ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ


Το άγαλμα της τρομοκρατίας

1.   2.   



Ο πόλεμος για την επικράτηση των δυτικών αξιών έχει και το εσωτερικό του μέτωπο: Την ώρα που χιλιάδες κρατούμενοι στις ΗΠΑ στερούνται και των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων τους, αρμόδιοι κι αναρμόδιοι φλερτάρουν με την ιδέα ενός θεσμικά (!) κατοχυρωμένου βασανισμού τους... 
 

Μπορεί ο κόσμος να μην άλλαξε άρδην μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά το θεσμικό τοπίο των Ηνωμένων Πολιτειών σε ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών υφίσταται μια άνευ προηγουμένου σκλήρυνση, ανατρέποντας μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα πολύτιμες κατακτήσεις της μεταπολεμικής διεθνούς κοινότητας.


Δεν πρόκειται απλώς για το νέο «αντιτρομοκρατικό» οπλοστάσιο (με τον εύγλωττο τίτλο Πατριωτικός Νόμος) που εγκρίθηκε χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις στα τέλη Οκτωβρίου, χάρη στο οποίο διευκολύνεται εφεξής η ανεξέλεγκτη κρατική παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, επιτρέπεται η επ' αόριστον σύλληψη και κράτηση καθ' όλα νόμιμων μεταναστών και υιοθετείται ένας τόσο ευρύς ορισμός της «τρομοκρατικής πράξης» ώστε να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί τρομοκράτης κάθε άτομο που είχε την απρονοησία να συμμετάσχει σε κάποια αντιπολεμική διαδήλωση. 

Ενα πυκνό πλέγμα κρατικών συμπεριφορών, άλλοτε βασισμένων σε πρόσφατες σχετικές διατάξεις και άλλοτε απολύτως άτυπων, προοιωνίζεται μια στροφή σε αντιλήψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα που, τουλάχιστον στα λόγια, έχουν κριθεί εδώ και δεκαετίες ασύμβατες με κάθε έννοια σύγχρονου κράτους δικαίου.

Ετσι, την ώρα που ο Μπους τζούνιορ ξεθάβει τα στρατοδικεία όπου καταδικάζονταν με συνοπτικές διαδικασίες οι σαμποτέρ του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, χιλιάδες ξένοι αραβικής κυρίως καταγωγής που ζουν από καιρό στις ΗΠΑ περιμένουν τη σειρά τους για να υποβληθούν σε ανάκριση, ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης, Τζον Ασκροφτ, συνεχίζει να αρνείται μια στοιχειώδη έστω ενημέρωση για τις συνθήκες κράτησης των περισσότερων από 11.000 ατόμων (σύμφωνα με εκτίμηση των «Τάιμς της Νέας Υόρκης», 10/11) που συνελήφθησαν για τα γεγονότα του περασμένου Σεπτεμβρίου.

Οι εξελίξεις αυτές, αδιανόητες μέχρι προ τινος, αποτυπώνονται με τον πλέον σαφή τρόπο στην πρόθεση των αμερικανικών αρχών να υιοθετήσουν τα βασανιστήρια κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ως ένα δυσάρεστο αλλά πάντως αναπόφευκτο μέσο πρόληψης μελλοντικών τρομοκρατικών χτυπημάτων. 

* Η σχετική συζήτηση πυροδοτήθηκε από μια είδηση που «διέρρευσε» στην «Ουάσιγκτον Ποστ» της 21ης Οκτωβρίου: ανώνυμοι αξιωματούχοι του FBI και του υπουργείου Δικαιοσύνης, σημείωνε ο συντάκτης της εφημερίδας Γουόλτερ Πίνκους, ταλαιπωρημένοι από τη σιωπή των κρατουμένων για την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, σκέφτονται ότι έφτασε ο καιρός να μπουν κατά μέρος οι παραδοσιακές μέθοδοι ανάκρισης «προκειμένου να αντλήσουμε επιτέλους στοιχεία για τα σχέδια των τρομοκρατών». Εως τότε, ουδείς είχε τολμήσει να υπαινιχθεί κάτι παρόμοιο.

* Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από το δημοσίευμα της «Ουάσιγκτον Ποστ», οι διαμαρτυρίες της Διεθνούς Αμνηστίας, αφορούσαν το «ψαλίδισμα» στοιχειωδών δικαιωμάτων κατά την κράτηση των συλληφθέντων μετά την 11η Σεπτεμβρίου (στέρηση της επικοινωνίας τους με συγγενείς, παρακολούθηση των συζητήσεών τους με τους δικηγόρους κ.ο.κ.), τη συζήτηση στο Κογκρέσο για την κράτηση υπόπτων για τρομοκρατία χωρίς να τους απαγγελθεί κατηγορία και τις δηλώσεις κρατικών παραγόντων, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να επιτραπεί και πάλι στην αμερικανική κυβέρνηση να συμμετέχει σε δολοφονίες -κάτι που ίσχυε μέχρι το 1976.

* Στο κλίμα αυτό, το άρθρο του Γ. Πίνκους έμελλε με την ανατριχιαστική σαφήνειά του να αποκαλύψει πως στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα απ' ό,τι φοβούνταν και οι πιο απαισιόδοξοι υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ.

Εκατόν πενήντα είναι περίπου εκείνοι που έχουν κρατηθεί για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου, «αποκάλυπτε» ο συντάκτης της «Ουάσιγκτον Ποστ», αλλά την προσοχή του FBI μονοπωλούν τέσσερα άτομα που κρατούνται στη Νέα Υόρκη και, σύμφωνα με τους ανακριτές τους, πρέπει να κατέχουν πολύτιμες πληροφορίες. (Επρόκειτο, όπως είχε ήδη γίνει γνωστό για τον Γαλλομαροκινό Ζακαριάς Μασαουί, που είχε συλληφθεί τον Αύγουστο στη Μινεσότα, επειδή ζήτησε να παρακολουθήσει μαθήματα οδήγησης αεροπλάνου χωρίς να διδαχθεί τα μυστικά της απογείωσης και της προσγείωσης.

Για δύο Ινδούς, τον Μοχάμεντ Τζαουίντ Αζμάτ και τον Αγιούμπ Αλί Χαν, οι οποίοι τη 12η Σεπτεμβρίου ταξίδευαν στο Τέξας με ψεύτικα χαρτιά και πάνω τους βρέθηκαν δύο κοπίδια, βαφή μαλλιών και 5.000 δολάρια. Και για τον Ναμπίλ Αλμαράμπ, πρώην οδηγό ταξί στη Βοστόνη, για τον οποίο θρυλείται ότι διατηρεί επαφές με την Αλ Κάιντα.)


* «Πέρασαν ήδη 35 ημέρες και κανείς τους δεν μιλάει. Εχουμε αρχίσει να απογοητευόμαστε» φερόταν να δηλώνει στην «Ουάσιγκτον Ποστ» ένας μη κατονομαζόμενος ανώτερος αξιωματούχος του FBI, ακολουθούμενος από έναν επίσης ανώνυμο «έμπειρο συνάδελφό του που συμμετέχει στις ανακρίσεις», ο οποίος αναλάμβανε να προχωρήσει το συλλογισμό ένα βήμα παρακάτω: Οι ανακρίσεις έχουν κολλήσει γιατί οι κρατούμενοι γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι οι ανακριτικές αρχές θα τους συμπεριφερθούν «ανθρωπιστικά».

Οταν όμως δεν υπάρχει άλλη επιλογή, έπρεπε να επιτρέπεται μια μεγαλύτερη «πίεση» του υπόπτου. 

* Οι «εναλλακτικές στρατηγικές» που εξετάζονται αυτή τη στιγμή από τους αρμοδίους, συνέχιζε απτόητο το δημοσίευμα, είναι η χρήση χημικών ουσιών ή «τακτικές πίεσης αντίστοιχες με εκείνες στις οποίες καταφεύγουν περιστασιακά οι ισραηλινοί ανακριτές». Μια άλλη ιδέα είναι η απέλαση των υπόπτων σε συμμαχικές χώρες, οι αρχές ασφαλείας των οποίων δεν έχουν πρόβλημα να βασανίσουν τον κρατούμενο ή να τον εκβιάσουν απειλώντας τον με την ασφάλεια της οικογένειάς του.

* Οι επιλογές αυτές προϋποθέτουν την τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου, καθώς στις ΗΠΑ το δικαστήριο όχι μόνο δεν μπορεί να κάνει δεκτές πληροφορίες που αποσπάστηκαν «με φυσική βία, μη ανθρωπιστική συμπεριφορά ή βασανισμό», αλλά είναι υποχρεωμένο να διατάξει και τη δίωξη των αστυνομικών που ενέχονται σε ανακριτικές μεθόδους αυτού του τύπου.

* Την ιδέα του βασανισμού υπόπτων για τρομοκρατικές επιθέσεις με κριτήριο την «εθνική ασφάλεια» εμφανιζόταν να υποστηρίζει ο ανεξάρτητος δικαστής Κένεθ Σταρ, πασίγνωστος ως «Αγιατολάχ του σεξ» από την εποχή της έμμονης ενασχόλησής του με την υπόθεση Κλίντον-Λιουίνσκι, και ο καθηγητής της νομικής Ντέιβιντ Κόουλ, ένας φιλελεύθερος πανεπιστημιακός που αγωνίστηκε στο παρελθόν να καταδείξει την αντισυνταγματικότητα του αντιτρομοκρατικού νόμου της κυβέρνησης Κλίντον (1995).

* Η αρχή είχε γίνει. Το ένα μετά το άλλο, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αναλάμβαναν να «διερευνήσουν» με τη σειρά τους την πιθανότητα νομοθετικής κατοχύρωσης του βασανισμού των υπόπτων για τρομοκρατικές πράξεις. Φιλοξενώντας τις αντικρουόμενες απόψεις «εμπειρογνωμόνων», συνεισέφεραν αποτελεσματικά στη γρήγορη εξοικείωση του κοινού με το θέμα-ταμπού.

* Ανάμεσά τους το τηλεοπτικό Φοξ Νιουζ, το Νάσιοναλ Πάμπλικ Ρέιντιο και η Μπάλτιμορ Σαν, στην οποία ο Γκρέγκορι Κέιν υπό τον τίτλο «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να το παίζουν καλές στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» περιέγραφε πώς θα βασάνιζε ο ίδιος με τα χέρια του κάποιον που θα γνώριζε κάτι για την 11η Σεπτεμβρίου. «Τούτο το φθινόπωρο της οργής», συμπλήρωνε από την πλευρά του ο Τζόναθαν Αλτερ του «Νιούζγουικ» (5/11), « ο νους ακόμη κι ενός φιλελεύθερου μπορεί να πάει στα βασανιστήρια».

* Οχι βέβαια στα σκληρά σωματικά βασανιστήρια, αλλά στον ορό της αλήθειας, την ψυχολογική πίεση ή την απέλαση στη Σαουδική Αραβία, όπου οι αρχές αρέσκονται στους γρήγορους αποκεφαλισμούς.

Κατά το συντάκτη του περιοδικού, «ζούμε πια σε έναν καινούριο κόσμο και η επιβίωση στον κόσμο αυτόν απαιτεί την επιστροφή σε παλιές τεχνικές που έμοιαζαν ξεπερασμένες», ενώ όσοι διαφωνούν με την άποψη αυτή είναι άνθρωποι «που ζουν ακόμη στην Αμερική της 10ης Σεπτεμβρίου, σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια».

* Ακολουθούσε μια θετική αναφορά στο ισραηλινό μοντέλο «ήπιας σωματικής πίεσης» του ανακρινόμενου και οι θέσεις του καθηγητή του Χάρβαρντ Αλαν Ντέρσοβιτς, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον τα βασανιστήρια θεωρηθούν θεμιτά, την ευθύνη τους πρέπει να αναλαμβάνουν οι δικαστικές αρχές εκδίδοντας ειδικά «εντάλματα βασανισμού», όπως ακριβώς εκδίδουν ένταλμα έρευνας της κατοικίας των υπόπτων. 

«Δεν μπορούμε να νομιμοποιήσουμε τα σωματικά βασανιστήρια» κατέληγε υποκριτικά το δημοσίευμα. «Είναι ενάντια στις αμερικανικές αρχές μας. Αλλά, καθώς θα συνεχίσουμε να καταγγέλλουμε τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε άλλα σημεία του πλανήτη, πρέπει να έχουμε το μυαλό μας ανοιχτό σε ορισμένα μέτρα που θα μας επιτρέψουν να παλέψουμε κατά της τρομοκρατίας, όπως είναι η εγκεκριμένη από το δικαστήριο ψυχολογική ανάκριση. Και πρέπει ακόμη να σκεφτούμε τη μεταφορά κάποιων υπόπτων στους λιγότερο μυγιάγγιχτους συμμάχους μας».

* Σε αντίστοιχα συμπεράσματα κατέληγε και η Κόλιν Λίβι από τη στήλη της στη «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ» (13/11): «Τα ωμά βασανιστήρια είναι αναποτελεσματικά και εξευτελιστικά και για τις δύο πλευρές. Υπάρχουν ωστόσο τρόποι για να φτάσουμε στην αλήθεια. Οι Αμερικανοί, με την οξύνοιά τους και με τον αναλογικά τεράστιο αριθμό των κλινικών ψυχολόγων τους, οφείλουν να καταφέρουν να σπάσουν το καρύδι δίχως να πέσουν στο επίπεδο ενός Λάντεν». 

Το ισραηλινό μοντέλο

* Παρ' όλο που η πλειονότητα των δημοσιευμάτων δείχνει να κλίνει προς την «ήπια πίεση» του υπόπτου με ψυχολογικές κατά κύριο λόγο τεχνικές, δεν λείπουν και οι συγκεκριμένες αναφορές στην αποτελεσματικότητα κάποιων πιο «ωμών» λύσεων που κατά καιρούς υιοθετήθηκαν σε βάρος τρομοκρατών από Φιλιππίνες ή Ιορδανία.

Αλλά συχνοί είναι και οι υπαινιγμοί εναντίον άλλων, πιο «σκληρών» δυτικών αστυνομιών, όπως για παράδειγμα η γαλλική, στην οποία πολλοί προτείνουν να παραπεμφθεί για τα περαιτέρω ο Ζακαριάς Μασαουί, ένας από τους τέσσερις «σιωπηλούς» κρατούμενους της Νέας Υόρκης.

Εκείνο ωστόσο που οι πάντες έχουν στο μυαλό τους, και οι περισσότεροι μάλιστα δεν διστάζουν να το ομολογήσουν, είναι το μοντέλο του Ισραήλ, τη μοναδική δηλαδή περίπτωση σύγχρονου κράτους που κατοχύρωσε θεσμικά το βασανισμό «υπόπτων για τρομοκρατία για λόγους εθνικής ασφαλείας».

Μπορεί ύστερα από πολύχρονες διεθνείς πιέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ να έθεσε τα βασανιστήρια εκτός νόμου το Σεπτέμβριο του 1999, ωστόσο συχνές παραμένουν οι καταγγελίες Παλαιστινίων και ανθρωπιστικών οργανώσεων για τις πρακτικές βασανισμού στις οποίες καταφεύγουν ακόμη οι άντρες της περιβόητης Γενικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (Σιν Μπετ), της αστυνομίας και του στρατού.

Ούτως ή άλλως, όταν οι Αμερικανοί αναφέρονται σήμερα στο «ισραηλινό παράδειγμα», εννοούν την περίοδο που προηγήθηκε της νομοθετικής απαγόρευσης των βασανιστηρίων: από το 1987 και έως το 1999, και παρά τη διεθνή (επισήμως και αμερικανική) κατακραυγή, η Σιν Μπετ βασάνιζε Παλαιστίνιους βάσει μυστικών οδηγιών που είχε συντάξει η επιτροπή Λαντάου και επέτρεπαν «την άσκηση μιας ήπιας φυσικής πίεσης» σε βάρος του κρατουμένου.

* Οι «ήπιες» αυτές τεχνικές βασανισμού, όπως αποκαλύφθηκαν από τα θύματα και ομολογήθηκαν στο δικαστήριο και από τους θύτες, περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τη στέρηση ύπνου, την πολύωρη ακινησία σε επώδυνες στάσεις, τον εγκλεισμό σε κελιά μεγέθους μιας κούτας, το συνεχές «ταρακούνημα» μέχρις απώλειας των αισθήσεων, τις απειλές κατά της ζωής, της υγείας και της οικογένειας των κρατουμένων.

* Τα θύματα περιέγραψαν επανειλημμένα και «σκληρότερες» μεθόδους (ξυλοδαρμούς, ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα κ.ά.), τις οποίες αρνούνταν οι βασανιστές στο δικαστήριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι με διάφορες αφορμές (έκρηξη βόμβας στο Τελ Αβίβ το 1994, επίθεση αυτοκτονίας τον Ιανουάριο του 1995), οι αρμόδιοι επέτρεπαν την προσφυγή των ανακριτικών οργάνων σε «αυξημένη φυσική πίεση» των κρατουμένων. Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ είχε επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων από το 1991, αλλεπάλληλα νομοσχέδια τα επόμενα χρόνια φρόντιζαν να αφήνουν ένα θεσμικό παραθυράκι που να νομιμοποιεί την «πίεση» υπόπτων όταν συνέτρεχαν λόγοι «εθνικής ασφαλείας».

Τα άπειρα πρόσωπα της βίας

* Εντυπωσιακές είναι οι ομοιότητες του λόγου των ισραηλινών αρχών με την επιχειρηματολογία στην οποία καταφεύγουν σήμερα κάποιοι (προσώρας ανώνυμοι) αμερικανοί αξιωματούχοι προκειμένου να πείσουν για την αναγκαιότητα προσφυγής σε τεχνικές «ήπιας πίεσης» των δικών τους κρατουμένων: ο «εχθρός» είναι ούτως ή άλλως ο ίδιος («μουσουλμάνοι τρομοκράτες»), ίδιο και το ανώτατο αγαθό που διακυβεύεται από τη δράση τους (η «ακεραιότητα της χώρας», η «εθνική ασφάλεια»).

Υπάρχει, βέβαια, και ο αντίλογος: ακούγονται ήδη κάποιες φωνές που υποστηρίζουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε πλήρη ανατροπή του αμερικανικού νομοθετικού οπλοστασίου, καταστρατήγηση της 4ης και της 5ης Τροπολογίας και παράβαση αρκετών άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Μειοψηφικές αυτές οι θέσεις, διατυπώνονται από νομικούς και δημοσιογράφους που δεν αγνοούν ότι, παρά τις όποιες απαγορεύσεις, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ με προεξάρχουσα τη CIA έχουν αποδεδειγμένα αναμειχθεί σε άπειρες υποθέσεις βασανισμού, εξάγοντας τη σχετική αμερικανική «τεχνογνωσία» σε χώρες όπως η Βραζιλία, το Ελ Σαλβαδόρ, η Ουρουγουάη, η Περσία του Σάχη κ.ο.κ. 

* Πέρα, από τη σκοτεινή ιστορία των μυστικών υπηρεσιών υπάρχει και η εξίσου ανατριχιαστική πραγματικότητα των αμερικανικών αστυνομικών τμημάτων και των φυλακών, όπου βασανίζονται συστηματικά δεκάδες χιλιάδες κρατούμενοι.

Οταν επομένως ο υπουργός Ασκροφτ αναφέρεται με περηφάνια στη στρατηγική της «σκληρής κράτησης» των υπόπτων για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, βασίζεται σε ένα κατασταλτικό σύστημα που σε μεγάλο βαθμό εφαρμόζεται ήδη και σε κρατούμενους λιγότερο «επικίνδυνους για την ασφάλεια της χώρας».

* Γιατί από πολλές απόψεις, τα «απαγορευμένα» βασανιστήρια συνιστούν μια πρακτική που ανθεί σε πολλά αστυνομικά τμήματα (κυρίως εκείνα της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Λος Αντζελες), αλλά και στα περισσότερα σωφρονιστικά ιδρύματα της χώρας (κυρίως στις φυλακές υψίστης ασφαλείας).

Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επικύρωσαν το 1994 τη Διεθνή Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, οι εκθέσεις των αρμόδιων διεθνών οργανισμών και της Διεθνούς Αμνηστίας συνεχίζουν να απαριθμούν πληθώρα παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων που κάλλιστα θα μπορούσαν να υπαχθούν στην κατηγορία του βασανιστηρίου.

Στις ποικίλες εκφράσεις της «αστυνομικής βαναυσότητας» περιλαμβάνονται απρόκλητοι πυροβολισμοί κατά άοπλων πολιτών, ξυλοδαρμοί και κακομεταχείριση των προσαγομένων στο τμήμα, επιθέσεις με χημικά εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών κ.ο.κ. Συχνές είναι και οι καταγγελίες για βασανισμό κρατουμένων με ηλεκτροσόκ χάρη σε «μη θανατηφόρα όπλα» τελευταίας εσοδείας, ενώ παγκόσμια πρωτοτυπία αποτελεί η μαζική χρήση της «ηλεκτροφόρας ζώνης».

* Η ζώνη αυτή, την οποία υποχρεώνονται να φέρουν «ατίθασοι» κρατούμενοι στο δικαστήριο ή κατά τη μεταγωγή τους σε άλλη φυλακή, ενεργοποιείται με τηλεχειρισμό, χτυπώντας με μια ηλεκτρική εκκένωση 50.000 βολτ τον αριστερό νεφρό του ατόμου που τη φορά.

Ο κρατούμενος αισθάνεται έναν οξύτατο πόνο, παραλύει και πέφτει κάτω χάνοντας τις αισθήσεις του. 

* Εξαιρετικά εύγλωττα είναι και τα στοιχεία για τα σεξουαλικά βασανιστήρια που υφίστανται άντρες, γυναίκες και ανήλικοι στις αμερικανικές φυλακές. Φετινή έρευνα σε επτά αντρικές φυλακές τεσσάρων διαφορετικών πολιτειών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το 21% των φυλακισμένων έχουν υποστεί βιασμό μία τουλάχιστον φορά κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους.

* Στα 1997, ο βασανισμός και ο βιασμός με ένα σκουπόξυλο του Αμπνερ Λουίμα, μετανάστη από την Αϊτή, σε αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης οδήγησε -πράγμα σπάνιο- στην καταδίκη των ένοχων αστυνομικών, αλλά προκάλεσε και μια μεγάλη συζήτηση για τους τρόπους αντιμετώπισης της βίας που ενδημεί στα αστυνομικά τμήματα. Στο περιθώριο της συζήτησης αυτής, νομικοί και υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων υποστήριξαν ότι ούτε η ομοσπονδιακή ούτε η συγκεκριμένη πολιτειακή νομοθεσία περιλαμβάνουν τη ρητή ποινικοποίηση των βασανιστηρίων ως βασανιστηρίων (και όχι ως «συγγενών» παραβάσεων, π.χ. βιασμού, κακοποίησης κ.ο.κ.) και ότι οι ΗΠΑ έχουν καθυστερήσει στο σημείο αυτό να εναρμονιστούν με τις οδηγίες της Διεθνούς Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων. 

Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, η σημερινή «ζύμωση» για τις «ήπιες τεχνικές πίεσης» των κρατουμένων μοιάζει από περιττή έως υποκριτική. Αλλά δεν είναι: Στην τρέχουσα συγκυρία, οιουδήποτε τύπου θεσμική ανοχή των βασανιστηρίων θα αποτελέσει ρητή επιδοκιμασία των «αστυνομικών βαναυσοτήτων» που, επισήμως τουλάχιστον, αντιμετωπίζονται ως αυθαίρετες, έκνομες και καταδικαστέες συμπεριφορές επίορκων οργάνων σε βάρος των ασθενέστερων στρωμάτων της αμερικανικής κοινωνίας. Με την έννοια αυτή, η σύνδεση των τακτικών βασανισμού με την ανακριτική διαδικασία και με μια «ειδική» κατηγορία κρατουμένων συνιστά τομή για το αμερικανικό δικαιικό σύστημα.

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα έχει πάντως διανυθεί με την κατά συρροή καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων όσων κρατούνται για τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Γιατί, όπως τονίζει και η Διεθνής Αμνηστία σε πρόσφατη ανακοίνωσή της (8/11) στην οποία συγκρίνεται η κατάσταση στην Τουρκία με εκείνη στις ΗΠΑ, η επ' αόριστον κράτηση χωρίς απαγγελία κατηγορίας και η απαγόρευση της επικοινωνίας με δικηγόρο και συγγενείς είναι ο παράγοντας-κλειδί που οδηγεί περίπου αναπότρεπτα στην κακοποίηση και το βασανισμό των κρατουμένων.

(Ελευθεροτυπία, 25/11/2001)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ