ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Για το βιβλίο «Φάκελος 17Ν»

 


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΑΠΑΧΕΛΑ-ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ "ΙΟΥ"

Οι δημοσιογράφοι Αλέξης Παπαχελάς και Τάσος Τέλλογλου απαντούν στις επικρίσεις που δέχθηκε το βιβλίο τους από τις στήλες του «Ιού» («Ενας, δύο, πολλοί Ζεράρ ντε Βιλιέ», 26/1), αλλά και τις επιστολές προς την «Ε» του Βένιου Αγγελόπουλου (22/1) και του Γιάννη Φαρμάκη (28/1). Οι συγγραφείς του «Φακέλου 17 Νοέμβρη» παραδέχονται ότι υπάρχουν λάθη και προθυμοποιούνται να τα επανορθώσουν. Διατυπώνουν, όμως, και γενικότερες παρατηρήσεις για το ζήτημα, και αντεπιτίθενται στους επικριτές τους. Ακολουθεί το κείμενο των δύο δημοσιογράφων και η ανταπάντηση του «Ιού».

 

 

Τα λάθη γέννησαν τέτοια πάθη;

Το βιβλίο μας «Φάκελος 17 Ν» συγκέντρωσε τα πυρά μιας παθιασμένης κριτικής. Ορισμένες από τις πραγματολογικές παρατηρήσεις οι οποίες διατυπώθηκαν ήταν σωστές. Οι σχετικές διορθώσεις θα γίνουν στην επόμενη έκδοση και θα επισημαίνονται στον πρόλογο του βιβλίου. Πρέπει δε να σημειώσουμε πως δεν συγχέουμε την κριτική μέσα από τις σελίδες της «Ε» με τις συνωμοσιολογικές μπουρδολογίες που έχουμε ακούσει και επιλέξει να αγνοήσουμε. Επειδή όμως είναι καλό σε αυτή τη χώρα να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, θα απαντήσουμε όχι μόνο στην επιμέρους κριτική αλλά και ένα ιδεολογικό υπόστρωμα που διαπερνά, με ύπουλο μάλιστα τρόπο, το μεγαλύτερο κομμάτι της. Είμαστε οι πρώτοι που θα παραδεχθούμε τα λάθη μας, αλλά αναρωτιόμαστε αν είναι τα λάθη που γέννησαν τέτοια πάθη, που οδηγούν σε μια συνολική καταγγελία του βιβλίου.

Οι πηγές

Διαβάσαμε πως οι πηγές του βιβλίου εξαντλούνται στο χώρο των διωκτικών αρχών. Λάθος! Πολλοί άνθρωποι που συμμετείχαν στον ένοπλο αντιδικτατορικό αγώνα και τις εκρηκτικές διαβουλεύσεις της μεταπολίτευσης μας «έδειξαν τα δικά τους χωράφια». Πολλοί ζήτησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους και αρκετοί μας είπαν ότι «είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουν ακόμη». Αλλοι πάλι μας δήλωσαν ξεκάθαρα πως «δεν θέλουν να χρησιμοποιηθούν τα όσα θα πουν εναντίον των κατηγορουμένων για τη "17 Νοέμβρη", έστω και αν είναι αλήθεια». 

Σε μια ομάδα ανθρώπων υπάρχει μάλιστα η άποψη πως η δράση των ένοπλων οργανώσεων της αντιδικτατορικής περιόδου πρέπει να μείνει εκτός δημοσιότητος και συνεπώς τους ενοχλεί πως «μπήκαμε σε ξένα χωράφια». Η δημοσίευση πληροφοριών γι' αυτή την περίοδο αποτελεί, με αυτή τη λογική, έγκλημα καθοσιώσεως, καθώς ενημερώνει το κράτος για λεπτομέρειες που αγνοεί. Σεβόμαστε τις ευαισθησίες όσων υπέφεραν από το κυνήγι μαγισσών πριν και μετά το 1974 και το βιβλίο αποκαλύπτει πολλές από τις αθλιότητες ελληνικών και αμερικανικών υπηρεσιών εναντίον παντελώς αθώων ανθρώπων. Με αυτή τη λογική, όμως, η μόνη αυθεντική καταγραφή της ιστορίας θα είναι οι αυτοβιογραφίες ή «προστατευμένες» συνεντεύξεις των εγκλείστων στον Κορυδαλλό και όσων τους γνώριζαν τα προηγούμενα χρόνια.

Οι «καλές» και οι «κακές» πηγές

Κανείς δεν μπορεί να διαχωρίσει τις πηγές μιας έρευνας σε «καλές» και «κακές». Δουλειά του δημοσιογράφου είναι να μιλήσει σε όλους και να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η συνομιλία με έναν αξιωματούχο των διωκτικών αρχών έχει την ίδια σημασία με τη συνάντηση με έναν διωκόμενο, οι συζητήσεις με έναν άνθρωπο που συμμετείχε σε ένοπλες ομάδες και τώρα έχει πάρει αποστάσεις είναι το ίδιο σημαντικές με αυτές με έναν αμετανόητο πρωταγωνιστή. Υπάρχουν «απαγορευμένες» πηγές; Για εμάς όχι και όποιος το υποστηρίζει αυτό ασκείται σε έναν ιδιότυπο αριστερίστικο μακαρθισμό που μας βρίσκει πλήρως αντίθετους και θα απαγόρευε το ρεπορτάζ στους συντάκτες κάθε, της «Ε» συμπεριλαμβανομένης, εφημερίδας.

Και κάτι ακόμη, επειδή δεν ανήκουμε στο «χώρο», για μας το σημερινό ελληνικό κράτος εκπροσωπεί τη νόμιμη ελληνική δημοκρατία. Το αντιμετωπίζουμε με την αντιπαλότητα και την κριτική διάθεση που επιβάλλει το επάγγελμά μας, αλλά όχι σαν ένα a priori σκοτεινό κέντρο κατασκευής σκευωριών.

Τα λάθη

Στο βιβλίο υπάρχουν πραγματικά λάθη. Θα ήμασταν οι τελευταίοι που θα αρνούντο κάτι τέτοιο. Σε αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβάνεται η επισήμανση για το πότε έγινε η πρώτη αντιδικτατορική διαδήλωση στο Παρίσι και μία σειρά από παρατηρήσεις για ονόματα, αρχικά και ημερομηνίες. Υπάρχει, ωστόσο, μια σπουδή των επικριτών μας να μας καταλογίσουν λάθη που δεν κάναμε. Ετσι, οι συνάδελφοι του «Ιού» έχουν άδικο για το πού βρισκόταν το κτίριο της ΚΥΠ μετά τη δικτατορία. Ούτε γράφουμε πουθενά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Και επίσης στην αναφορά τους στο «Αρχείο του Μαρξισμού», καθώς είναι γνωστό ότι δεν οδήγησε το περιοδικό στη δημιουργία του «αρχείου» αλλά ακριβώς το ανάποδο συνέβη. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά.

Οποιος κάνει κριτική για αντιφάσεις πρέπει να είναι πιο προσεκτικός. Ετσι ο «Ιός» μάς ενάγει επειδή χαρακτηρίζουμε «Χρυσή εποχή της τρομοκρατίας» τη δεκαετία του '80 και ακριβώς στην πλαϊνή στήλη μάς επικρίνει επειδή γράφουμε ότι ο Γιωτόπουλος σκεφτόταν να τα παρατήσει «όταν η 17Ν βρισκόταν στο απόγειο της δράσης της», επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη θέση μας. Διαστρεβλώνει ακόμη πλήρως το χαρακτηρισμό «θεσμική μνήμη», εμφανίζοντάς μας να παρουσιάζουμε το βασανιστή της χούντας Μάλλιο ως «θεσμικό».

Οσο για τον Γιάννη Φαρμάκη, δεν αναφέρουμε πουθενά ότι είναι «εξαφανισμένος» αλλά ότι «πιστεύεται ότι ζει και εργάζεται στην Αμερική». Αν εθίγη επειδή γράψαμε, εκ λάθους και όχι εκ προθέσεως, ότι ανήκε στην αντιδικτατορική οργάνωση «29 Μάη», ζητούμε συγνώμη, αν και θεωρούμε ότι η συμμετοχή στην εν λόγω και κάθε άλλη ανάλογη οργάνωση είναι τίτλος τιμής. Λάθος μας ότι δεν τον αναζητήσαμε για να διαπιστώσουμε αν όντως συμμετείχε στην «29 Μάη» και η σχετική διόρθωση συμπεριλήφθηκε στην επόμενη έκδοση. 

Μας προκάλεσε, πάντως, εντύπωση και ερωτηματικά το ότι ο κ. Φαρμάκης αναλώθηκε σε μία σελίδα ύβρεων, όταν το βιβλίο αφιερώνει τέσσερις αράδες στον εντελώς περιθωριακό και ασήμαντο ρόλο του στην όλη υπόθεση. Δεχόμαστε, τέλος, την καλοπροαίρετη κριτική και διευκρινίσεις όπως αυτή του Ανδρέα Ζεμπίλα, ο οποίος μας επισήμανε πως κατά την άποψή του η διαφωνία του με τον κ. Γιωτόπουλο δεν αφορούσε τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα αλλά «τη διατήρηση δομών συνωμοτικής δράσης της παρανομίας ενόψει επικείμενου πραξικοπήματος».

Κατασκευή ενόχων

Το κείμενο του βιβλίου κατασκευάζει ενόχους, είναι η άλλη σοβαρότερη κατηγορία, παρά την επισήμανσή μας στο βιβλίο πως «την τελική αθωότητα ή ενοχή των πρωταγωνιστών θα την κρίνει η δικαιοσύνη». Με τη λογική αυτή κανένα ρεπορτάζ ή έρευνα δεν θα έπρεπε να βλέπει το φως της δημοσιότητας πριν από το τέλος της σχετικής δίκης. Χρειάζονται εδώ δυο λόγια για όσους θεωρούν ότι δεν αποδώσαμε σωστά το «κλίμα της εποχής»: για κάθε άνθρωπο το «κλίμα κάθε εποχής» είναι διαφορετικό. Δεν είναι οι συνθήκες αλλά τα κεφάλια των ανθρώπων που στις συγκεκριμένες συνθήκες τούς οδηγούν σε αυτή ή την άλλη επιλογή, είναι η δική τους ατομική ευθύνη που αν δρουν πολιτικά πρέπει να ξέρουν να αναλαμβάνουν. Οι ίδιες συνθήκες οδήγησαν όλους τους υπολοίπους σε διαφορετικές επιλογές, ούτε σε δολοφονίες ούτε σε ληστείες, αλλά στην αριστερά από την οποία όσοι πέρασαν έμαθαν να αρθρώνουν καθαρό πολιτικό λόγο που ξεπερνά τη λογική των «φραγκάτων» και αναλαμβάνει την ευθύνη για πολιτικές πράξεις χωρίς να κρύβεται πίσω από υπεκφυγές περί «σκευωριών».

Δεν μας διαφεύγει ότι τους τελευταίους μήνες, με αφορμή την υπόθεση της τρομοκρατίας, δημοσιογράφοι αλλά κυρίως τεχνικοί γίνονται «στόχοι» ξυλοδαρμών και προπηλακισμών με το πρόσχημα της συμμετοχής τους σε μια σκευωρία κατασκευής ενόχων για την τρομοκρατία. Επειδή μας ετέθη το ερώτημα από συντάκτη της «Ε», αν η «ελευθερία του λόγου» ήταν το κίνητρο που μας οδήγησε στο εγχείρημά μας αυτό, θα θέλαμε να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να ρωτήσουμε τι είναι εκείνο που οδήγησε πολλούς, και δη πολυγραφότατους, να μην διακινδυνέψουν την αντιπαράθεση με το χώρο της τρομοκρατίας επί 2,5 δεκαετίες, να μην γράψουν μία αράδα καταδίκης του φαινομένου; Επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά πως εμείς πήραμε το ρίσκο της δημοσιογραφικής έρευνας και καταθέσαμε το πόρισμά μας. Θα θέλαμε οι επικριτές μας να πάνε ένα βήμα παραπέρα, τώρα μάλιστα που πλησιάζει η δίκη και να καταθέσουν τη δική τους θέση για την εξάρθρωση ενός φαινομένου που ταλαιπωρεί τη χώρα επί 27 χρόνια. Τους ενδιαφέρει ή τους βρίσκει αντίθετους και γιατί; Ας μην κρύβονται πίσω από τη συνωμοσιολογία της δήθεν κατασκευής κατηγοριών και ας μας πουν τι είναι γι' αυτούς η «17 Νοέμβρη». Το ένστικτο της συσκότισης του σημαντικού αυτού διαλόγου για να «προστατεύσουμε τα παραστρατημένα αδέλφια μας» δεν βγάζει πουθενά και οδηγεί σε μια περιθωριοποίηση, μια λούμπεν αντιμετώπιση ενός πολύ σοβαρού ζητήματος.

Εκείνο που είναι σίγουρο για εμάς είναι ότι στη βασική αφηγηματική του γραμμή και τα στοιχεία που την συναπαρτίζουν ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν τους επόμενους μήνες και χρόνια σε σχέση με το βιβλίο. Σε λίγες εβδομάδες θα αρχίσει μια σημαντική δίκη που θα μπορούσε να σταθεί ως αφορμή για να κοιταχθούμε όλοι μας στον καθρέφτη και να πάρουμε τις ευθύνες μας. Εμείς το κάνουμε, δεχόμαστε τα λάθη, την κριτική και ξεκαθαρίζουμε πως ασχοληθήκαμε με την τρομοκρατία γιατί μας γοήτευσε η έρευνα παρ' όλο το ρίσκο που εμπεριείχε, φυσικό ή άλλο. 

Εχουμε όμως τη σαφή εντύπωση, και τελειώνουμε με αυτό, πως η δαιμονοποίηση του βιβλίου και των συγγραφέων αποτελεί μία σαφή προσπάθεια ορισμένων να καθυστερήσουν τη «στιγμή της αλήθειας» για τους ίδιους, να ξεφύγουν από το βόλεμα των τελευταίων 27 χρόνων ώστε να μας πουν καθαρά και με πάθος τι πιστεύουν για την τρομοκρατία και τους έγκλειστους στον Κορυδαλλό. Είναι μια βαθύτατα πολιτική συζήτηση που πρέπει να γίνει χωρίς ο ένας να προσβάλλει τον άλλο, να φανατίζει το πλήθος στις εξέδρες και τις «θύρες των χούλιγκανς» και να δαιμονοποιεί τον αντίπαλο κατασκευάζοντας τον επόμενο «στόχο».

 

Αλέξης Παπαχελάς - Τάσος Τέλλογλου

 

 



Το τελευταίο φιάσκο


Κατανοούμε τη δύσκολη θέση των συγγραφέων του βιβλίου «Φάκελος 17Ν». Εκεί που είχαν γεμίσει εφημερίδες και περιοδικά με διθυραμβικές κριτικές για την «συνεπή διετή ερευνητική» δουλειά τους «Μακεδονία 26.1.03», και φωτογραφίζονταν οι ίδιοι ως μοντέλα αξιοπιστίας (TV-Τύπος, 19.1.03), ξαφνικά ανακαλύπτουν κι αυτοί και οι χειροκροτητές τους ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. 

Θα περιμέναμε ότι είναι έτοιμοι να δεχτούν την τεκμηριωμένη κριτική και να μην επιχειρούν να ανακαλύψουν πίσω από αυτήν «ιδεολογικά υποστρώματα», πέφτοντας με τη σειρά τους στο σφάλμα των συνωμοσιολόγων και των δικαστών προθέσεων, τους οποίους υποτίθεται ότι καταγγέλλουν. Διαβλέπουν «πάθος» στην κριτική μας. Είναι φυσικό. Εμείς έτσι δουλεύουμε. Με πάθος. Ειδικά όταν πρόκειται να αναφερθούμε σε ανθρώπους, σε υπολήψεις, σε προσωπικές διαδρομές. Και γι' αυτό το λόγο δεν θα βρεθεί κείμενό μας με δέκα λάθη σε κάθε αράδα. 

Ομολογούν φυσικά οι δυο συγγραφείς ότι υπάρχουν λάθη στο βιβλίο, αλλά αποφεύγουν να τα κατονομάσουν, υπονοούν ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας και δίνουν την αόριστη υπόσχεση ότι αυτά θα διορθωθούν σε επόμενη έκδοση. Ομως για να γίνει δυνατή αυτή η επανόρθωση πρέπει πρώτα να υπάρχει η γενναιότητα να παραδεχτείς τα συγκεκριμένα λάθη σου. Οι δυο συγγραφείς ομολογούν ρητά ως λάθος μόνο την ημερομηνία της πρώτης αντιδικτατορικής διαδήλωσης στο Παρίσι. Ούτε λέξη για τα δεκάδες άλλα σημαντικά λάθη, παραπλανητικές ανακρίβειες, αστυνομικές κατασκευές και αναπαραγωγές χαφιεδολογιών.

Επιμένουν -και εδώ έχουν δίκιο- ότι δεν μιλούν για την ΚΥΠ της χούντας, αλλά της μεταπολίτευσης. Αλλά επιμένουν και σε εμφανή λάθη τους, όπως ότι προϋπήρχε κάποιο «αρχείο», πριν τη δημιουργία του περιοδικού «Αρχείον του Μαρξισμού». Μας κατηγορούν μάλιστα ότι διαστρεβλώνουμε την αναφορά τους περί Μάλλιου, ενώ εμείς αναφέρουμε επί λέξει τις δικές τους φράσεις (σελ. 94 του βιβλίου).

Το κακό είναι ότι επιμένουν ακόμα και στις φράσεις που θίγουν πρόσωπα και επιτίθενται σε όσους αμύνονται στη συκοφαντική ψευδολογία. Ζητούν συγνώμη από τον Γιάννη Φαρμάκη, μόνο για την αναφορά του στο βιβλίο ως μέλους της «29 Μάη». Ισχυρίζονται ότι πουθενά δεν γράφουν ότι είναι εξαφανισμένος και του επιτίθενται με υπονοούμενα, μόνο και μόνο επειδή τόλμησε να υπερασπίσει τον εαυτό του. Αλλά τι άλλο σημαίνει η διατύπωση «τα ίχνη του χάθηκαν από το Παρίσι» (σελ. 161), παρά ότι ήταν εξαφανισμένος; Οι δύο συγγραφείς ειρωνεύονται, μάλιστα, τον κ. Φαρμάκη που θίχτηκε, ενώ «το βιβλίο αφιερώνει τέσσερις αράδες στον εντελώς περιθωριακό και ασήμαντο ρόλο του». Ομως τον αναφέρουν (μαζί με τον Γιωτόπουλο και τον Σκαρπαλέζο) ως έναν από τους τρεις φερομένους ως αρχηγούς της 17Ν σύμφωνα με τη γαλλική λίστα. Είναι αυτό περιθωριακό και ασήμαντο; Και το χειρότερο: ο Φαρμάκης «φωτογραφίζεται» και σε άλλο σημείο του βιβλίου ως πληροφοριοδότης της CIA (σελ. 92): «Οι αμερικανικές αρχές (...) άντλησαν πληροφορίες από έναν Ελληνα υπάλληλο, ο οποίος εργαζόταν την περίοδο εκείνη στη "Liberation" και εδώ και πολλά χρόνια μένει μόνιμα στις ΗΠΑ». Επικοινωνήσαμε με τη γαλλική εφημερίδα και οι εκπρόσωποί της μας διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει άλλος Ελληνας πρώην υπάλληλός της που μένει στις ΗΠΑ. 

Αυτή η μέθοδος, δηλαδή η αναφορά του ίδιου προσώπου αλλού επωνύμως και αλλού ανωνύμως, παρατηρείται και σε άλλη σημεία του βιβλίου. Μπορεί, μ' αυτό τον τρόπο να εξυπηρετείται η προστασία των συγγραφέων από δικαστικές περιπέτειες μετά από ενδεχόμενες αγωγές των θιγομένων, αλλά τραυματίζεται βαθιά η αξιοπιστία της εξιστόρησής τους. 

Κατά τα άλλα, ούτε λέξη για τη χρήση των ανώνυμων πληροφοριοδοτών, το μπλέξιμο ανθρώπων και καταστάσεων, την περιγραφή της εσωτερικής ψυχολογικής φάσης των πρωταγωνιστών, τη θεοποίηση των παντός είδους υπηρεσιών, τη νεκρανάσταση του Σαρτρ, τη μυθιστορηματική περιγραφή εσωτερικών διεργασιών του ΕΛΑ, της 17Ν, τα κακοστημένα σενάρια, τις αντιφάσεις. 

Είναι σαφές ότι όλα αυτά δεν πρόκειται να «διορθωθούν» στην επόμενη έκδοση, εφόσον κάτι τέτοιο θα έκανε το βιβλίο αγνώριστο και τον εκδότη έξαλλο. Αλλωστε δεν έχει ακόμα εφευρεθεί το interactive-βιβλίο, δηλαδή εκείνο που διαμορφώνουν οι αναγνώστες, σβήνοντας τα λάθη του συγγραφέα.

Ας προσθέσουμε ότι υπάρχουν και πολλές άλλες ανακρίβειες, λάθη και κατασκευές που δεν χώρεσαν στο αρχικό μας δημοσίευμα. Οπως, π.χ. ότι ο Σωτήρης Πέτρουλας ήταν μέλος της ΠΑΝΔΗΚ (σελ. 15), πράγμα λίγο δύσκολο, εφόσον ο Πέτρουλας δολοφονήθηκε στις 21 Ιουλίου 1965, και η ΠΑΝΔΗΚ συγκροτήθηκε μετά τον Δεκαπενταύγουστο. 

Για τον τρόπο συλλογής πληροφοριών και τις διασταυρώσεις των δύο συγγραφέων έχει ενδιαφέρον και η ακόλουθη χαριτωμένη λεπτομέρεια. Σε τρία σημεία του βιβλίου αναφέρεται κάποια ελβετική οργάνωση με το όνομα «Do it» (σελ. 36, 58 και 97), στην οποία αποδίδονται χαρακτηριστικά «δικτύου» ή «κινήματος» και αναφέρονται σχέσεις της με στελέχη του ΕΛΑ. Οργάνωση «Do it» δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Με το όνομα αυτό («Do it») γυρίστηκε το 2000 ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο και αναφέρεται στη δράση μιας νεανικής αναρχικής ομάδας γύρω από τον Ντανιέλε φον Αρμπ. Οπως εξήγησε στον «Ιό» ο ένας από τους δύο δημιουργούς του ντοκιμαντέρ, ο Μαρσέλ Τσβίνγκλι, ο οποίος υπήρξε συνιδρυτής της το 1970, σε ηλικία 16 ετών, η ομάδα αυτή στη Ζυρίχη δεν είχε όνομα. Οσο για την ονομασία «Do it», αυτή αναφέρεται μόνο στην ταινία και έχει πηγή έμπνευσης την ομώνυμη ιστορική μπροσούρα του Τζέρι Ρούμπιν («Do it, Σενάρια για την επανάσταση»). 

Το πιο αποκαλυπτικό είναι το τελευταίο μέρος της απάντησης. Εκεί μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει ιστορική αλήθεια, παρά μόνο τα «κεφάλια των ανθρώπων» που βλέπουν την πραγματικότητα όπως θέλουν. Μ'αυτό το σόφισμα οι Παπαχελάς-Τέλλογλου επιχειρούν να διασκεδάσουν την κριτική μας ότι παρουσιάζουν την αντίσταση ως μια σειρά συνωμοτικών αποτυχιών και τη μεταπολίτευση ως μια κόλαση αχαλίνωτης βίας (σελ. 64). Και με ένα λογικό άλμα εμφανίζουν τους εαυτούς τους ως θαρραλέους ερευνητές που πήραν το ρίσκο της δημοσίευσης, ενώ οι άλλοι (δηλαδή εμείς) κρυβόμαστε πίσω από τη συνωμοσιολογία. Μας προκαλούν μάλιστα να καταθέσουμε τη δική μας θέση για την τρομοκρατία και υπονοούν ότι μπορεί να μας βρίσκει αντίθετους η εξάρθρωσή της! Μ' άλλα λόγια, όσοι τολμούν να αντιπαραβάλουν το βιβλίο με την πραγματικότητα, ακόμα και αν έχουν δίκιο, είναι -κατά τους συγγραφείς- ομοϊδεάτες των τρομοκρατών! 

Οσο για το «ρίσκο» που ισχυρίζονται ότι πήραν, μόνο γέλιο προκαλούν. Το μόνο που πήραν ήταν τα έτοιμα στοιχεία από επίσημες και ανεπίσημες υπηρεσίες, για να τα επενδύσουν με προχειρότητα που επέβαλε η ανάγκη να προλάβουν την αγορά των Χριστουγέννων. Αλλά αυτό δεν λέγεται «διετής έρευνα», αλλά δημοσιογραφική «αρπαχτή».

Το βιβλίο «Φάκελος 17 Ν» θα μείνει στη σχετική βιβλιογραφία δίπλα σε αντίστοιχα πονήματα του Δήμου Μπότσαρη ή του Πάνου Καμμένου. Οσο γρηγορότερα το παραδεχτούν οι δράστες του τόσο το καλύτερο και για τη δική τους γενικότερη αξιοπιστία.

                                                                                 Ο Ιός

 


(Ελευθεροτυπία, 9/2/2003)

www.iospress.gr