ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ

Τα ταπεινά κίνητρα του νόμου

1.   2.

 

Ερευνα χωρίς σάλιο

Η εφαρμογή των αναλύσεων DNA στην εξαγγελθείσα αντιτρομοκρατική εκστρατεία έμεινε σχεδόν ασχολίαστη. Ακόμα και ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος είχε αρχικά προβάλει κάποιες ενστάσεις, επικέντρωσε τις αμφιβολίες του στο ζήτημα της υποχρεωτικής λήψης δείγματος DNA από τους υπόπτους. Τελικά και ο κ. Σταθόπουλος συναίνεσε, κρίνοντας ότι "το να υποβληθεί κάποιος σε μια εξέταση DNA είναι μια ηπιότατη επέμβαση, ένα χάδι σχεδόν"... 

Μ' άλλα λόγια, το DNA θεωρήθηκε εξορισμού "αντικειμενική" και υπεράνω αμφιβολίας "επιστημονική" μέθοδος προσδιορισμού της ενοχής κάποιου υπόπτου. Αμφισβητήθηκε μόνο ο τρόπος συλλογής δειγμάτων και η διασφάλιση της απόρρητης φύλαξής τους. Ομως η διεθνής εμπειρία κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει την αισιοδοξία αυτή. Η δικαστική πρακτική στις χώρες που έχουν εισαγάγει εδώ και χρόνια τη μέθοδο σημαδεύεται με κραυγαλέες αποτυχίες. Η υπόθεση που πήρε τη μεγαλύτερη δημοσιότητα ήταν η αθώωση του O. J. Simpson, μετά την απόφαση του δικαστηρίου να απορρίψει τον ισχυρισμό της εισαγγελίας, ότι τα δείγματα DNA που βρέθηκαν στη σκηνή του φόνου συνέπιπταν με του κατηγορούμενου αθλητή. 

Ο ιδιοφυής γενετιστής Κάρι Μάλις, ο οποίος βραβεύτηκε με Νόμπελ χημείας το 1993, χάρη στις έρευνές του για το DNA, είναι απολύτως αντίθετος με την ευφορία της σύγχρονης ιατροδικαστικής χρήσης των μεθόδων που ο ίδιος επινόησε: "Το γεγονός ότι στον τόπο του εγκλήματος βρέθηκε DNA, το οποίο μοιάζει με το DNA κάποιου υπόπτου, θα μπορούσε να σημαίνει διάφορα πράγματα. Αν βρεις τους δυο πρώτους αριθμούς μιας πιστωτικής κάρτας, μπορείς να αποδείξεις ότι δεν είναι η δική μου, εφόσον τα νούμερα δεν συμπίπτουν. Δεν μπορείς, όμως, να αποδείξεις ότι είναι δική μου στην περίπτωση που τα νούμερα συμπίπτουν. Απαιτείται ολόκληρος ο αριθμός για να το κάνεις. Το δείγμα DNA που συλλέγουν τα ιατροδικαστικά εργαστήρια αντιστοιχεί μόνο στους δύο πρώτους αριθμούς. Εχει λοιπόν τα όριά του". (Kary Mullis "Dancing naked in the mind field", Bloomsbury, 1999). Μ' άλλα λόγια, η εφαρμογή του DNA μπορεί μόνο να αθωώσει και όχι να καταδικάσει κάποιον ύποπτο με απόλυτη βεβαιότητα.

Η σχετική συζήτηση είναι πολύ μεγάλη. Οι υποστηρικτές της ανεπιφύλακτης υιοθέτησης του DNA διαθέτουν τεράστια οικονομικά μέσα (τις φαρμακευτικές εταιρείες), αλλά και πολιτικά μέσα (τις αστυνομίες των μεγάλων χωρών και πρώτα απ' όλα το FBI). Ομως αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι δεν χρησιμοποιείται τόσο το DNA για τη διαλεύκανση των "ειδεχθών εγκλημάτων". Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: χρησιμοποιούνται τα ειδεχθή εγκλήματα για να πειστεί ο πληθυσμός μιας χώρας να συναινέσει στη συγκρότηση φακέλων με το DNA των πολιτών της. Τη διαχείριση και την "αξιοποίηση" του γενετικού υλικού αναλαμβάνει η αστυνομία, η οποία μ' αυτό τον τρόπο προκαταλαμβάνει και υποκαθιστά τη δικαιοσύνη. Οσο για τις "τράπεζες DNA", αυτές τις αξιοποιούν οι φαρμακευτικές εταιρίες για την ανακάλυψη και προώθηση νέων φαρμάκων. 

Πριν από μερικά χρόνια, η γερμανική αστυνομία δημιούργησε το πρώτο αρχείο DNA στη χώρα, υποχρεώνοντας χιλιάδες άνδρες κατοίκους μιας περιοχής να δώσουν δείγμα σάλιου, για να εντοπιστεί ο ένοχος του βιασμού μιας ανήλικης κοπέλας. Το ελληνικό ανάλογο είναι να καλέσει το υπουργείο Δημόσιας Τάξης όλους τους κατοίκους των Εξαρχείων να περάσουν και να φτύσουν στην Κατεχάκη, για να συγκριθεί το DNA τους με την τρίχα της 17 Νοέμβρη!



Από τον Τσεβά στον Φουστάνο

Οι ειδικές ρυθμίσεις για την προστασία των μαρτύρων κατηγορίας εμφανίζονται εξαρχής ως το σημείο του υπό εκκόλαψη τρομονόμου που εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη συναίνεση. Ηδη από τον περασμένο Μάιο, τα πρώτα σχετικά δημοσιεύματα ανέφεραν ότι "θα θεσμοθετηθούν μέτρα προστασίας μαρτύρων, αλλά και υπαλλήλων που εμπλέκονται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ανάκριση και στη δικαστική διερεύνηση των υποθέσεων τρομοκρατίας". Ακολουθούσε η διευκρίνιση ότι τα μέτρα αυτά θα στοχεύουν στην "απόλυτη προστασία" μαρτύρων και αστυνομικών "με την παροχή σ' αυτούς ταυτοτήτων με άλλο όνομα" κ.ο.κ. ("Το Βήμα" 7/5/2000). Το θέμα αναζωπυρώθηκε τον Σεπτέμβριο: με αφορμή το πολυσυζητημένο μνημόνιο συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ, γράφτηκε τότε ότι οι μάρτυρες που θα καταθέτουν κατά της "17 Νοέμβρη" θα προστατεύονται με τις μεθόδους που προβλέπουν τα προγράμματα του FBI για όσους δίνουν πληροφορίες κατά της Μαφίας: αλλαγή ονόματος, νέα χαρτιά, εγκατάσταση στην άλλη άκρη της Γης...

Καθώς η είδηση παρέπεμπε περισσότερο στον αμερικανικό κινηματογράφο και λιγότερο στην ελληνική πραγματικότητα, ήταν λογικό να διανθιστεί αυτομάτως με "φυγαδεύσεις μαρτύρων", "δωρεάν πλαστικές επεμβάσεις" και άλλα, εξίσου ευφάνταστα, σενάρια. Οι προθέσεις, πάντως, της κυβέρνησης άρχισαν να ξεκαθαρίζουν λίγο αργότερα, όταν φούντωσε πια η συζήτηση για την "αναγκαιότητα" ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που θα στοχεύει (συλλήβδην) στην πάταξη "της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα". Ιδού πώς τοποθετούσε το πρόβλημα ο υπουργός Δικαοσύνης Μ. Σταθόπουλος στις 5 Νοεμβρίου 2000: "Αν δώσουμε τη δυνατότητα, χωρίς να διακινδυνεύσει ένας μάρτυρας που έχει πληροφορίες -και χωρίς να θεωρείται από την κοινωνία χαφιές-, αν τον προστατεύσουμε, μπορεί οι πληροφορίες του να αποτελέσουν το πρώτο υλικό έρευνας που στη συνέχεια θα μας οδηγήσει σε σημαντικότερα" ("Το Βήμα"). Ακολουθούσαν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις χωρίς προφανώς να εξηγείται πώς θα επιτευχθεί η προστασία ενός μάρτυρα από τη ρετσινιά του χαφιέ.

Αλλά στο ιδιαίτερο ειδικό βάρος των μαρτύρων έχει σταθεί και ο αρμόδιος εισαγγελέας Ιωάννης Διώτης, μιλώντας για "προστατευτικό πλέγμα" που πρέπει να ορθώνεται γύρω τους, θέσπιση κινήτρων (επικήρυξη, επιεική μεταχείριση συνενόχων), καταθέσεις χωρίς ανακοίνωση του ονόματος του μάρτυρα, καταθέσεις εκτός ακροατηρίου κ.ο.κ. ("Το Βήμα" 14/1/2001). Καθώς μάλιστα τα ζητήματα αυτά δεν προκαλούν διαφωνίες, υπάρχουν πληροφορίες ότι, "ως τεχνοκρατικής φύσεως", δεν πρόκειται να απασχολήσουν τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή, αλλά θα περάσουν ως έχουν ("Τα Νέα" 23/1/2001). 

Η δυνατότητα των μαρτύρων να καταθέσουν ανωνύμως ή ψευδωνύμως, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή τηλεδιάσκεψη είναι επομένως τα βασικά "μέτρα προστασίας" τους. Τα μέτρα αυτά θέτουν σαφώς σε κίνδυνο τη διαφάνεια και τη δημοσιότητα της δίκης, αφήνοντας το περιθώριο σε μεθοδεύσεις που δύσκολα θα μπορούν να ελεγχθούν. Αλλά για ποιες δίκες και, πολύ περισσότερο, για ποιους μάρτυρες κρίνεται απαραίτητη η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου; Η στα καθ' ημάς αντιγραφή του μοντέλου της προστασίας όσων καταθέτουν κατά της Μαφίας είναι ούτως ή άλλως προσχηματική: ούτε πολυπλόκαμες οργανώσεις ούτε εκδικητική ομερτά χαρακτηρίζουν την εγχώρια τρομοκρατία. Είναι ενδεικτικό ότι η συζήτηση για τα προτεινόμενα μέτρα δεν άντλησε ποτέ τα επιχειρήματά της από κάποιες ντόπιες μαφιόζικες εκτελέσεις και δεν συνδέθηκε ποτέ με την πάταξη των δικτύων διακίνησης αλλοδαπών γυναικών, για παράδειγμα. Αντιθέτως, περιορίστηκε στους -φανταστικούς- μάρτυρες που "ξέρουν" και "φοβούνται" να μιλήσουν για την τρομοκρατία: η γενικευτική αναφορά στο "οργανωμένο έγκλημα" αποτελεί πρόφαση για την ενασχόληση με την τρομοκρατία. 

Εξίσου υποκριτική είναι η θέση των αρμοδίων, σύμφωνα με την οποία τα "μέτρα προστασίας μαρτύρων" προβλέπονται αυτούσια στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Διεθνικό Οργανωμένο Εγκλημα (Παλέρμο, Δεκέμβριος 2000). Η Σύμβαση του Παλέρμο ασχολείται με το "δουλεμπόριο μεταναστών", το "ξέπλυμα χρήματος", τη "διακίνηση ναρκωτικών" κ.ο.κ. Στον ορισμό, μάλιστα, που προτάσσει, ο χαρακτηρισμός "οργανωμένο έγκλημα" προϋποθέτει ως στόχο των συγκεκριμένων εγκλημάτων το "οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος", αφήνοντας έξω την τρομοκρατία.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Serge Quadruppani «L’ antiterrorisme en France, ou la terreur integree, 1981-1989»
(Παρίσι 1989, εκδ. La Decouverte). Εξαιρετική ανατομία της γαλλικής αντιτρομοκρατικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80. Η «κατασκευή τρομοκρατών» από τους διωκτικούς μηχανισμούς, μέσα από το προβοκάρισμα και την ώθηση αμφισβητιών νέων στην παρανομία και την «ένοπλη πάλη».

Edward Herman & Gerry O’ Sullivan «Η βιομηχανία της τρομοκρατίας» (Αθήνα 1992, εκδ. Το Ποντίκι). Εμπεριστατωμένη αντίκρουση των κυρίαρχων απόψεων για την τρομοκρατία. Καταγραφή των μηχανισμών που καλλιεργούν τη σχετική φοβία και τροφοδοτούνται απ’ αυτή.

George Kassimeris «Europe’s last red terrorists. The Revolutionary Organization 17 November» (Λονδίνο 2001, εκδ. Hurst & Co.). Πρόσφατη έκδοση με θέμα τη 17Ν. Ο συγγραφέας προβάλλει -χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση- τη θέση ότι η εγχώρια τρομοκρατία αποτελεί οργανικό παρακλάδι του «αριστερισμού» της Μεταπολίτευσης, με συγχυτικές αναφορές σε συγκεκριμένες νόμιμες οργανώσεις της Αριστεράς. 

Δημήτρης Μπελαντής «Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και αρχή του κράτους δικαίου» (Αθήνα 1999, εκδ. Π.Ν.Σάκκουλα). Διδακτορική διατριβή με αντικείμενο την ελληνική αντιτρομοκρατική εμπειρία. Εμφαση στην αοριστία του διωκόμενου εγκλήματος και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών δικονομικών κλπ εγγυήσεων.



ΔΕΙΤΕ

Εις το όνομα του πατρό
ς (In the name of the father) του Τζιμ Σέρινταν (1993). Η πραγματική ιστορία 4 Ιρλανδών που, μολονότι αθώοι, πέρασαν μιάμιση δεκαετία στη φυλακή ως αποτέλεσμα της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας που «έλυσε τα χέρια» των βρετανικών διωκτικών αρχών. 

Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ (Die verlorene Εhe von Katarina Blum) του Φόλκερ Σλέντορφ (1975). Αντιτρομοκρατική υστερία και αδηφάγα ΜΜΕ στην Ο.Δ. της Γερμανίας κουρελιάζουν τη ζωή μιας οικιακής βοηθού, που έκανε το λάθος να μην ελέγξει την ταυτότητα του εραστή μιας νύχτας.

(Ελευθεροτυπία, 11/2/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ