ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

Το Ιράκ της Νέας Τάξης

1. / 2.   

Ενας εκτενής δημόσιος διάλογος διεξάγεται τους τελευταίους μήνες στις ΗΠΑ σχετικά με το Ιράκ. Δεν αφορά, ωστόσο, τα υπέρ και τα κατά της επερχόμενης επίθεσης σ' αυτή τη χώρα. Αντικείμενό του είναι όσα προβλέπεται να γίνουν εκεί μετά τον πόλεμο και την ανατροπή του μπααθικού καθεστώτος.
 

Η σχετική συζήτηση γίνεται δημόσια και σ' αυτήν παίρνουν μέρος τα πιο έγκριτα επιστημονικά ιδρύματα και «στρατηγικά» ερευνητικά κέντρα των ΗΠΑ: το CFR (Council on Foreign Relations, Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων), το CSIS (Center for Strategic & International Studies, Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών), το ΑΕΙ (American Enterprise Institute, Αμερικανικό Επιχειρηματικό Ινστιτούτο), το Heritage Foundation (Ιδρυμα Κληρονομιάς), το ICG (International Crisis Group, Ομάδα Διεθνών Κρίσεων) και άλλα πολλά. 

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια έντονη διαπάλη μηχανισμών και πολιτικοοικονομικών κέντρων εξουσίας, με επίδικο αντικείμενο τη μοιρασιά της λείας από τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. 

Οσο για τη «διαφάνεια» της όλης ζύμωσης, είναι κι αυτή ένα από τα σημάδια των καιρών μας -και συγκεκριμένα, της «νέας αποικιοκρατίας» που περιγράψαμε σε πρόσφατο αφιέρωμά μας («Ιός» 5.1.03). Η κατάργηση της διεθνούς νομιμότητας, όσον αφορά τη μεταχείριση όσων βρίσκονται έξω από το κλαμπ της αναπτυγμένης Δύσης, συμβαδίζει μ' έναν ανοιχτό -και απροσχημάτιστα κυνικό- διάλογο για το διά ταύτα μεταξύ των κυρίαρχων του Πρώτου Κόσμου.

Θεωρήσαμε χρήσιμη μια (αναγκαστικά σύντομη) καταγραφή αυτού του «διαλόγου». Οχι μόνο γιατί έτσι φωτίζονται καλύτερα οι πραγματικές στοχεύσεις της επίσημης Ουάσιγκτον, αλλά και γιατί αυτό μας επιτρέπει να διαγνώσουμε τις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό των κυρίαρχων κύκλων των ΗΠΑ.

**Μια πρώτη τέτοια διαχωριστική γραμμή, είναι αυτή ανάμεσα στα κατ' εξοχήν «γεράκια» της ρεπουμπλικανικής ακροδεξιάς και τους διακομματικούς «ρεαλιστές» του αμερικανικού κατεστημένου. 

* Οι πρώτοι εκφράζονται κυρίως από το ΑΕΙ και το Heritage Foundation, θεωρούν την επίθεση κατά του Ιράκ ως το μεταψυχροπολεμικό ισοδύναμο της ριγκανικής σταυροφορίας εναντίον της κομμουνιστικής «αυτοκρατορίας του κακού», ονειρεύονται μια «αναμόρφωση» εκ βάθρων ολόκληρης της Μέσης Ανατολής και δεν κρύβουν καθόλου την πρόθεσή τους να χρησιμοποιήσουν τον επερχόμενο πόλεμο για να διαλύσουν τον ΟΠΕΚ και να υποτάξουν ολοκληρωτικά τους ανταγωνιστικούς καπιταλισμούς (Ε.Ε., Ρωσία, Κίνα) στην αμερικανική ηγεμονία.

* Οι δεύτεροι εκφράζονται από περισσότερο «έγκυρα», «διακομματικά» θινκ τανκ όπως το CFR, το CSIS ή το ICG. Στις εκθέσεις τους φροντίζουν, πρώτα απ' όλα, να διευκρινίσουν ότι δεν παίρνουν θέση υπέρ ή κατά του πολέμου εναντίον του Ιράκ -απλώς, καλού κακού φροντίζουν να υποβάλουν τις προτάσεις τους για κάθε ενδεχόμενο. Βασικό μέλημά τους, ορατό διά γυμνού οφθαλμού, είναι να διασφαλίσουν τη συνοχή του δυτικού κόσμου, κάτω από αμερικανική βέβαια ηγεμονία, διατηρώντας όμως σε ισχύ τους «πολυμερείς» εκείνους μηχανισμούς (όπως ο ΟΗΕ) που λειτουργούν ως μακροπρόθεσμοι εγγυητές μιας σχετικά ήπιας διαχείρισης των αναδυόμενων κρίσεων. Η ανησυχία τους αυτή δεν τους κάνει, βέβαια, ούτε λιγότερο κυνικούς ούτε λιγότερο υποκριτές από τους προηγούμενους.

Τέσσερα είναι τα βασικά ζητήματα που απασχολούν και τις δυο σχολές, όσον αφορά τις προοπτικές του μεταπολεμικού Ιράκ: 

Ομοσπονδία υπό κατοχή

(α) η μορφή κρατικής οργάνωσης που θα επιβληθεί στη χώρα μετά την ανατροπή του Σαντάμ, (β) η ταυτότητα των ντόπιων συνεργατών, στους οποίους θα ανατεθεί η διακυβέρνησή της, (γ) η έκταση του όποιου «εκδημοκρατισμού», και -φυσικά- (δ) η τύχη της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας.

Κοινή εκτίμηση όλων ανεξαίρετα των μελετών είναι ότι πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ και να αποτραπεί ο κατακερματισμός της χώρας σε τρία ή περισσότερα κομμάτια (Κούρδοι στο Βορρά, Σιίτες στο Νότο, Σουνίτες γύρω από τη Βαγδάτη). 

- Ως μοναδική λύση προς αυτή την κατεύθυνση βλέπουν τη μετατροπή του Ιράκ σε ομοσπονδιακό κράτος, με «εκχώρηση» εξουσιών στις επαρχίες από την κεντρική κυβέρνηση.

* Ειδική μέριμνα λαμβάνεται, απ' όλες τις αναλύσεις, για την αποτροπή της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βορρά. Κάτι τέτοιο θεωρείται ανεπίτρεπτη πρόκληση προς τη γειτονική Τουρκία, η οποία ενδεχομένως θα οδηγούσε σε στρατιωτική εισβολή της τελευταίας και κατάληψη του βόρειου τμήματος της χώρας. Φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη θεωρείται απλά ανεπιθύμητη, χωρίς να προκαλεί τα ρίγη αγανάκτησης που γέννησε η παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας από την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ.

* Με δεδομένη τη μακροχρόνια καταπίεση Κούρδων και Σιιτών από το τωρινό καθεστώς της Βαγδάτης, η διατήρηση της παραπάνω ισορροπίας δεν μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί καθόλου δεδομένη. Εξ ου και η γενικευμένη αίσθηση των στρατηγικών αναλυτών για την ανάγκη μιας ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας, προκειμένου να κατασταλεί κάθε αποσχιστική τάση. 

«Οι προτεραιότητές μας είναι "αντιδημοκρατικές"», γράφει χαρακτηριστικά σε έκθεσή του ο Αντονι Κόρντεσμαν, βασικός αναλυτής του CSIS (31.12.02). «Πρέπει ουσιαστικά να επιβάλουμε την εδαφική ακεραιότητα και να περιορίσουμε την κουρδική αυτονομία. Δεν πρόκειται να υπάρξουν έγκυρες λύσεις του ζητήματος των Κούρδων και των Σιιτών στη βάση της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης». 

* Ως «προληπτικό» βήμα, ο ίδιος προτείνει τη στρατιωτική κατοχή του Κιρκούκ από τον αμερικανικό στρατό, αμέσως μετά την έναρξη των επιχειρήσεων. Αποφασιστικότερο, το CFR προτείνει επίσης την έγκαιρη «ανάπτυξη» αμερικανικών δυνάμεων στη Μοσούλη και την Καρμπάλα. 

Κατηγορηματικότεροι είναι, φυσικά, οι οπαδοί της άνευ όρων αμερικανικής κυριαρχίας. Στο συνέδριο που οργάνωσε στις 3 Οκτωβρίου το ΑΕΙ με θέμα το «σχεδιασμό για ένα μετα-σανταμικό Ιράκ», οι εισηγητές δεν έκρυψαν το όραμά τους για μια μακροχρόνια, μαζική στρατιωτική κατοχή της χώρας από τις ΗΠΑ: «Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για μια στρατιωτική κατοχή που θα ξεκινήσει με 150.000 στρατιώτες και μπορεί να απασχολήσει πάνω από 100.000 γι' αρκετά χρόνια», ξεκαθάρισε λ.χ. ο καθηγητής Μάικλ Ο' Χάνλον του Brookings Institution. Σύμφωνα με τον ίδιο, η στρατιωτική κατοχή της χώρας αναμένεται να διαρκέσει «το λιγότερο 5 με 10 χρόνια».

- Αλλοι συνομιλητές του υπήρξαν μετριοπαθέστεροι, το γενικό κλίμα όμως παρέμεινε το ίδιο. 

Σύμφωνα λ.χ. με τον καθηγητή του Χάρβαρντ Κανάν Μακίγια, εκπρόσωπο «ορισμένων ιρακινών κύκλων που συνδέονται και συνεργάζονται στενά -επί της ουσίας φιλικά- με κάποιες υπηρεσίες τούτης της χώρας», «οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν στη σύναψη συνθήκης με μια νέα, έγκαιρα σχηματισμένη ιρακινή κυβέρνηση για τη διατήρηση στρατιωτικής παρουσίας στο εσωτερικό του Ιράκ, με σκοπό τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Και θα συμφωνήσουν να το κάνουν αυτό για μια χρονική περίοδο που θα μετριέται με τα χρόνια, όχι με τους μήνες». 

- Σαφέστερος όλων ήταν ο Ι. Αλολόμ, στέλεχος βρετανικών πετρελαϊκών εταιρειών και ταυτόχρονα διευθυντής της «προσανατολισμένης προς το Ιράκ ανθρωπιστικής οργάνωσης» Relief International UK: η στρατιωτική κατοχή της χώρας «τουλάχιστον για τα επόμενα 4-5 χρόνια», εξήγησε, θα λειτουργεί «ως ασφάλεια ζωής για τη συνέχιση των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών» που ευαγγελίζεται η Δύση και, ταυτόχρονα, θα αποτελεί «ένα μεγάλο κίνητρο για την προσέλκυση των διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών».

Ποια δημοκρατία;

**Η βασική διαφορά «γερακιών» και «ρεαλιστών» εστιάζεται στη σύσταση των κατοχικών δυνάμεων: Για τους πρώτους, σπονδυλική στήλη της κατοχής δεν μπορεί να είναι άλλος από τον αμερικανικό στρατό. Οι «ρεαλιστές», αντίθετα, θέλουν να βάλουν στο παιχνίδι όσο γίνεται περισσότερους συνεργάτες. Το CFR συνιστά, λ.χ., όχι μόνο οι αμερικανικές δυνάμεις να είναι «ελάχιστα ορατές», αλλά και «να είναι ευπρόσδεκτη η πληρέστερη δυνατή ανάμειξη πολυμερών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, γειτονικών χωρών (ιδίως αραβικών), μη αραβικών μουσουλμανικών χωρών και άλλων δυτικών εταίρων στις προσπάθειες διατήρησης της ειρήνης, συμφιλίωσης κι ανοικοδόμησης».

**Αυτή η «πολυμερής» ανάμειξη ξεκινά, για τους ρεαλιστές, από το σχηματισμό της νέας τοπικής εξουσίας. Η εισήγηση του CFR προβλέπει το διορισμό μιας «βραχυπρόθεσμης, διεθνούς διοίκησης του Ιράκ υπό την εποπτεία του ΟΗΕ», με ισχυρή «διεθνή συμμετοχή» (σύμφωνα με το αφγανικό πρότυπο) και «με προοπτική την όσο το δυνατόν γρηγορότερη επανεισαγωγή πλήρους ιρακινής διακυβέρνησης». 

Μέχρι τότε, φυσικά, προβλέπεται εκτεταμένη εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τα στελέχη του τωρινού καθεστώτος και προσεταιρισμός όσων από τα στελέχη του στρατού, της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής επιστημονικής κοινότητας δείξουν διάθεση προσαρμογής στη νέα τάξη.

*Ελαφρά παραλλαγμένη είναι και η πρόταση του CSIS: Διορισμός προσωρινής κυβέρνησης από τον ΟΗΕ, μ' επικεφαλής έναν «μεταβατικό διοικητή», στην οποία θα παραχωρηθεί κάθε εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική και οικονομική εξουσία. 

Ο διορισμός πρέπει να γίνει πριν από τη λήξη της σύρραξης, όπως και η επιλογή των 18 επάρχων που θα αναλάβουν τη διοίκηση των αποκεντρωμένων -πλέον- περιφερειών. Η αποκέντρωση αυτή θεωρείται, μεσοπρόθεσμα, ιδεώδης μηχανισμός για τον εντοπισμό και την «καλλιέργεια» μιας νέας γενιάς στελεχών, απαλλαγμένων από τις αντιιμπεριαλιστικές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Στο μεταξύ, η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού θα γίνει με στρατολογίες από την ιρακινή διασπορά, αλλά και με «τη μάξιμουμ χρησιμοποίηση των υπαρχουσών ιρακινών δημόσιων υπηρεσιών». 

*Μεταξύ των τελευταίων συγκαταλέγεται, ρητά, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού και της «κανονικής» αστυνομίας του τωρινού καθεστώτος. Ειδικά για την τελευταία, προβλέπεται η απομάκρυνση περίπου του 1/3 των μελών της και η αξιοποίηση των υπόλοιπων «κάτω από διεθνή επίβλεψη». Οσο για το στρατό, από τους 375.000 σημερινούς φαντάρους προβλέπεται η διατήρηση κάπου 150.000, ώστε να απαλλαγούν οι Αμερικανοί από το «φορτίο» της φύλαξης των συνόρων (και -εννοείται- διάφορες άλλες βρομοδουλειές).

* Γλαφυρότερος όσον αφορά τις λεπτομέρειες αυτής της μετάβασης, είναι ο Κόρντεσμαν του CSIS. «Το Ιράκ δεν πρόκειται να γίνει μοντέλο δημοκρατίας για πολλά χρόνια», ξεκαθαρίζει, επικαλούμενος την απουσία ντόπιων δημοκρατικών παραδόσεων και «βιώσιμων πολιτικών κομμάτων». Αλλωστε, προσθέτει, «δεν έχουμε το χρόνο για πολύ διάλογο» -κυρίως, όμως, «πρέπει να δώσουμε έμφαση στην πολιτική σταθερότητα κι όχι στη δημοκρατία». Ενα πρόσθετο επιχείρημα, που μάλλον διακριτικά επικαλείται, είναι η απέχθεια του αραβικού περίγυρου, και πάνω απ' όλα των συμμάχων της Ουάσιγκτον στην περιοχή (Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Εμιράτα, Πακιστάν), για οποιοδήποτε πείραμα πραγματικού εκδημοκρατισμού.

Μολονότι θεωρητικά αντίθετα, τα «γεράκια» των ΗΠΑ συμφωνούν ουσιαστικά πλήρως μ' αυτή την αντιδημοκρατική προοπτική. Δική τους πρόταση είναι η ανακήρυξη μιας «προσωρινής κυβέρνησης», βασισμένης στο εξόριστο Ιρακινό Εθνικό Κογκρέσο (INC), ήδη πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Η πρότασή τους όμως αυτή συνδέεται περισσότερο με την τύχη των πετρελαιοπηγών παρά με οποιαδήποτε πρόθεση πραγματικής απελευθέρωσης του ιρακινού λαού από τη δικτατορία του Σαντάμ.

*Αποκαλυπτική είναι, επ' αυτού, η αποστροφή του εκπροσώπου του Iraq Foundation, Ρεντ Ραχίμ Φρανκλ, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της υπαρκτής αντιπολίτευσης στο εσωτερικό της χώρας: «Στην ιρακινή πολιτική σκηνή», εξηγεί στην ημερίδα του ΑΕΙ (3.10.02), «δεν υπάρχει κάτι σαν το τσέχικο Φόρουμ των Πολιτών. Εχουμε πολιτικά κόμματα ή πολιτικές ομάδες, πολιτική σκέψη, που αναδύθηκαν στη δεκαετία του '60 και καθηλώθηκαν στο 1968-70. Εχουμε αραβικό εθνικισμό, έχουμε ισλαμιστές, έχουμε κομμουνιστές. Αυτά είναι, χοντρικά, τα βασικά λουλούδια. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένεση νέας πολιτικής σκέψης σ' αυτή την ιρακινή αντιπολίτευση. Κι αυτό, νομίζω, είναι μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση, γιατί μιλάμε για την ισορροπία δυνάμεων στο Ιράκ την ημέρα που θα φύγει ο Σαντάμ. Το μόνο που προϋπάρχει εκεί είναι αυτές οι αποστεωμένες, ξενόφερτες ιδεολογίες. Η δυναμική της νέας, εκσυγχρονιστικής σκέψης που ανταποκρίνεται στις μελλοντικές ανάγκες του Ιράκ είναι ανεπαρκής».

* Πρέπει, βέβαια, να σου περισσεύει το θράσος για να χαρακτηρίζεις «ξενόφερτη» την αντίσταση στο εσωτερικό της χώρας, μιλώντας στην Ουάσιγκτον εξ ονόματος μιας οργάνωσης επιδοτούμενης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τη CIA. Ομως ο Φρανκλ και οι άλλοι συνδαιτυμόνες των συμποσίων του ΑΕΙ, έχουν τη ρητή διαβεβαίωση των αμφιτρυώνων τους ότι προαλείφονται για νέα ηγεσία της χώρας: 

«Η μόνη λύση για το Ιράκ», δήλωσε χαρακτηριστικά στην εν λόγω ημερίδα ο Ρίτσαρντ Περλ, πρόεδρος ταυτόχρονα της εταιρείας Hollinger Digital και του Συμβουλίου Αμυντικής Πολιτικής του αμερικανικού Πενταγώνου, «είναι η αντικατάσταση των αλητών που κυβερνούν σήμερα τον τόπο με ανθρώπους όπως αυτοί που βλέπετε σε τούτο εδώ το τραπέζι».

* Αρκετά διαφορετικές είναι ωστόσο οι εκτιμήσεις των «ρεαλιστών». Μια έρευνα της ιρακινής κοινής γνώμης από το ICG στις αρχές του φθινοπώρου, λ.χ., επισημαίνει ότι «η εξόριστη αντιπολίτευση, που πλασάρεται από ένα μέρος της διεθνούς κοινότητας σαν το μελλοντικό υπόβαθρο της πολιτικής δομής του Ιράκ, αντιμετωπίζεται με σημαντική καχυποψία και, σε κάποιες περιπτώσεις, με φόβο» από το μέσο αντικαθεστωτικό ιρακινό.

* Ακόμη κατηγορηματικότερη είναι η έκθεση του CFR: «Είναι σημαντικό να αντισταθούμε στον πειρασμό, που προωθείται από διάφορα επιτελεία, να δημιουργήσουμε μια προσωρινή κυβέρνηση πριν από τις εχθροπραξίες ή να επιβάλουμε μια μεταπολεμική κυβέρνηση, ιδίως μια κυβέρνηση στην οποία θα κυριαρχούν οι ηγέτες της εξόριστης αντιπολίτευσης. Μια τέτοια κυβέρνηση θα στερείται οποιασδήποτε εσωτερικής νομιμότητας και θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας. Η αντιπολίτευση του εξωτερικού έχει ένα σημαντικό ρόλο να παίξει στον καθορισμό του μέλλοντος του Ιράκ, πρέπει όμως να ιδωθεί ως μια αξιόλογη φωνή ανάμεσα σε πολλές άλλες». 

* Το τελικό -και ύψιστο- διακύβευμα της όλης εκστρατείας αποτελεί, φυσικά, το πολύτιμο ιρακινό πετρέλαιο. 

Παρ' όλες τις αμήχανες διαβεβαιώσεις ότι η τύχη του ουδόλως απασχολεί τους αρχιτέκτονες του επερχόμενου πολέμου, μεγάλο μέρος των εκθέσεων και των ημερίδων αφιερώνονται ακριβώς σ' αυτό το θέμα.

Ο έλεγχος του πετρελαίου

Πάγια είναι κατ' αρχήν η διαπίστωση της στρατηγικής σημασίας της χώρας σ' αυτό το πεδίο: με γνωστά πετρελαϊκά αποθέματα 112,5 δισεκατομμυρίων βαρελιών (έναντι μόλις 29 των ΗΠΑ), το Ιράκ έρχεται δεύτερο στον κόσμο μετά τη Σαουδική Αραβία, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι στην πραγματικότητα την ξεπερνά κατά πολύ. Σ' αυτά πρέπει να προστεθεί ένα μεγάλο απόθεμα φυσικού αερίου, ανεκμετάλλευτο μέχρι σήμερα, καθώς και τα μεγαλύτερα κατά κεφαλήν υδάτινα αποθέματα σε όλη τη Μ. Ανατολή. Είναι προφανές ότι όποιος ελέγξει αυτόν τον πλούτο, θα είναι σε θέση να αποσπάσει από τους Σαουδάραβες το μονοπώλιο ρύθμισης της τιμής του μαύρου χρυσού στις διεθνείς αγορές, τινάζοντας ενδεχομένως στον αέρα το καρτέλ του ΟΠΕΚ.

Ποιος θα είναι, όμως, αυτός; 

* Σύμφωνα με τα «γεράκια» του ΑΕΙ, «μόνοι αρμόδιοι να το αποφασίσουν θα είναι οι ίδιοι οι Ιρακινοί». Δεδομένου ότι οι ίδιοι κύκλοι προωθούν για την ηγεσία της χώρας το INC, τα στελέχη του οποίου έχουν υποσχεθεί δημόσια στις αμερικανικές εταιρείες την πρωτοκαθεδρία, το νόημα της φαινομενικά γενναιόδωρης αυτής εισήγησης είναι κάτι παραπάνω από σαφές.

* Αντίθετα, οι «ρεαλιστές» του CFR επιμένουν πως οι πετρελαιοπηγές πρέπει να παραμείνουν οπωσδήποτε κάτω από ιρακινό έλεγχο. Κι αυτό, για λόγους γενικότερης πολιτικής φερεγγυότητας των ΗΠΑ, καθώς μια απροσχημάτιστα αρπακτική πολιτική θα τις εξέθετε διεθνώς, τινάζοντας στον αέρα τις όποιες συμμαχίες τους. 

* Ενα συμπληρωματικό επιχείρημα καταθέτει επ' αυτού ο υποδιευθυντής του Ινστιτούτου Μεσανατολικής Πολιτικής της Ουάσιγκτον Πάτρικ Κλόουσον. Ολη η πολιτική ιστορία του Ιράκ τα τελευταία 70 χρόνια περιστρέφεται γύρω από την αντιπαράθεση ανάμεσα στον ντόπιο εθνικισμό και τις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες, εξήγησε στην ημερίδα του ΑΕΙ. Ως εκ τούτου, η άμεση ιδιωτικοποίηση του εθνικού αυτού πλούτου «θα ήταν πολιτικά αποσταθεροποιητική». Καλύτερα λοιπόν να περιμένει κανείς μέχρις ότου, με τη σταδιακή αλλαγή του πολιτικού χάρτη και των νοοτροπιών, «αυτό το ζήτημα να καταστεί λιγότερο ευαίσθητο».

* Υπάρχουν φυσικά και πιο ευέλικτες προτάσεις. Ο πρόεδρος της Caspian Energy Consultation Ρομπ Σομπχάνι εισηγείται λ.χ. μια μέθοδο έμμεσης ιδιωτικοποίησης που χρησιμοποιήθηκε μ' επιτυχία στην πρώην ΕΣΣΔ: εκπλειστηριασμός των υπό ανοικοδόμηση εγκαταστάσεων αμέσως μετά τον πόλεμο με την παραχώρηση ποσοστών επί της παραγωγής στις ξένες εταιρείες, που θα αναλάβουν την επισκευή ή τον εκσυγχρονισμό τους. 

Η σχετική συμφωνία, επιμένει, πρέπει να εγκριθεί από το μελλοντικό ιρακινό Κοινοβούλιο πριν από την ψήφιση μιας ολοκληρωμένης εθνικής νομοθεσίας.

Υπάρχουν, ωστόσο, μια σειρά συμφωνίες που το τωρινό καθεστώς έχει υπογράψει τα τελευταία 12 χρόνια με εταιρείες ρωσικές (LukOil, Slavneft), γαλλικές (Total-Fina-Elf) και κινεζικές, ενόψει της διαφαινόμενης -τότε- άρσης των κυρώσεων. Καθολική εκτίμηση είναι ότι όλα αυτά τα εκκρεμή συμβόλαια θα «επανεξεταστούν», προκειμένου «να αποκατασταθεί η ισότητα ευκαιριών» -να γεφυρώσουν, δηλαδή, οι αμερικανοβρετανικές πολυεθνικές το χάσμα που τις χωρίζει από τους ανταγωνιστές τους. Οι «ρεαλιστές» του CFR προτείνουν να αναλάβει αυτή τη δουλειά ο ΟΗΕ, ενώ τα «γεράκια» του ΑΕΙ προτιμούν να την αναθέσουν στους δικούς τους ανθρώπους του INC.

Εντυπωσιακή είναι, τέλος, η ομοφωνία γύρω από την ανάγκη παραγραφής ενός μεγάλου μέρους του τωρινού εξωτερικού χρέους του Ιράκ, προκειμένου να ορθοποδήσει η χώρα. Το μυστικό αυτής της ανεπάντεχης γαλαντομίας είναι, βέβαια, πολύ απλό. Κύριοι δανειστές του Σαντάμ δεν είναι αμερικανικές τράπεζες αλλά δύο τρίτες χώρες: η Γαλλία και η Ρωσία.


(Ελευθεροτυπία, 16/2/2003)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ