Υποκλοπές, αποκαλύψεις και συγκαλύψεις


Η Siemens πίσω από την κλειδαρότρυπα

 

Τη μορφή δημοσιογραφικού πολέμου θέλησε να δώσει ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος στις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση ενός ηχητικού ντοκουμέντου, στο οποίο εμφανίζεται ο Μιχάλης Χριστοφοράκος να συνομιλεί στη Γερμανία με δύο Γερμανούς συνηγόρους του. Είναι αλήθεια ότι εκείνοι που διαφώνησαν οργανωμένα στο νέο κρούσμα μετάδοσης υλικού υποκλοπής ανήκουν κατά κύριο λόγο στο ίδιο δημοσιογραφικό συγκρότημα (Καθημερινή-Σκάι). Αλλά η ουσία της υπόθεσης παραμένει. Η μετάδοση του υλικού αυτού σε δόσεις από τον γνωστό επιχειρηματία των μέσων ενημέρωσης (στην εφημερίδα, την τηλεοπτική εκπομπή και τη δικτυακή πύλη που διαθέτει), επαναφέρει στην επικαιρότητα το ερώτημα της χρήσης προϊόντων υποκλοπής.

Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά ξεκαθαρισμένα. Χάρη στα δημοσιεύματα του Klaus Ott, ειδικευμένου ερευνητή δημοσιογράφου της γερμανικής Sueddeutsche Zeitung, γνωρίζουμε τις συνθήκες που έγινε η υποκλοπή στο κρησφύγετο του Χριστοφοράκου στις 23.6.09, ενώ η γνησιότητα του ντοκουμέντου έχει επιβεβαιωθεί από τον ένα παριστάμενο δικηγόρο. Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι ο Klaus Ott εμφανίστηκε πριν από δυο μήνες σε ρεπορτάζ του Τάσου Τέλλογλου (εκπομπή «Νέοι Φάκελοι», Σκάι, 14.12.2009) κρατώντας το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνομιλίας. Αλλά ούτε αυτός ούτε πολύ περισσότερο οι γερμανικές ανακριτικές αρχές διανοήθηκαν να το «αξιοποιήσουν». Σε καμιά σοβαρή έννομη τάξη δεν γίνεται χρήση παρόμοιων «πειστηρίων», όχι μόνο επειδή αυτό θα νομιμοποιούσε την αρχική παράνομη πράξη, αλλά και επειδή είναι αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς ποια απ’ αυτά είναι στημένα, μαγειρεμένα και πλαστά. Αν δεν υπάρχουν αυστηροί κανόνες στη συλλογή των πειστηρίων, τότε η εξιχνίαση των εγκλημάτων καταλήγει σε αδιέξοδο και οι ανακριτικές διαδικασίες σε ζούγκλα. Αλλά στην Ελλάδα, οι ίδιοι βουλευτές που πριν από λίγους μήνες νομοθέτησαν το αυστηρό πλαίσιο προστασίας από υποκλοπές είναι τώρα έτοιμοι να ζητήσουν το CD του κ. Τριανταφυλλόπουλου στην ...εξεταστική επιτροπή.

Από το σημείο αυτό και πέρα αρχίζουν τα ευτράπελα της υπόθεσης. Και πρώτα πρώτα, το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Αυριανή» που διαφημιζόταν ως «σπόνσορας» στην πρώτη από τη σειρά των εκπομπών του Τριανταφυλλόπουλου (Ζούγκλα, 18.2.2010). Ο κύριος τίτλος της εφημερίδας ήταν: «Στημένη από τον ίδιο, η συνομιλία Χριστοφοράκου με τους δικηγόρους του». Στο εσωτερικό της η "Αυριανή" κατέγραφε αποσπάσματα της ίδιας συνομιλίας, με το σχόλιο ότι ο Χριστοφοράκος είχε καταλάβει ότι τον υποκλέπτουν και ότι έλεγε μόνο όσα ήθελε να βγουν. Μ’ αυτό τον τρόπο, η εφημερίδα που ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με το κανάλι του κ. Τριανταφυλλόπουλου, πετούσε στα σκουπίδια την αξιοπιστία των αποκαλύψεών του, κατηγορώντας τον εμμέσως ότι έγινε φορέας των σκόπιμων διαρροών του Χριστοφοράκου.

Βέβαια ο κ. Τριανταφυλλόπουλος αφιέρωσε ολόκληρη εκπομπή (την περασμένη Δευτέρα) για να δικαιολογήσει την εμμονή του στη δημοσιογραφία των υποκλοπών, των κρυφών καμερών και της κλειδαρότρυπας. Αλλά αυτή τη φορά ξεπέρασε και τον εαυτό του. Αναφερόμενος στον ισχύοντα νόμο που απαγορεύει εντελώς τη χρήση κρυφής κάμερας και προϊόντων υποκλοπών, ο παρουσιαστής υποστήριξε ότι μ’ αυτή τη λογική δεν θα μπορούσε να υπάρξει το ντοκουμέντο από την είσοδο του τανκ στο Πολυτεχνείο το 1973: «Ετσι όπως το ‘χουν κάνει, σ’ ένα νέο Πολυτεχνείο, δεν θα μπορούσε κάποιος να σηκώσει την κάμερα, διότι είναι η προσωπική ζωή του φαντάρου πάνω στο άρμα μάχης. Τι λέτε τώρα, αστειεύεστε; Θα σηκώσει ο άλλος την κάμερα με τον φαντάρο; Θα πηγαίναμε όλοι μέσα!»

Φυσικά πρόκειται για αρλούμπα. Ο νόμος μιλά για ηχογράφηση ή βιντεοσκόπηση ιδιωτικών και όχι δημόσιων συνομιλιών, πράξεων και σκηνών. Και ασφαλώς οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Ολλανδός δημοσιογράφος που τράβηξε την ιστορική σκηνή το '73 ήταν άλλες από αυτές που αντιμετωπίζει σήμερα κάθε υποψήφιος «κοριός» της πληροφόρησης.

Οσο για τη σοβαρότητα της «δημοσιογραφικής» έρευνας του τηλεπαρουσιαστή αρκεί να αναφέρουμε ένα μικρό μόνο παράδειγμα. Σε ένα απόσπασμα της εκπομπής του της 18.2, ο τηλεπαρουσιαστής ακούγεται να απαγγέλλει με στόμφο τα ακόλουθα: «Ο Κούτσενροϊτερ και ο Σίκατσεκ είχαν πάρει 30 εκατ. ευρώ και δεν τα επέστρεψαν στη διοίκηση. Πού πήγαν τα 30 εκατ.; Ο Σίκατσεκ, τον οποίο μετά πήρε η κυρία Αγγελοπούλου για να κάνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, στέλεχος της Siemens». Και δεν βρέθηκε κανένας από τους «ειδικούς» παρακαθήμενους να τον διορθώσει. Ούτε οι βουλευτές, ούτε οι νομικοί, ούτε οι δημοσιογράφοι. Γιατί βέβαια ο (Γερμανός) Ράινχαρντ Σίκατσεκ (Reinhard Siekaczek), στέλεχος της Siemens και διαχειριστής των μαύρων ταμείων ουδέποτε υπήρξε συνεργάτης της κυρίας Αγγελοπούλου στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Καθώς φαίνεται, ο καημένος ο Μάκης τον έμπλεξε (με τον Ελληνα) Μάρτον Σίμιτσεκ, ο οποίος υπήρξε εκτελεστικός διευθυντής του «Αθήνα 2004» και νούμερο δύο της οργανωτικής επιτροπής των Αγώνων! Είναι και αυτή η κατάληξη «τσεκ» που πάντα τον εντυπωσιάζει και τη συνδέει με το ζεύγος Αγγελοπούλου. Κάτι θα του ψιθύρισαν στο διάλειμμα της ίδιας εκπομπής και έσπευσε να πει σε άσχετο σημείο ότι "άλλο Σίμιτσεκ άλλο Σίκατσεκ", αλλά μετά από τέσσερις μέρες επανέλαβε τα ίδια χωρίς και πάλι να τον διορθώσει κανείς. Ούτε καν ο Σεραφείμ Κοτρώτσος, που μετείχε στη δεύτερη εκπομπή και ασφαλώς γνώριζε –ως γενικός διευθυντής γραφείου Τύπου και ΜΜΕ του «Αθήνα 2004»- ότι επρόκειτο για χονδροειδή κοτσάνα.

Αλλά υπάρχουν και τα σοβαρά. Γιατί ο ίδιος επιχειρηματίας των μέσων ενημέρωσης που εμφανίζεται σήμερα έτοιμος να θυσιαστεί, παραβιάζοντας το νόμο, προκειμένου να αποκαλυφτεί το σκάνδαλο Siemens, είναι αυτός που ως εκδότης είχε υιοθετήσει την πιο απροσχημάτιστη συγκάλυψη του σκανδάλου μέσα από την τότε εφημερίδα του, το "Πρώτο Θέμα". Την κρίσιμη περίοδο του φθινόπωρου του 2007, όταν είχε ήδη σκάσει το σκάνδαλο και προτού ο ίδιος συγκρουστεί με τον συνεταίρο του Θέμο Αναστασιάδη, το "Πρώτο Θέμα" των δυο άσπονδων φίλων φιλοξενούσε ένα δισέλιδο ρεπορτάζ, στο οποίο καταγγελλόταν η προσπάθεια να ελεγχθεί η Siemens-Hellas από τη διεθνή νομική εταιρεία Debevoise and Plimpton LLP που είχε αναλάβει την υπόθεση, μετά την αποκάλυψη του διεθνούς κυκλώματος διαφθοράς ("Πρώτο Θέμα", ένθετο Business Stories, 23.7.07).

Το ρεπορτάζ έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Επιχειρηματικό Γκουαντάναμο στην Αθήνα» και τον επίσης ενδεικτικό υπότιτλο «Ράμπο από τις ΗΠΑ παρακολουθούν τους πάντες στη Siemens-Hellas». Με τα λόγια αυτά, η εφημερίδα των Τριανταφυλλόπουλου-Αναστασιάδη διεκτραγωδούσε ως «σκάνδαλο εθνικών διαστάσεων» τον έλεγχο της Siemens-Hellas και σημείωνε ότι ο έλεγχος αυτός έχει «σοβαρές παρενέργειες για τη νομιμότητα και τα προσωπικά δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών», διότι «οι εργαζόμενοι μιας από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στη χώρα μας τελούν υπό καθεστώς κρυφής ομηρίας, η οποία έχει οργανωθεί, σχεδιαστεί και εφαρμόζεται από κέντρα εκτός Ελλάδος, και ειδικότερα από τις γνωστές για τις παραβιάσεις της διεθνούς νομιμότητας ΗΠΑ».

Βέβαια είναι γνωστό ότι η αποκάλυψη του σκανδάλου της Siemens προήλθε από τον έλεγχο των αμερικανικών αρχών και ειδικά των ελεγκτών της χρηματιστηριακής αγοράς, της SEC, δηλαδή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ. Και ο έλεγχος της Debevoise σε όλα τα παραρτήματα της Siemens έγινε με τη συμφωνία της κεντρικής διοίκησης της γερμανικής εταιρείας. Η τεκμηρίωση των στοιχείων του σκανδάλου έγινε δυνατή μόνο μετά την ολοκλήρωση της έρευνας της Debevoise. Αλλά αυτό δεν απασχολούσε την εφημερίδα των Τριανταφυλλόπουλου-Αναστασιάδη, η οποία κατάγγειλε ότι «στόχος των αμερικανικών αρχών είναι να αποτρέψουν τα μέλη της Siemens Hellas να έρθουν σε επαφή με κυβερνητικούς ή άλλους πολιτικούς παράγοντες, τους οποίους θεωρούν εκ προοιμίου υπόπτους για χρηματισμό». Οι παραβιάσεις στις οποίες αναφερόταν το ρεπορτάζ ήταν ότι οι ελεγκτές «ανοίγουν τσάντες, παρακολουθούν τηλεφωνήματα, ελέγχουν e-mails και ραντεβού». Αλλά όλα αυτά τα αδικήματα δεν μας λέει κάθε λίγο και λιγάκι ο κ. Τριανταφυλλόπουλος ότι πρέπει να διαπράττονται προκειμένου να αποκαλύπτονται τα κακουργήματα; Και πάντως, αντίθετα από ό,τι κάνει ο ίδιος, τα στελέχη της Debevoise που προχώρησαν σε παρόμοιους ελέγχους ενημέρωσαν πρώτα τους υπαλλήλους της εταιρείας γι’ αυτή τους τη δραστηριότητα.

 

(Ελευθεροτυπία, 27/2/2010)

 

www.iospress.gr