκετά μετριοπαθείς. Το κόστος θα είναι τριπλάσιο από ό,τι είχαμε υπολογίσει.

Γιατί οι επιλογές που επιβλήθηκαν από τους Αγώνες -ακόμα και αυτές που φαίνονται καλές- έπρεπε να γίνουν λόγω των Αγώνων; Επίσης, γιατί δεν γίνονταν άλλες τη στιγμή που κουβεντιάζονταν; Εκεί θέλει μια συζήτηση κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, η Αττική οδός έπρεπε να γίνει. Το ζητούσαν οι αριστεροί πολεοδόμοι από το 1950. Αλλά όλα τα άλλα, όπως ο προαστιακός, ενώ προβλεπόταν χιλιάδες χιλιόμετρα δεν έγινε τίποτα. Εγινε μια γραμμή κουτσή, γιατί δεν είχανε προβλέψει να συνδέσουν τον προαστιακό με το αεροδρόμιο».

Αυτή η ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε αφελής η μεταολυμπιακή ευφορία για την «εθνική» επιτυχία που επικράτησε στην Αθήνα. «Και σε αυτό έχω μια μικρή αμφισβήτηση», έλεγε ο Παπαγιαννάκης. «Στον οποιονδήποτε με στοιχειώδεις ικανότητες του έδινες εν λευκώ χρήση χρημάτων θα μπορούσε να λύσει τα προβλήματα. Αν οι πόροι σου είναι ατέλειωτοι, τότε τι να λέμε. Θα μπορούσα να φέρω δημοσιεύματα του Τύπου τους τελευταίους 5 μήνες όπου ένα προβληματάκι τάδε, μια καθυστέρηση τάδε, έλεγαν κυβέρνηση και διοργανωτές ‘πάρτε 50 εκατ. ευρώ, πάρτε 10 εκατ. ευρώ και λύστε το’. Με συγχωρείτε, αλλά φυστίκια είναι τα ευρώ;»

Εδώ βρίσκεται και η ακρότατη συνέπεια της πολιτικής διαχείρισης εκείνης της εποχής. Γιατί η εξωτερική πίεση «να γίνουν οι Αγώνες όπως πρέπει» οδήγησε σε μια τεράστια σπατάλη, ενώ τα έργα πληρώθηκαν σε πολλαπλάσια από την αξία τους τιμή. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι οι ίδιοι διεθνείς πολιτικοί, οικονομικοί και …εκδοτικοί παράγοντες που έχουν θέσει σε αυστηρή επιτήρηση την Ελλάδα ήταν εκείνοι που πίεζαν το 2004 για την άψογη διεξαγωγή των Αγώνων και προκάλεσαν τότε την εκτόξευση του ελλείμμματος.

Και βέβαια, κάτω από τους όρους που σχεδιάστηκαν οι Ολυμπιακοί, το τελευταίο που ενδιέφερε τους κυβερνώντες (και όσους τους πίεζαν) ήταν η τύχη των έργων. «Ήδη ακούω κάποια πράγματα και ανατριχιάζω», παρατηρούσε ο Παπαγιαννάκης. «Ιππόδρομος, Ελληνικό, Γουδή. Μιλάμε για χοντρά πράγματα. Μιλάμε για 10.000 στρέμματα το καθένα. Λένε π.χ. ότι θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα πάντα. Εγώ λοιπόν προτιμώ να τα γκρεμίσουμε. Να απελευθερωθεί πλήρως ο Ιππόδρομος και θα δούμε τι θα κάνουμε. Να απελευθερωθεί πλήρως το Ελληνικό και θα δούμε τι θα κάνουμε. Σε μια πόλη σαν την Αθήνα πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι οι ελεύθεροι χώροι. Οι ιδέες που ακούμε για εκμετάλλευση είναι όλες ίδιες. Παντού λένε συνεδριακό κέντρο, κέντρα αναψυχής. Αυτά είναι καταστροφή. Υπάρχει τεράστια ένδεια προτάσεων και δημιουργικών σκέψεων για τη μεταολυμπιακή χρήση».

Ηδη από το Σεπτέμβριο του 2004 ο Παπαγιαννάκης πρόβλεπε με ακρίβεια το σημερινό αδιέξοδο: «Θα υπάρξουν σκληρότερες μορφές λιτότητας γιατί θα πρέπει να καλυφθεί αυτό το φοβερό έλλειμμα. Είμαστε σε πλήρη παράβαση με όλους τους κανονισμούς της Ε.Ε. Εκτός της απίθανης περίπτωσης που έχουμε ρυθμούς ανάπτυξης του 5% ή του 6%, που είναι όνειρα για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό».

Φυσικά το όνειρο αυτό –και μάλιστα μέσα σε κρίση- δεν έγινε ποτέ αληθινό. Και το μεγαλύτερο σκάνδαλο της περασμένης δεκαετίας περιμένει ακόμα την Εξεταστική του.

 

(Ελευθεροτυπία, 20/2/2010)

 

www.iospress.gr