ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ

Τα ταπεινά κίνητρα του νόμου

1.   2.

 

Για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, μας βεβαιώνουν, δεν πειράζει να τσαλακωθεί και λίγο το κράτος δικαίου. Με μαρτυρικές καταθέσεις μέσω e-mail, τράπεζες DNA και αχαλίνωτους "υπηρεσιακούς" εγκληματίες στο ρόλο επαγγελματιών προβοκατόρων. Οι καιροί είναι ώριμοι, πλέον, για την απαλλαγή μας από τις υπερβολικές ευαισθησίες της Μεταπολίτευσης.

Δύσκολα φαίνεται πως επιβιώνουν πια στη χώρα μας οι δημοκρατικές ευαισθησίες. Δεν πρόλαβε να κλείσει ούτε δεκάμηνο από το πανεθνικό ξέσπασμα οργής για τις «απαράδεκτες συκοφαντίες» της έκθεσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που παρουσίαζαν την Ελλάδα σαν δεύτερη Κολομβία, και σύμπασα η εγχώρια πολιτική ηγεσία σπεύδει να πλειοδοτήσει σε «αντιτρομοκρατική» διαθεσιμότητα. Για πρώτη φορά, μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φαίνεται διατεθειμένη να προσχωρήσει ψυχή τε και σώματι σε μια λογική που θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου αναλώσιμες μικρολεπτομέρειες. Ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να δήλωνε μόλις το περασμένο καλοκαίρι ότι «δεν υπάρχει καμία πρόθεση» για νέο τρομονόμο και πως «η ποινική νομοθεσία είναι επαρκής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας» ('Τα Νέα' 14/8/00), σήμερα όμως εκδηλώνει την αποφασιστικότητά του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τι κι αν η 17Ν και οι μιμητές της παραμένουν οργανώσεις-φαντάσματα, που δεν πρόκειται φυσικά να εξαρθρωθούν με το να στερηθούν οι «συνήθεις ύποπτοι» τις στοιχειώδεις εγγυήσεις για μια δίκαιη δίκη; Ισως ένας πρωθυπουργός με «τρομοκρατικό» παρελθόν, όπως ο κ. Σημίτης, να είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να μας πείσει πως οι ατομικές ελευθερίες δεν αξίζουν και τόσο μπροστά στην απρόσκοπτη πορεία προς τον «εθνικό στόχο» του 2004...

Λαέ ντροπή σου, για την ανοχή σου

Υπερβολές; Κάθε άλλο, δυστυχώς. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν είναι μόνο του, όταν στις εκθέσεις του εξισώνει τις μαζικές κινητοποιήσεις νόμιμων φορέων με τις «εκτελέσεις» της 17Ν. Μια επισκόπηση της επιχειρηματολογίας των οπαδών μιας πιο «αποφασιστικής» αντιτρομοκρατικής πολιτικής αποδεικνύει περίτρανα πως οι στόχοι της όλης εκστρατείας ουδόλως περιορίζονται στην αντιμετώπιση των αθέατων «ένοπλων οργανώσεων». Το πρόβλημα, μας διαβεβαιώνουν, είναι κυρίως η στάση του κοινού: η ανοχή των πολιτών απέναντι στο «τρομοκρατικό φαινόμενο», η άρνησή τους να συστρατευθούν με τις αρχές, η διατήρηση επιφυλάξεων απέναντι στις αγαθές προθέσεις των υπηρεσιών ασφαλείας, η αδικαιολόγητη εμμονή στις δικονομικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Μπήκαμε στην ΟΝΕ, αλλά θέλουμε ακόμη πολύ για να μετατραπούμε σε Γερμανία των «μολυβένιων χρόνων». 

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πολιτικό εύρος όσων μετέχουν σ’ αυτή την καμπάνια ενάντια στα μεταπολιτευτικά μας σύνδρομα. Δεν είναι μόνο η κυρία Ψαρούδα-Μπενάκη που μας καλεί από τις στήλες του 'Βήματος' (18/6/00) «να απαλλαγούμε κάποτε από τα 'ρίγη δημοκρατικής συγκινήσεως'» και «να ξεπεράσουμε ιδεοληψίες του παρελθόντος που ακόμη επιβιώνουν». Ή ο ευρωβουλευτής Γιάννης Μαρίνος που θεωρεί ότι «οι ένορκοι επηρεάζονται από τη θετική υπέρ των τρομοκρατών ιδεολογική ατμόσφαιρα της ελληνικής κοινωνίας», η οποία «είναι δέκτης πλύσεως εγκεφάλου» ('Βήμα' 18/6/00 & 4/2/01). Την ίδια ανάλυση για τις αιτίες του κακού συμμερίζονται και οι αρμόδιοι κρατικοί λειτουργοί. «Οφείλουμε να πούμε ότι και η κοινωνία δεν ήθελε» την άνευ όρων πάταξη της τρομοκρατίας, εξηγεί λ.χ. σε στην ίδια εφημερίδα ο διάδοχος του μακαρίτη Τσεβά, εισαγγελέας Ι. Διώτης. «Δεν είχε πεισθεί για την αναγκαιότητα αυτή, ούτε και ο κρατικός μηχανισμός μπόρεσε, στάθηκε ικανός να την πείσει. Αντιμετωπίσαμε, με άλλα λόγια, το φαινόμενο με τα σύνδρομα του παρελθόντος, τις πληγές του εμφυλίου και της πρόσφατης πολιτικοκοινωνικής μας κατάστασης» (14/1/01).

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η υιοθέτηση αυτής της λογικής από ανθρώπους που στο παρελθόν είχαν διακριθεί για τις ευαισθησίες τους απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία. «Ως προς τους πολίτες», καταγγέλλει λ.χ. ο Ριχάρδος Σωμερίτης, «είναι σαφές ότι ελάχιστοι έχουν καταλάβει πως η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είναι και δική τους υπόθεση που θα πρέπει να τους οδηγήσει στο να ξεχάσουν φόβους και υποκρισίες. Στους πολίτες αυτούς περιλαμβάνονται βεβαίως και τα έντυπα ή ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης που τόσο συχνά μετατρέπονται (άθελα;) σε μεγάφωνα κάθε 'επαναστατικού' και αντιδυτικού εξτρεμισμού» ('Το Βήμα' 28/1/01). Ακόμη κι ένας άνθρωπος που γνώρισε από πρώτο χέρι το ποιόν και τη σοβαρότητα των «αντιτρομοκρατικών» μηχανισμών, όπως ο Δημήτρης Ψυχογιός, δεν διστάζει να περιγράψει κι αυτός τις αντιδράσεις κατά των νατοϊκών βομβαρδισμών σαν «ιδεολογική θάλασσα που μέσα της επιβιώνουν με την άνεση ψαριών οι τρομοκράτες" (11/6/00). 

Από τους Αλβανούς στους τρομοκράτες

Αν δούμε κάπως ψύχραιμα τα πράγματα, βέβαια, αυτή η «αδιαφορία» της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να ερμηνευθεί όχι ως απόρροια των υποτιθέμενων «μεταπολιτευτικών συνδρόμων», αλλά με βάση την απλή λογική: μέσα σε 25 χρόνια δράσης, οι εγχώριες ένοπλες οργανώσεις έχουν σκοτώσει συνολικά 33 άτομα (23 η 17Ν, 3 ο ΕΛΑ, 4 η ομάδα του Τσουτσουβή κι από 1 η "ΕΟ 1η Μάη", η "Επαναστατική Αλληλεγγύη" και οι "Επαναστατικοί Πυρήνες")' από αυτούς δε τους νεκρούς, μόνο 2 υπήρξαν τυχαίοι ανώνυμοι πολίτες που χτυπήθηκαν κατά λάθος. Ακόμη κι αν συνυπολογίσουμε τους τραυματίες (μερικές δεκάδες) και τις υλικές ζημιές, είναι σαφές ότι το όλο «τρομοκρατικό» φαινόμενο στη χώρα μας είναι πολύ λιγότερο απειλητικό για το μέσο πολίτη απ’ ό,τι η έξοδος των Αθηναίων προς την επαρχία ένα εορταστικό τριήμερο. 

Κι όμως, τα πράγματα δείχνουν κάπου ν’ αλλάζουν. Οι εγχώριοι «αντιτρομοκράτες» διαπιστώνουν προς μεγάλη τους ανακούφιση ότι το κλίμα στη χώρα μας έχει αρχίσει να «βελτιώνεται» αισθητά. Γεγονός φαινομενικά οξύμωρο, η μεταβολή δεν αφορά την ίδια την «τρομοκρατία», αλλά την ανάπτυξη μιας γενικευμένης ανασφάλειας που σχετίζεται με εντελώς διαφορετικούς λόγους - και η οποία, εκτιμούν οι αρμόδιοι, μπορεί εύκολα να διοχετευθεί προς τη «σωστή» κατεύθυνση. «Σήμερα είμαστε σε πολύ καλύτερο σημείο», τονίζει χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας Διώτης. «Και αυτό γιατί ο πολίτης έχει συνειδητοποιήσει και συνειδητοποιεί καθημερινά το δικαίωμά του στην ασφάλεια. Το δικαίωμά του να ζει χωρίς το φόβο. Και αυτό είναι πολύ -μα πάρα πολύ- σημαντικό στη δίωξη της τρομοκρατίας». 

Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη -και η καλλιέργεια- μιας διάχυτης ανησυχίας για την αύξηση της ποινικής εγκληματικότητας δεν μένει χωρίς πολιτικές επιπτώσεις. Μπορεί η μετάβαση από το φόβο του «Αλβανού» σ’ εκείνον του «τρομοκράτη» να μην επιτυγχάνεται αυτόματα, όμως έχει γίνει μια καλή αρχή: όταν η κοινωνία επιζητεί περισσότερη αστυνόμευση, μοιραία τροποποιούνται τα ανακλαστικά της απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και μειώνονται οι δημοκρατικές ευαισθησίες της. Ετσι, μας πληροφορεί ένα αρκετά αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του 'Βήματος' (17/9/00), στο σχεδιασμό της νέας αντιτρομοκρατικής πολιτικής «ελήφθη υπόψη η εκτίμηση ότι οι κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα και οι πολιτικές συγκυρίες ευνοούν την ανάληψη παρόμοιων πρωτοβουλιών, καθώς μια σειρά από κινήματα και μεμονωμένες προσωπικότητες που αντιτίθεντο στην κρατική πολιτική και στην πρακτική της αυθαιρεσίας του κράτους» δείχνουν τώρα να έχουν υποστείλει την κριτική τους. Καθόλου συμπτωματικά, ο Μιχάλης Σταθόπουλος θα εστιάσει κι αυτός την επιχειρηματολογία του στο ίδιο σημείο: «Η ασφάλεια είναι τελικά ένα ανθρώπινο δικαίωμα. Ολοι μας θέλουμε, όταν βγαίνουμε στο δρόμο, όταν εργαζόμαστε, να το κάνουμε με κάποια σιγουριά. Να μην κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή» ('Απογευματινή' 4/2/01). Οπως συμβαίνει τώρα, δηλαδή, που η 17Ν μας παραμονεύει πίσω από κάθε πόρτα...

Αγνωστο βέβαια μέχρι πού θα φτάσει η πρόθεση για αξιοποίηση αυτής της τάσης. Από τα 'Νέα' της 10/6/00 πληροφορούμαστε πάντως ότι, στην πολύωρη συνεδρίαση της προηγουμένης, η κυβερνητική επιτροπή αποφάσισε «να υπάρξει συγκεκριμένη πολιτική επικοινωνίας με τους πολίτες για την κινητοποίηση ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, των κομμάτων και των φορέων, στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας» και πως «δεν είναι απίθανο να οργανωθεί ως και μεγάλη διαδήλωση στην Αθήνα κατά της τρομοκρατίας». Ενδεχομένως επικράτησαν ψυχραιμότερες σκέψεις, καθώς οι συνέπειες από το προπαγανδιστικό ντοπάρισμα που προϋποθέτει μια τέτοια διατεταγμένη κινητοποίηση είναι προφανείς σε όλους. Ομως η ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως, όπως μαρτυρά η πρόσφατη επαναδιατύπωσή της από τον 'Ελεύθερο Τύπο' (4/2/01).

Το τέλος του κράτους δικαίου

Ποια είναι όμως η ουσία των προτεινόμενων μέτρων και πού βρίσκεται το πρόβλημα; 

Πρώτα και κύρια, η ίδια η θέσπιση μιας «αντιτρομοκρατικής» νομοθεσίας, με την αναγόρευση της δραστηριότητας κάποιων ένοπλων πολιτικών ομάδων (ή και μεμονωμένων ατόμων) σε ιδιώνυμο αδίκημα που επισύρει πολύ μεγαλύτερες ποινές απ’ ό,τι οι αντίστοιχες «μη πολιτικές» ενέργειες, ανατρέπει εκ βάθρων μια από τις βασικές αξίες που διέπουν τόσο το δικαιικό μας σύστημα όσο και την κοινωνική ζωή: τα «μη ταπεινά κίνητρα» του κατηγορούμενου, από ελαφρυντικό (όπως, πολύ εύλογα, ισχύει ως τώρα) μετατρέπονται σε ακραία επιβαρυντικό στοιχείο. 

Δεν πρόκειται για παραδοξολογία: σύμφωνα με τον ίδιο το σημερινό πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθοριστικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας δραστηριότητας ως τρομοκρατικής είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτών των «μη ταπεινών» κινήτρων! Προσπαθώντας ως υπουργός Προεδρίας να δώσει έναν ακριβή ορισμό του φαινομένου, ο Κων. Στεφανόπουλος εξηγούσε στις 12.4.1978 στη Βουλή ότι τρομοκρατικές «είναι οι πράξεις εκείνες που οδηγούν στην πρόκληση τρόμου με σκοπό όχι ν’ αποκομίσει ο τρομοκράτης ιδικά του ωφελήματα είτε υλικά είτε άλλα, αλλά να μπορέσει να επιβάλει αναρχικάς, αντιδημοκρατικάς απόψεις»... Με βάση όσα έχουν «διαρρεύσει» προπαρασκευαστικά στον Τύπο, ένα «γκαζάκι» που μπαίνει ως έκφραση πολιτικής διαμαρτυρίας θα συνεπάγεται έτσι για τον αυτουργό του ποινές 5πλάσιες έως 10πλάσιες απ’ ό,τι αν είχε τοποθετηθεί για «ιδιοτελείς» σκοπούς στο ΙΧ του ερωτικού αντίζηλου ή του εμπορικού ανταγωνιστή.

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και η περίφημη κατάργηση των ενόρκων και η υπαγωγή των υποθέσεων «τρομοκρατίας» σε δικαστήρια αποτελούμενα αποκλειστικά από επαγγελματίες δικαστές - μέτρο που προβλεπόταν και από τις προγενέστερες «αντιτρομοκρατικές» νομοθεσίες του 1978 και του 1990. Το βασικό επιχείρημα που προβάλλεται σ’ αυτή την περίπτωση, είναι η ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος «εκφοβισμού» των ενόρκων. Στην πραγματικότητα, βέβαια, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να μας εξηγήσει από πού τεκμαίρεται το αυξημένο σθένος των επαγγελματιών δικαστών σε σχέση προς τους υπόλοιπους πολίτες. Κυρίως όμως «ξεχνιέται» ότι ο θεσμός των ενόρκων αποτελεί τη μοναδική πραγματική εγγύηση σε μια δίκη με πασιφανές πολιτικό περιεχόμενο, όπου οι επαγγελματίες δικαστές -ως οργανικό τμήμα του σκληρού πυρήνα του κρατικού μηχανισμού- δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν «αμερόληπτοι τρίτοι». Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει ρητά, στο άρθρο 97, ότι «τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια» - μια διάταξη που οι πάντες υποκρίνονται πως αγνοούν. 

Εξίσου προβληματικές είναι και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες ρυθμίσεις που προτείνονται. Σε διπλανές στήλες ασχολούμαστε με την περιβόητη επιστράτευση των «νέων τεχνολογιών» (DNA, μαρτυρικές καταθέσεις διά ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, κ.λπ.). Ας σημειώσουμε εδώ ότι ακόμη και το φαινομενικά πιο «αθώο» από τα κυοφορούμενα μέτρα, η αμνήστευση των τρομοκρατών που θα συμβάλουν (μέσω καταδόσεων) στην εξάρθρωση των οργανώσεών τους, εγκυμονεί τερατώδη αποτελέσματα. Ουσία αυτής της ρύθμισης είναι ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η εμπλοκή κάποιου σε τρομοκρατικές δραστηριότητες, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητές που έχει να αφεθεί ελεύθερος, καρφώνοντας τους συνεργούς του! Τουλάχιστον αυτά είναι τα συμπεράσματα από την εκτεταμένη εφαρμογή του στην Ιταλία, όπου -λόγω της μαζικότητας του φαινομένου- αποδείχθηκε καταλυτικό για τη διάλυση των ένοπλων οργανώσεων: δολοφόνοι κατά συρροήν και στελέχη του «στρατιωτικού» μηχανισμού των τρομοκρατών να κυκλοφορούν ελεύθεροι νομίμως, τη στιγμή που άνθρωποι οι οποίοι απλώς πρόσφεραν καταφύγιο σε κάποιον καταδιωκόμενο φίλο (και δεν θέλησαν να δώσουν -ή και δεν ήξεραν- ονόματα) να σαπίζουν για χρόνια στις φυλακές... 

Η ώρα των προβοκατόρων

Υπάρχουν, ωστόσο, και πολύ χειρότερα. Ενα από τα κυοφορούμενα μέτρα, έχει γραφτεί επανειλημμένα, είναι η επίσημη θέσπιση «προβοκατόρων» που θα «διεισδύουν» στον «περίγυρο» των ένοπλων οργανώσεων με σκοπό να τις εξαρθρώσουν. Το μέτρο εισηγούνται όχι μόνο κυβερνητικά στελέχη αλλά και τα θινκ τανκ της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως η καθηγήτρια Ψαρούδα-Μπενάκη. Παρά τη φαινομενική λογική της, η πολιτική αυτή αποδεικνύεται ωστόσο στην πράξη περισσότερο μηχανισμός παραγωγής τρομοκρατών παρά καταπολέμησης ενός ήδη υπαρκτού φαινομένου. Από την εμπειρία των ΗΠΑ γνωρίζουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι αστυνομικοί δεν «διεισδύουν» μόνο σε προϋπάρχουσες οργανώσεις, αλλά και συχνά συγκροτούν νέες, ωθώντας άτομα που βρίσκονται στο κατώφλι (ή τα πρώτα στάδια) μιας έκνομης δραστηριότητας στη διάπραξη πολύ σοβαρότερων αδικημάτων. 

Υπάρχει, άλλωστε, μια πολύ νωπή εμπειρία από την άτυπη εφαρμογή αυτής της στρατηγικής στην Ελλάδα. Ο 33χρονος κακοποιός Αντρέας Λεγάκης, άτομο που κινούνταν στις παρυφές μεταξύ του αναρχικού χώρου και της ποινικής εγκληματικότητας, έσπρωξε το 1998 με εντολή κλιμακίου της ΕΥΠ και της CIA δυο υπερσύγχρονες ρουκέτες και δυο αυτόματα στην 'πιάτσα’ των Εξαρχείων, με σκοπό την καταγραφή της διαδρομής τους ώς τους τελικούς αποδέκτες - που, σύμφωνα με κάποιο σενάριο, μπορεί να ήταν η 17Ν. Τα μηχανήματα ήταν παγιδευμένα με υπερσύγχρονους κοριούς που μετέδιδαν κάθε στιγμή το ακριβές στίγμα τους, ώσπου οι υποψιασμένοι εξαρχειώτες αγοραστές τα ξεφορτώθηκαν αχρησιμοποίητα σε κάποιο σκουπιδοτενεκέ και το όλο σενάριο διέρρευσε στην 'Αυριανή' (20/12/99), το "Τέμπο" και τα 'Νέα' (27/1/01). Η όλη υπόθεση θα ήταν για γέλια, αν δεν υπήρχε η «μικρολεπτομέρεια» της απόπειρας των διωκτικών αρχών να συγκροτήσουν (εκ του μηδενός, όπως αποδείχτηκε) μια νέα τρομοκρατική ομάδα: μολονότι οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες επιμένουν ότι οι ρουκέτες ήταν «απενεργοποιημένες» (και άρα ακίνδυνες), δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος για να φανταστεί κανείς τις προσπάθειες και την επιχειρηματολογία του προβοκάτορα Λεγάκη, όταν προσπαθούσε να πείσει το αντικείμενο της πρωταρχικής «διείσδυσης» ότι πρέπει να προμηθευτεί το επίμαχο υλικό... Πόσο μάλλον όταν, πιστεύοντας πως έχει εξασφαλισμένη την ατιμωρησία, ο εν λόγω «αντιτρομοκράτης» επιδιδόταν λίγο αργότερα σε σειρά εγκλημάτων -από ληστείες τραπεζών μέχρι τον εν ψυχρώ φόνο ενός ηλικιωμένου ανθοπώλη. 

Προφανώς, τέτοιου είδους αδικήματα είναι μικροπράγματα μπροστά στη βόμβα που ο ιδεολόγος Νίκος Μαζιώτης τοποθέτησε σε κάποιο υπουργείο χωρίς να εκραγεί - και που ο κολασμός της με 5,5 χρόνια φυλάκισης «ελλείψει ταπεινών κινήτρων» θεωρήθηκε σαν εκδήλωση απαράδεκτης «ξεχωριστής ανεκτικότητας» της Δικαιοσύνης προς την τρομοκρατία...

(Ελευθεροτυπία, 11/2/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ